Κερύνεια επαρχία

Προϊστορία και ιστορία

Image

Η επαρχία της Κερύνειας καλύπτει σημαντικό τμήμα των βορείων ακτών της Κύπρου και της οροσειράς του Πενταδάκτυλου και βρίσκεται σχετικά κοντά κι απέναντι από τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας. Τα γεωγραφικά δεδομένα της επαρχίας συνέβαλαν σημαντικά στην ιστορική της πορεία από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα.

 

Ιδιαίτερης σημασίας ήταν το γεγονός ότι η βόρεια ακτή της Κύπρου, που εκτείνεται από το ακρωτήρι του Κορμακίτη στα δυτικά μέχρι το ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα στ' ανατολικά, βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τις ηπειρωτικές ακτές της Μικράς Ασίας: Κατά την Αρχαιότητα τα μικρά καράβια απέφευγαν να ξανοίγονται στην ανοικτή θάλασσα, από αδυναμία ν' αντεπεξέλθουν στους κινδύνους μεγάλων ταξιδιών, γι’ αυτό κι οι αρχαίοι ναυτικοί ταξίδευαν παραπλέοντας τις ακτές (εκτελούσαν το λεγόμενο coastal navigation) πράγμα που σήμαινε ότι οι βόρειες ακτές της Κύπρου ήταν εκείνες που είχαν την ευκολότερη και συχνότερη επικοινωνία με τη Μικρά Ασία και - παραπλέοντας τα παράλιά της προς τα δυτικά - με το Αιγαίο και τον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

 

Η επαρχία της Κερύνειας ήταν κατοικημένη από τη Νεολιθική εποχή. Κατά τα Προϊστορικά χρόνια, τεράστια σημασία για τους πρωτόγονους ανθρώπους, γεωργούς, κυνηγούς και ψαράδες, είχαν αφ' ενός η εξεύρεση της τροφής κι αφ' ετέρου η επαρκής ασφάλεια. Η πεδιάδα της Μεσαορίας, καλυμμένη τότε με πυκνά δάση, ήταν αφιλόξενη για τους Κυπρίους της Νεολιθικής εποχής που συνήθως κατοικούσαν σε οικισμούς στις πλαγιές των δυο οροσειρών του νησιού - εκείνης του Τροόδους κι εκείνης του Πενταδάκτυλου - και σε τοποθεσίες κοντά στη θάλασσα που πρόσφεραν κάποια φυσική οχύρωση. Στην επαρχία Κερύνειας τα μέχρι σήμερα ανασκαφικά ευρήματα της Νεολιθικής εποχής αντιπροσωπεύονται κυρίως με τους οικισμούς στον Άγιο Επίκτητο - Βρυσί και στη γειτονική του και πλησιέστερη προς τη θάλασσα τοποθεσία Τρουλλί. Ο οικισμός στο Τρουλλί είναι αρχαιότερος εκείνου του Αγίου Επικτήτου - Βρυσί και τοποθετείται χρονικά στην έκτη χιλιετία π.Χ. Μεταξύ των κινητών ευρημάτων από το Τρουλλί είναι αντικείμενα πρωτόγονης μονόχρωμης κεραμικής.

 

Στον Άγιο Επίκτητο - Βρυσί βρέθηκαν κατάλοιπα κατοικιών που δεν ήταν κυκλικές όπως εκείνες της Χοιροκοιτίας αλλά ακανόνιστων σχημάτων γιατί αυτό απαιτούσε η ανώμαλη επιφάνεια της απότομης και βραχώδους ακτής στην οποία βρισκόταν κτισμένος ο οικισμός. Οι τοίχοι των κατοικιών ήταν λιθόκτιστοι και σχετικά λεπτοί, με στενές εισόδους και με ξύλινα αντιστηρίγματα στο εσωτερικό. Η κεραμική που προέρχεται από τον οικισμό αυτό είναι αξιόλογη και φέρει γραπτό διάκοσμο, αποτελεί δε σημαντική εξέλιξη από την προγενέστερη πρωτόγονη κεραμική του γειτονικού Τρουλλιού. Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα στον Άγιο Επίκτητο - Βρυσί, που βρέθηκε σε μια από τις κατοικίες του οικισμού, είναι ένας πέτρινος διακοσμημένος φαλλός. Πιθανότατα ο φαλλός αυτός αποτελούσε αντικείμενο που εχρησιμοποιείτο σε τελετές σχετικές με τη γονιμότητα. Ένας άλλος πέτρινος φαλλός βρέθηκε στη Σουσκιού (επαρχία Πάφου) που χρονολογικά όμως ανήκει όχι στη Νεολιθική αλλά στη Χαλκολιθική περίοδο.

 

Η Χαλκολιθική περίοδος (3000 - 2300 π.Χ.), αντιπροσωπεύεται στην επαρχία Κερύνειας με ευρήματα στη Λάπηθο και στη Βασίλεια (Χαλκολιθική Ι) καθώς και στο Διόριος (Χαλκολιθική II).

 

Τα νεκροταφεία των Βουνών: Η Πρώιμη εποχή του Χαλκού αντιπροσωπεύεται επίσης με σημαντικά ευρήματα κυρίως στα νεκροταφεία των Βουνών (κοντά στο Πέλλα Παΐς) και της Λαπήθου, ενώ η Μέση εποχή του Χαλκού αντιπροσωπεύεται με την ανακάλυψη οικισμού στη Μύρτου - Στεφάνια και νεκροταφείου κοντά στο χωριό Κάρμι. Τέλος, η Ύστερη εποχή του Χαλκού αντιπροσωπεύεται με οικισμούς στη Μύρτου -Πηγάδες και στην Αγία Ειρήνη - Παλαιόκαστρο, καθώς και με νεκροταφείο κοντά στο χωριό Καζάφανι.

 

Από τους τάφους της Βασίλειας, που είναι μεγάλοι και θαλαμοειδείς, προήλθαν πλούσια κτερίσματα, όπως χάλκινα όπλα, κοσμήματα και αγγεία από αιγυπτιακό αλάβαστρο. Όπλα βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, και στους Βουνούς και στη Λάπηθο. Εκφράστηκε η άποψη ότι τα όπλα πιθανώς χρησίμευαν για προληπτική άμυνα κατά πιθανών αντιπάλων από την ανατολική Κύπρο.

 

Η άφιξη στην Κύπρο νέου λαού κατά το τέλος της Πρώιμης εποχής του Χαλκού, συνδέεται από μερικούς με κάποια καταστροφή στη Μικρά Ασία που ανάγκασε αρκετούς Μικρασιάτες να πλεύσουν προς τις βόρειες ακτές της Κύπρου κι απ' εκεί να βαδίσουν προς την κοιλάδα του ποταμού Οβγού νοτιότερα και να συνδεθούν με το λεγόμενο «πολιτισμό της Φιλιάς» αλλά και με άλλες περιοχές της Κύπρου. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται σε ομοιότητες της κεραμικής της Μικράς Ασίας με την κεραμική μερικών περιοχών του νησιού, της περιόδου αυτής.

 

Ξένοι εγκαταστάθηκαν και στην ανατολική Κύπρο και, κατά τον Gjerstad, από την εποχή αυτή άρχισε, παρά τη συνένωση των επηλύδων με τους αυτόχθονες, η τάση διαίρεσης του νησιού σε δυτικό και σε ανατολικό. Η διαίρεση, που φαίνεται ότι είχε πράγματι υπάρξει, μαρτυρείται από οχυρώσεις κατά πλάτος, από βορρά προς νότον, των οποίων τα πρώτα ίχνη ανάγονται χρονικά στην περίοδο αυτή. Ως κύριος λόγος της διαίρεσης θεωρείται το πολύτιμο μέταλλο του χαλκού. Το δυτικό τμήμα της Κύπρου παρίσταται ανάγκη να υπερασπιστεί τους πόρους του, δηλαδή τα ορυχεία του χαλκού που διέθετε, ενώ το ανατολικό τμήμα του νησιού προσπαθούσε ν' αποκτήσει το χαλκό που δεν είχε. Η δυτική χαλκοπαραγωγός Κύπρος εμπορεύεται το πολύτιμο μέταλλο, με κύριο λιμάνι εξαγωγής του χαλκού, και πρωτεύουσα της περιοχής, τη Λάπηθο, που γίνεται σπουδαία πόλη κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού.

 

Σημαντικότατη είναι η μεγάλη νεκρόπολη των Βουνών, κοντά στο Πέλλα Πάις, που αποδεικνύει με τα πλούσια ευρήματά της, μεγάλη άνθηση στην περιοχή κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού. Οι τάφοι στους Βουνούς είναι θαλαμοειδείς, λαξευμένοι στο βράχο, με μικρούς «δρόμους», χρησιμοποιούνταν δε και για περισσότερες της μιας ταφές. Ο νεκρός ετοποθετείτο στο δάπεδο, κατά μήκος της μιας πλευράς του θαλάμου, ενώ ο υπόλοιπος χώρος του δαπέδου γέμιζε με πλούσια κτερίσματα: αγγεία, χάλκινα όπλα, κοσμήματα, εργαλεία, κάποτε δε και τροφή.

 

Χρήση του ορείχαλκου: Είναι σημαντικό ότι τώρα ο χαλκός δεν εχρησιμοποιείτο καθαρός (όπως κατά τη Χαλκολιθική περίοδο) αλλά ως κράμα χαλκού και κασσιτέρου, που έδινε τον περισσότερο ανθεκτικό ορείχαλκο. Στην επαρχία της Κερύνειας ο ορείχαλκος χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα. Όμως για την παραγωγή του ορειχάλκου απαιτείται χαλκός, που υπήρχε άφθονος στην Κύπρο, αλλά και κασσίτερος που δεν υπήρχε στο νησί. Συνεπώς ο κασσίτερος εισαγόταν από το εξωτερικό, πιθανότατα από τη γειτονική Μικρά Ασία, πράγμα που υποδηλώνει πυκνές εμπορικές σχέσεις της βόρειας ακτής του νησιού με τα απέναντι παράλια. Σε τάφο της Λαπήθου, που χρονικά ανήκει στα τέλη της Πρώιμης εποχής του Χαλκού, βρέθηκε σκελετός αλόγου. Αποδεικνύεται έτσι ότι το άλογο είχε εισαχθεί στο νησί και χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον από την εποχή αυτή. Εξάλλου η περίφημη πήλινη σκηνή αροτριάσεως που βρέθηκε στους Βουνούς (βλέπε λήμμα αγροτική ζωή) δείχνει την τεχνική της καλλιέργειας με άροτρο που το έσερναν βόδια ή μουλάρια. Άλλο πολύτιμο εύρημα από τους Βουνούς είναι ένα πήλινο ομοίωμα ιερού τεμένους που αποδεικνύει την ύπαρξη θρησκευτικών τελετών με μυστηριακό χαρακτήρα.

 

Καθ' όλη την εποχή του Χαλκού η βόρεια ακτή της Κύπρου διαδραματίζει αρκετά σημαντικό ρόλο στην όλη διεξαγωγή εμπορίου, τόσο με το Αιγαίο και άλλα μέρη του ελληνικού χώρου, όσο και με την Ανατολή. Οι ανάλογες επιδράσεις που δέχθηκε αποδεικνύονται με αρχαιολογικά ευρήματα. Στην τοποθεσία Παλιάλωνα στη βόρεια πλευρά της οροσειράς της Κερύνειας, βρέθηκε μεγάλος λαξευτός τάφος με ανάγλυφη ανθρώπινη φιγούρα ύψους ενός περίπου μέτρου, που είναι σκαλισμένη σε πλευρά του «δρόμου». Ο τάφος φαίνεται να μιμείται ανατολικά (ίσως αιγυπτιακά) πρότυπα. Εξάλλου στο Κάρμι βρέθηκε ένας «καμαραϊκός» σκύφος εισαγμένος από την Κρήτη (βλέπε λήμμα Κάρμι).

 

Η Λάπηθος (και γενικά η βόρεια ακτή) διατήρησε τη σπουδαιότητά της μέχρι και τη Μέση εποχή του Χαλκού, οπότε άρχισε να φθίνει εκτός από μερικά κέντρα κοντά στη βορειοδυτική ακτή (Μόρφου και Αγία Ειρήνη) που εξακολουθούν να εμπορεύονται με το Αιγαίο αλλά και με την Ανατολή. Κατά τη Μέση εποχή του Χαλκού κτίστηκαν φρούρια σε διάφορα μέρη της Κύπρου, τόσο παραθαλάσσια όσο και μεσόγεια, που φανερώνουν μια κατάσταση επιφυλακής. Στην επαρχία της Κερύνειας ένα τέτοιο φρούριο ανακαλύφθηκε στο Κρηνί, ενώ στα νεκροταφεία κατά μήκος της βόρειας ακτής αποδεικνύονται ομαδικές ταφές. Εάν οι πολλοί θάνατοι δεν οφείλονταν σ' επιδημίες, τότε θα πρέπει να σχετίζονται με επιδρομές των Υκσώς.

 

Αποικισμός από τους Αχαιούς: Κατά την περίοδο της Ύστερης εποχής του Χαλκού, σημαντικά γεγονότα επηρεάζουν την επαρχία της Κερύνειας όπως κι ολόκληρη την Κύπρο: είναι η εγκατάσταση Μυκηναίων εμπόρων στις παραλιακές πόλεις του νησιού, και λίγο αργότερα ο αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς που έφθασαν κατά κύματα. Το κύριο μεταναστευτικό ρεύμα προς την Κύπρο και η εδώ εγκατάσταση των Αχαιών συνδέθηκε στην παράδοση, με το τέλος του Τρωικού πολέμου οπότε πολλοί ήρωες του πολέμου αυτού ήλθαν με τα καράβια και το στρατό τους στην Κύπρο όπου ίδρυσαν σημαντικές πόλεις. Ανάμεσα στις πόλεις αυτές, η παράδοση αναφέρει και τη Λάπηθο ως κτίσμα του Πραξάνδρου από τη Λακωνία. Επίσης η πόλη της Κερύνειας σχετίζεται άμεσα με τον αποικισμό του νησιού από τους Αχαιούς, όπως αποδεικνύεται απ' αυτό τούτο το όνομά της που σώζει το όνομα της Κερύνειας, αρχαίας πόλης στην Αχαΐα της Πελοποννήσου.

 

Η εγκατάσταση των Αχαιών στην Κύπρο δημιουργεί τις πόλεις - βασίλεια, που θα αναπτυχθούν και θα επιβιώσουν μέχρι και τα Ελληνιστικά χρόνια, οπότε και θα καταργηθούν το 312 π.Χ. από τον Πτολεμαίο Α' τον Λάγου. Ανάμεσα στα βασίλεια της Κύπρου των ιστορικών χρόνων, είναι και το βασίλειο της Λαπήθου, που για ένα διάστημα κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα βρισκόταν στα χέρια των Φοινίκων. Από επιγραφικές και νομισματικές μαρτυρίες, μας είναι γνωστοί οι ακόλουθοι βασιλιάδες της Λαπήθου:

 

1. Δημόνικος Α' (5ος π.Χ. αιώνας).

 

2. Sidquimilk (5ος π.Χ. αιώνας).

 

3. Ανδρ.... (τέλη 5ου, αρχές 4ου π.Χ. αιώνα).

 

4. Δημόνικος Β' (4ος π.Χ. αιώνας).

 

5. Πράξιππος (4ος π.Χ. αιώνας, μέχρι το 312 π.Χ.).

 

Ωστόσο το βασίλειο της Λαπήθου δεν αναφέρεται κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα και δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των 10 κυπριακών πόλεων που, μαζί με τους βασιλιάδες τους, μνημονεύονται στο γνωστό «πρίσμα» του Εσσαρχαδώνος, του 673/2 π.Χ.

 

Η πρώτη επιγραφική μαρτυρία για τις κυπριακές πόλεις υπάρχει στην αιγυπτιακή επιγραφή της Medinet Habu που χρονολογείται στο πρώτο τέταρτο του 12ου π.Χ. αιώνα. Μεταξύ των 8 πόλεων της Κύπρου που μνημονεύονται, είναι και η Κερύνεια. Οι υπόλοιπες είναι η Σαλαμίς, το Κίτιον, το Ιδάλιον, το Μάριον, οι Σόλοι, η Ακαμαντίς και το Κούριον.

 

Στη Λάπηθο έχουν ανασκαφεί τάφοι της Γεωμετρικής περιόδου και, μεταξύ άλλων, παρατηρήθηκε ότι ίσχυε το φαινόμενο της θυσίας δούλων προς τιμήν των νεκρών. Στην ίδια πόλη λατρευόταν, όπως και σε άλλα μέρη της Κύπρου, η θεά της Γονιμότητας. Τάφοι των Γεωμετρικών και Αρχαϊκών χρόνων, εκτός από τη Λάπηθο, έχουν ανασκαφεί και στην Κερύνεια και στη Βασίλεια. Στους Αρχαϊκούς χρόνους ανήκε και το γνωστό αγροτικό ιερό της Αγίας Ειρήνης.

 

Καθ’ όλη την περίοδο των κυπριακών βασιλείων η Λάπηθος και γενικότερα η επαρχία της Κερύνειας ακολούθησαν την ιστορική πορεία της υπόλοιπης Κύπρου που διακρίνεται από την επικράτηση των Αχαιών και την καθιέρωση των ηθών, των εθίμων και των θρησκειών τους, στη συνέχεια από τις επικυριαρχίες των ανατολικών λαών με πιο μακρόχρονη την περσική κυριαρχία, από επαναστάσεις κατά των Περσών κι από επανειλημμένες απελευθερωτικές προσπάθειες των Αθηναίων που απέτυχαν, μέχρι την προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή, οπότε η Κύπρος υπήχθη στην τεράστια αυτοκρατορία που ο Μακεδόνας στρατηλάτης ίδρυσε. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, η Κύπρος έγινε το μήλο της έριδος μεταξύ δυο από τους διαδόχους του, του Αντιγόνου που κατείχε τη Συρία και του Πτολεμαίου που κατείχε την Αίγυπτο. Στη διαμάχη για την κυριαρχία επί της Κύπρου, άλλοι Κύπριοι βασιλιάδες πήραν το μέρος του Πτολεμαίου και άλλοι το μέρος του Αντιγόνου. Μεταξύ των πόλεων που τάχθηκαν με τον Αντίγονο ήταν η Λάπηθος και η Κερύνεια. Μετά την οριστική επικράτηση του Πτολεμαίου, τιμωρήθηκαν τόσο ο τελευταίος βασιλιάς της Λαπήθου Πράξιππος, όσο κι ο δυνάστης της Κερύνειας, όλα δε τα κυπριακά βασίλεια καταργήθηκαν, εκτός από εκείνο των Σόλων που επιβίωσε για λίγο ακόμη εξαιτίας συγγενικών δεσμών με τον Πτολεμαίο.

 

Θεωροδόκοι πόλεις: Κατά την Ελληνιστική εποχή ολόκληρη η Κύπρος είχε ενιαία διοίκηση υπό ανώτατο άρχοντα που ονομαζόταν στρατηγός και κατείχε τόσο την πολιτική όσο και τη στρατιωτική εξουσία. Οι θεσμοί που καθιερώθηκαν, ίσχυαν στην επαρχία Κερύνειας όπως και στην υπόλοιπη Κύπρο. Στη Λάπηθο, όπως κι αλλού, ιδρύθηκαν γυμνάσια και κοινά. Σε καταλόγους των Δελφών, τόσο η Λάπηθος όσο και η Κερύνεια αναφέρονται ως θεωροδόκοι* πόλεις, κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα. Στις πόλεις γίνονταν αγώνες.

 

Την μοίρα ολόκληρης της Κύπρου ακολούθησε η επαρχία Κερύνειας και κατά την ακολουθήσασα Ρωμαϊκή περίοδο, κατά την οποία η Λάπηθος ήταν η διοικητική πρωτεύουσα της Λαπηθίας, μιας από τις τέσσερις επαρχίες στις οποίες είχε διαχωριστεί η Κύπρος.

 

Το κεντρικό τμήμα της επαρχίας θα γνωρίσει και πάλι σημαντική άνθηση κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, με επίκεντρο την πόλη της Λάμπουσας η οποία άκμασε μέχρι την εποχή των αραβικών επιδρομών. Χαρακτηριστικά δείγματα της τέχνης της Λάμπουσας και της ευμάρειάς της, είναι οι περίφημοι αργυροί δίσκοι με βιβλικές παραστάσεις που βρέθηκαν εκεί και χρονολογούνται στον 7ο μ.Χ. αιώνα (βλέπε λήμμα δίσκοι της Λάμπουσας).

 

Οικοδόμηση λαμπρών βασιλικών ναών: Η διάδοση του Χριστιανισμού στην επαρχία της Κερύνειας και η επικράτησή του, οδήγησε και στην οικοδόμηση λαμπρών βασιλικών, ναών και μοναστηριών (βλέπε πιο κάτω, κεφάλαιο Εκκλησιαστική αρχιτεκτονική). Εξάλλου στην επαρχία της Κερύνειας αναφέρεται ότι ασκήτευσαν ο άγιος Αμβρόσιος, σε τοποθεσία κοντά στο χωριό που φέρει το όνομά του, ο άγιος Επίκτητος, σε τοποθεσία κοντά στο χωριό που φέρει το όνομά του, ο άγιος Ιλαρίων, στην ομώνυμη βουνοκορφή όπου και το γνωστό κάστρο, ο άγιος Ολβιανός, σε περιοχή του χωριού Λάρνακας Λαπήθου, ο άγιος Τίμων στον Κορμακίτη. Εξάλλου μεταξύ των Κυπρίων αγίων περιλαμβάνονται και ο Βαρνάβας, επίσκοπος Λαπήθου, ο Ευλάλιος, επίσης επίσκοπος Λαπήθου, και ο Ζήνων επίσκοπος Κυρηνείας. (Για τις επισκοπές Κυρηνείας και Λαπήθου βλέπε ανάλογα λήμματα).

 

Η καταστροφή της παραθαλάσσιας Λάμπουσας από τις αραβικές επιδρομές, οδήγησε τους κατοίκους της στη μετοίκηση κάπως προς τα ενδότερα, στις πλαγιές της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, όπου ιδρύθηκαν ξανά οικισμοί (όπως η σημερινή Λάπηθος και ο σημερινός Καραβάς). Εξαιτίας των αραβικών επιδρομών, που έπλητταν κυρίως τα παράλια, μετακινήθηκαν προς τις βόρειες πλαγιές του Πενταδάκτυλου και κάτοικοι από την Κερύνεια (που ίδρυσαν λίγο ψηλότερα την Θέρμια ή όπως αλλιώς λεγόταν, Πάνω Κερύνεια, ή ακόμη και Κέρμια κατά τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο). Οι συχνές αραβικές επιδρομές, που έπλητταν κυρίως τα παράλια της Κύπρου και κατέστρεψαν ολοκληρωτικά ακόμη και την Κωνσταντία στ' ανατολικά, ανάγκασαν τους κατοίκους και άλλων παραθαλάσσιων οικισμών να αποσυρθούν προς τα ενδότερα.

 

Περί το τέλος των αραβικών επιδρομών άρχισαν να δημιουργούνται από τους Βυζαντινούς στρατιωτικές εγκαταστάσεις κι οχυρά στις βουνοκορφές του Πενταδάκτυλου. Από τα τρία γνωστά κάστρα της οροσειράς, εκείνα του Αγίου Ιλαρίωνος, του Βουφαβέντο και της Καντάρας, τα δυο πρώτα βρίσκονται στην επαρχία της Κερύνειας.

 

Ισχυρές οχυρώσεις επί φραγκοκρατίας: Η ίδια η πόλη της Κερύνειας άκμασε και πάλι κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, οπότε κι απέκτησε ισχυρές οχυρώσεις. Κατά την ίδια περίοδο ενισχύθηκαν και κατέστησαν απόρθητα και τα κάστρα του Πενταδάκτυλου.

 

Ωστόσο ο ντόπιος πληθυσμός είχε περιέλθει, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, σε κατάσταση δουλείας εξαιτίας του συστήματος διακυβέρνησης που είχε επιβληθεί από τους Φράγκους. Σε παρόμοια κατάσταση διωγμού είχε περιέλθει και η Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ δυτικά εκκλησιαστικά τάγματα απέκτησαν υπερπρονόμια κι ευημερούσαν. Στην επαρχία Κερύνειας κύρια έδρα Λατίνων μοναχών (του τάγματος του Αγίου Αυγουστίνου) ήταν το λαμπρό αββαείο του Πέλλα Παΐς που αναφέρεται από τις αρχές της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Επίσης, Καρμηλίτες μοναχοί έδρευαν στο χωριό Κάρμι, ενώ οι Ιωαννίτες ιππότες κατείχαν μεταξύ των πολλών κυπριακών χωριών, και την Μύρτου. Οι Μαρωνίτες εξάλλου, που εξαιτίας επιδρομών των Αράβων είχαν εγκαταλείψει μαζικά τη Συρία και την Παλαιστίνη μεταξύ 8ου και 10ου αιώνα κι αργότερα, κι είχαν εγκατασταθεί σε πολλά χωριά κυρίως της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, συμπτύχθηκαν τελικά σε 4 μόνο χωριά στη βορειοδυτική Κύπρο, τον Ασώματο, τον Κορμακίτη, την Καρπάσια και την Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας. Από τα 4 αυτά χωριά, τα 3 πρώτα βρίσκονταν στην επαρχία της Κερύνειας.

 

Διάφορα χωριά της επαρχίας αποτελούσαν φέουδα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Από τα γεγονότα που επηρέασαν σοβαρά την επαρχία κατά την περίοδο αυτή, ήταν ο πόλεμος μεταξύ των Ιβελίνων και των υποστηρικτών τους αφ' ενός, και των δυνάμεων του αυτοκράτορα της Γερμανίας Φρειδερίκου Β', κατά το 1228 - 1231. Το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνος είχε πέσει στα χέρια των δυνάμεων του Γερμανού αυτοκράτορα, όπως και η πόλη της Κερύνειας. Μετά την ήττα των δυνάμεων του Φρειδερίκου στη μεγάλη μάχη του Αγριδίου* (σημερινή Αγίρτα, στα νότια του Αγίου Ιλαρίωνος) από το στρατό των Ιβελίνων, το κάστρο και η πόλη της Κερύνειας ανακατελήφθησαν από τους Κυπρίους. Ο δεύτερος καταστροφικός πόλεμος που επηρέασε την επαρχία της Κερύνειας συνέβη κατά το 1373 - 74, με την εισβολή των Γενουατών στο νησί. Το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνος διαδραμάτισε αποφασιστικό στρατιωτικό ρόλο κατά των Γενουατών που πολιορκούσαν την πόλη της Κερύνειας. Η πόλη δεν έπεσε παρά τις σκληρές επιθέσεις των Γενουατών, αλλά παρεδόθη ύστερα από σχετική συμφωνία.

 

Τα πολεμικά αυτά γεγονότα επηρέασαν την επαρχία που υπέφερε συχνά από τις λεηλασίες των στρατευμάτων.

 

Οι Βενετοί, που διαδέχθηκαν τους Φράγκους κυρίαρχους της Κύπρου, ενίσχυσαν σημαντικά τις οχυρώσεις στο φρούριο της Κερύνειας, εν όψει της αναμενόμενης εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο, αν και ταυτόχρονα γκρέμισαν τα κάστρα του Πενταδάκτυλου για να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον εχθρό, αφού οι ίδιοι δεν είχαν επαρκείς δυνάμεις για να τα επανδρώσουν. Όμως η Κερύνεια, όπως κι οι άλλες πόλεις της Κύπρου εκτός της Αμμοχώστου που αντιστάθηκε 11 μήνες και της Λευκωσίας που αντιστάθηκε 40 ημέρες, έπεσε εύκολα στα χέρια των Τούρκων που είχαν εισβάλει στην Κύπρο το 1570.

 

Η επαρχία της Κερύνειας, ιδίως δε τα μεγάλα χωριά όπως ο Καραβάς και η Λάπηθος, ανέπτυξε πάλι σχέσεις κυρίως εμπορικές με τις απέναντι ακτές της Μικράς Ασίας αλλά και με αστικά κέντρα (όπως η Σμύρνη) κατά το δεύτερο μισό, κυρίως, της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Η περιοχή, που διαθέτει πλούσιους φυσικούς πόρους και νερό, αναπτύχθηκε επίσης γεωργικά κι ευημερούσε. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, η παράδοση αναφέρει ότι ο πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης* φιλοξενήθηκε από τις αρχοντικές οικογένειες της Λαπήθου και του Καραβά, κι ενισχύθηκε με τρόφιμα, κατά τη διάρκεια (ανεπιβεβαίωτης ιστορικά) εκεί επίσκεψής του.

 

Ωστόσο τον Ιούλιο του 1821 η επαρχία, όπως και η υπόλοιπη Κύπρος, πλήρωσε βαρύ τίμημα με τις εκτεταμένες σφαγές των Τούρκων. Η γεωγραφική θέση της επαρχίας, κοντά κι απέναντι από τις μικρασιατικές ακτές, στάθηκε μοιραία το 1974: Στην επαρχία της Κερύνειας ήταν που διενεργήθηκε η απόβαση των τουρκικών δυνάμεων εισβολής τον Ιούλιο του 1974, κι εκεί δημιούργησαν το αρχικό τους προγεφύρωμα, καταλαμβάνοντας και την πόλη της Κερύνειας. Κατά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, κατελήφθη από τους επιδρομείς ολόκληρη η επαρχία.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image