Ηράκλειος άγιος

Image

Αναφέρεται από τον Λεόντιο Μαχαιρά (Χρονικόν, παρ. 32) σαν ένας από τους 300 Αλαμάνους αγίους που είχαν έλθει στην Κύπρο από την Παλαιστίνη και είχαν ασκητεύσει σε διάφορα μέρη του νησιού. Κατά τον Μαχαιρά, ο άγιος Ηράκλειος έφερε και το αξίωμα του επισκόπου και ασκήτευσε κοντά στο χωριό Κοφίνου της επαρχίας Λάρνακας:... Εἰς τήν Κοφίνουν ὁ ἅγιος Ἡράκλειος ἐπίσκοπος...

 

Βλέπε λήμμα: Αγιοι Αλαμάνοι

 

Δεν είναι γνωστό ποια επισκοπική έδρα κατείχε ο Ηράκλειος προτού ασκητεύσει. Αγνοείται από τους συναξαριστές.

 

Στην περιοχή του χωριού Κοφίνου υπήρχε παλαιά εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Ηράκλειο.

 

Βλέπε λήμμα: Κοφίνου

 

Ανασκαφές

Οι ανασκαφές στη θέση Άγιος Ηράκλειος στην Κοφίνου πραγματοποιήθηκαν το 2025 από το Τμήμα Αρχαιοτήτων του Υφυπουργείου Πολιτισμού, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος πεδίου και του Θερινού Σχολείου Αρχαιολογίας «Οικισμένα και Ιερά Τοπία της Κύπρου» (Settled and Sacred Landscapes of Cyprus – SeSaLaC) της Ερευνητικής Μονάδας Αρχαιολογίας και του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

 

Η έρευνα επικεντρώθηκε σε δύο σημεία, νότια και ανατολικά του ερειπωμένου ναΐσκου του Αγίου Ηρακλείου, γνωστού και ως «μαρτύριο». Τα ανασκαφικά δεδομένα επιβεβαίωσαν ότι τα κατάλοιπα ενός μονόχωρου καμαροσκεπούς ναού, που αποκαλύφθηκαν το 2025, αντιπροσωπεύουν μεταγενέστερη, μεσαιωνική οικοδομική φάση, η οποία ανεγέρθηκε πάνω στα λείψανα παλαιότερου τρίκλιτου ναού (βασιλικής), που πιθανότατα χρονολογείται στις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ. Ο μεταγενέστερος ναός στηριζόταν σε τρία τόξα με αντωπές παραστάδες, ενώ εντοπίστηκαν επίσης θραύσματα τοιχογραφιών και λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη, τα οποία τεκμηριώνουν τον διάκοσμο και τη λειτουργία του μνημείου.

 

Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε η αποκάλυψη πρωτοβυζαντινής ταφής μέσα σε λίθινη λάρνακα, στην εξωτερική πλευρά του νότιου τοίχου του «μαρτυρίου», όπου διατηρήθηκε ανθρώπινος σκελετός στη φυσική του θέση. Παράλληλα, νέες ανασκαφικές τομές νότια του ναΐσκου έφεραν στο φως δύο παράλληλους τοίχους, οι οποίοι πιθανότατα ανήκαν στον νάρθηκα της αρχικής πρωτοβυζαντινής βασιλικής. Στα δυτικά και νότια των ίδιων τομών εντοπίστηκαν εστία και βάση κατασκευής από κονίαμα, στοιχεία που αποδίδονται σε μεταγενέστερες χρήσεις του χώρου κατά τον ύστερο Μεσαίωνα.

 

Τα κεραμικά ευρήματα από το στρώμα κατάρρευσης του μονόχωρου ναού χρονολογούνται από τα τέλη του 14ου έως τα μέσα του 16ου αιώνα. Σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα της πρώτης ανασκαφικής περιόδου του 2024, διαπιστώθηκε ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε αδιάλειπτα από τον 6ο έως και τον 16ο αιώνα, παρουσιάζοντας διαδοχικές φάσεις λατρευτικής και ταφικής δραστηριότητας. Η ανασκαφή τεκμηρίωσε, για πρώτη φορά στην Κύπρο, την ύπαρξη οργανωμένου κοιμητηρίου γύρω από αγροτική βασιλική, η οποία πιθανότατα ιδρύθηκε κατά τον 6ο ή τις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ.

 

Βλέπε λήμμα: Αρχιτεκτονική/ Παλαιοχριστιανική- Βυζαντινή

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

www.polignosi.com