Αρκοντής

Ο διάσημος ζητιάνος της Λεμεσού

Image

Διάσημος ζητιάνος ή στα κυπριακά δκιακονητής της Λεμεσού. Γεννήθηκε το 1913 και πέθανε στις 14 Νοεμβρίου 1970. 

 

Ο Αρκοντής, ελληνικής καταγωγής ήταν  νόθο παιδί ενός από τους μεγαλύτερους άρχοντες της πόλης, και όσον κιαν φαίνεται παράξενο υπήρξε μια ιστορική προσωπικότητα στη Λεμεσό. Ο πατέρας του, Ζήνωνας Χρυσοστομίδης, πέταξε στο δρόμο την παραδουλεύτρα μάνα του Αρκοντή που εργαζόταν στα κτήματά του στην Επισκοπή Λεμεσού, την Αρχοντία, για να μην αποκαλυφθεί το σκάνδαλο. Από τότε περιφερόταν ρακένδυτος και ξυπόλυτος στους δρόμους της πόλης. ( Βλέπε βίντεο: Βιογραφία Αρκοντή. Το πρώτο μέρος)

 

Οι μανάβηδες της αγοράς τον αναγνώριζαν και του έδιναν φρούτα, ενώ τα παιδιά τον έκαμαν χάζι και αυτός απάνταγε «Δεν πειράζει να’ στε καλά».

Ο Αρκοντής κρατούσε ελάχιστα για τον εαυτό του. Όσα του έδιναν είτε σε χρήματα είτε σε είδος τα μοίραζε σε άλλους ζητιάνους. (Βλέπε Βίντεο: Βιογραφία του Αρκοντή

Λέγεται πως ο Αρκοντής δεν ξέχασε ποτέ τον πατέρα του που τον πέταξε στον δρόμο. Όταν έμαθε πως ο γέρος του έχασε τα πάντα πήγαινε από το ξημέρωμα έξω από το σπίτι του και του άφηνε τα λίγα χρήματα που μάζευε από τα φιλοδωρήματα του κόσμου.

Ο Αρκοντής ήταν διάσημος και για την αθυροστομία του. Οπως αναφέρει ο Τίτος Κολώτας ο Αρκοντής ρακένδυτος και βρόμικος περιφερόταν στις γειτονιές της πόλης. Ένας παλιός προύχοντας άνοιξε τότε το παράθυρο και όταν είδε τον Αρκοντή έμεινε άναυδος. Ο Αρκοντής γύρισε και του ‘πε: «Πεζεβέγκη, ήταν ανάγκη ν’ ανοίξεις το παράθυρο;»....

Μέγας εχθρός του Αρκοντή ήταν ο Τ/κ ζητιάνος Κκιαζίμης. Λεγόταν ότι είχαν χωρίσει τη Λεμεσό στα δύο με όριο την Τζιαμούδα. Κάθε φορά που συναντούνταν εκεί ή υπήρχε υποψία παραβίασης της περιοχής του ενός από τον άλλο, έρχονταν συχνά στα χέρια, προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού της Λεμεσού. Γνωστός ζητιάνος της Λεμεσού σε μεταγενέστερους χρόνους ήταν επίσης ο Ακης ο Αθόρυβος. Αντίστοιχος του Αρκοντή σε άλλες πόλεις, αλλά λιγότερο γνωστός ήταν ο Πουτζιάς στο Βαρώσι. 

 

Η ιστορία πίσω από τον ζητιάνο

 

Ο πατέρας του Αρκοντή, Ζήνωνας ήταν ένας μεγαλοκτηματίας και επιχειρηματίας στο χωριό Επισκοπή στην πόλη της Λεμεσού αλλά και σ’ άλλες περιοχές της επαρχίας. Ήταν ένας γιος από τα επτά παιδιά που απέκτησε ο μεγαλοκτηματίας Θεόδωρος Χρυσοστομίδης (1837 - 1912) με τη σύζυγό του Μηλιά από τη Λεμεσό, κόρη του Χ’’Γαβριήλ Βέρα. Ο Θεόδωρος Χρυσοστομίδης ήταν ιδιοκτήτης χιλιάδων σκαλών χωραφιών με ελιές και χαρουπιές όπως και καλλιέργειες με σιτηρά, και επίσης ασχολείτο με αγορές και εμπόριο μεγάλων ποσοτήτων αυτών των προϊόντων από καλλιεργητές άλλων χωριών. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα έκανε εξαγωγή σ’ άλλες χώρες. Μια μεγάλη αποθήκη του, πετρόκτιστη, βρίσκεται ακόμη στον κόλπο του Πισσουρίου, εκεί που είναι τα κέντρα. Απ’ αυτή φόρτωνε τα πλοία που βρίσκονταν στα βαθιά ή τα μετέφερνε διά θαλάσσης στη Λεμεσό, κυρίως στις αποθήκες και εργοστάσιο χαρουπιών Τραγκασόλ. Οι περιουσίες του δεν περιορίζονταν μόνο στην Επισκοπή υπήρχαν και στην πόλη της Λεμεσού. Το χωράφι ολόκληρο του Δημόσιου Κήπου ήταν δικό του και το πώλησε σε κάποιο Βρετανό όταν ήλθαν στην Κύπρο το 1878. Στο χωριό Επισκοπή, όπου ήταν η έδρα του, διέθετε αρκετά σπίτια, όπως επίσης αποθήκες για τα προϊόντα του. Πέραν από τη μισή Επισκοπή, ήταν όλα δικά του.

Όλες αυτές τις περιουσίες τις δούλευαν αρκετοί εργάτες και εργάτριες, οι ονομαζόμενοι μισταρκοί. Υπήρχαν οι επιστάτες που τους έλεγχαν και δούλευαν όλοι από το «γέννημα» του ήλιου μέχρι το «βούττημα». Κάποιοι διέμεναν στα γειτονικά χωριά τους ή σε πρόχειρα καταλύματα (παράγκες) όπως η μητέρα του «Αρκοντή», η ονομαζόμενη Αρχοντία ή Αρκοντού.

 

 

Τα παιδιά του Θεόδωρου

Ο Θεόδωρος Χρυστοστομίδης με τις μεγάλες περιουσίες, τα εμπόρια και τα πλούτη πέθανε στα 1912, αφήνοντας όλες τις περιουσίες του στα παιδιά του και κυρίως στον Ζήνωνα, τον Ευγένιο (άλλοι λεν ότι ήταν ο Ευαγόρας). Αυτοί είναι οι γνωστοί διαχειριστές αυτών των περιουσιών. Και οι δύο ζούσαν μία ζωή έκλυτη και άσωτη, όπως μου ανέφεραν ηλικιωμένοι χωριανοί τους. Σπαταλούσαν αφειδώλευτα τα χρήματα και τις περιουσίες που τους άφησε ο πατέρας τους, σε χουβαρνταλίκια και αλλού. Δεν φρόντιζαν και ούτε νοιάζονταν για τις περιουσίες τους και οι κλοπές των σοδιών τους ήταν τακτικό φαινόμενο. Ο Θεόδωρος Χρυσοστομίδης έκανε αρκετές αγαθοεργίες κτίζοντας εκκλησίες, σχολείο και τζαμί στη γενέτειρά του Επισκοπή.

Ο Ζήνωνας νυμφεύτηκε, γύρω στα 1890, μία κοπέλα από την επαρχία Πάφου, της οποίας το όνομα δεν μάθαμε. Αυτός συνέχιζε να κάνει την άτακτη ζωή του, και μέσα στους παράνομους έρωτες του βρέθηκε και η φτωχή Αρχοντία μένοντας έγκυος τον Γιώργο, στα 1915 περίπου, τον ονομαζόμενο αργότερα «Αρκοντή».

 

 Ο Ζήνωνας δεν αναγνώριζε τον παράνομο καρπό του, λόγω του ότι φοβόταν τη σύζυγό του η οποία εν τω μεταξύ δεν καρποφορούσε αλλά και λόγω της κοινωνικής θέσης της καημένης της Αρχοντίας. Έτσι ο καημένος Γιώργος μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, την παραγνώριση και τη χλεύη από μικρούς και μεγάλους. Σχολείο πήγε πολύ λίγο και το εγκατέλειψε διότι τον κορόιδευαν οι συμμαθητές του και ο άλλος κόσμος. Άρχισε να δουλεύει στα χωράφια του «πατέρα» του. Αυτός όμως γνωρίζοντας τη φτώχεια από πρώτο χέρι, χάριζε στους εργάτες διάφορα προϊόντα που παρήγαγαν. Αυτό το αντιλήφθηκε ο «πατέρας» του και τους έδιωξε από την εργασία τους στην Επισκοπή, πηγαίνοντας απ’ εδώ και απ’ εκεί, πάντοτε μαζί με τη μητέρα του, την οποία υπεραγαπούσε. Τελικά κατέληξε να κατοικεί σε μια παράγκα έξω από το εργαστήριο του καραβομαραγκού Χαράλαμπου Αυγουστή, στην ομώνυμη σήμερα οδό Χαράλαμπου Αυγουστή στη Μέσα Γειτονιά, κοντά στο γεφυράκι που οδηγεί στον Άγιο Αθανάσιο. Σ’ αυτό το μέρος παρέμειναν από τη δεκαετία του 1950 μέχρι τον θάνατό τους.

 

Τα χούγια του Αρκοντή

 Από τη Μέσα Γειτονιά κατέβαινε κάθε πρωί στο κέντρο της Λεμεσού, αρχίζοντας από τότε να είναι επαίτης, για να μπορεί να εξασφαλίζει τα προς το ζην, αφού από τον «πατέρα» του Ζήνωνα δεν είχαν οποιανδήποτε συμπαράσταση. Ήταν πάντοτε ρακένδυτος, ανυπόδητος, φορώντας μια βαριά χλαίνη, χειμώνα καλοκαίρι. Είχε μια σεντόνα, κρεμασμένη πάνω του, σχηματίζοντας μ’ αυτή έναν μεγάλο χώρο για φύλαξη των τροφίμων που του δώριζαν. Κρέμονταν πάνω του καμιά κατσαρόλα και μια καραβάνα, κρατώντας και κανένα πιάτο, γυρίζοντας μ’ όλα αυτά τη Λεμεσό.

 

Ο Κιαζίμης, ο ανταγωνιστής του

 Ο Αρκοντής είχε έναν Τουρκοκύπριο ανταγωνιστή τον Κκιαζίμη που ήταν κι αυτός πνευματικά και σωματικά μερικώς ανάπηρος ο οποίος κέρδιζε μέρος των θιασωτών αυτού του τύπου των ανθρώπων και δεν άρεσε στον Αρκοντή. Ήταν κι αυτός ρακένδυτος, ακάθαρτος και ατημέλητος και γύριζε την τουρκοκυπριακή συνοικία της Λεμεσού αλλά και την ελληνοκυπριακή, μοιράζοντας στον κόσμο διάφορα λουλούδια που του έδιδαν στις γειτονιές που περνούσε, δεχόμενος κι αυτός κανένα νόμισμα. Αυτά που εκφωνούσε ήταν «ππάλλα» για όλους τους ιθύνοντες και όσους δεν συμπαθούσε. Ο κόσμος του έλεγε «ππάλα Κιαζίμη». Το άλλο που έκανε ήταν να φτύνει όποιον τον ενοχλούσε. Όποιος ήθελε να τον πειράξει του φώναζε «Άχα φτου Κιαζίμη» φτύνοντάς του, γινόμενος φωτιά, τρέχοντας σε με τις πέτρες. Ο Αρκοντής άρχισε να ενοχλείται από τη δραστηριότητά του στην ελληνοκυπριακή περιοχή, αρχίζοντας να του επιτίθεται όπου τον συναντούσε, νικώντας τον πάντοτε διότι ήταν πιο σωματώδης και δυνατός, σε σύγκριση με τον αδύνατο Κιαζίμη. Οι «θαυμαστές» και των δύο δεν έχαναν αυτές τις σκηνές των συγκρούσεών τους, όπου τις περισσότερες φορές οι ίδιοι συνεννοούνταν να είναι ήπια και στημένη η πάλη τους για να ευχαριστήσουν τους θαυμαστές τους. Τελικά οι θαυμαστές τους διοργάνωσαν μία στημένη δίκη στο δικαστήριο με συνεννοημένο πραγματικό δικαστή, για να δώσει λύση στη συνεχή σύγκρουσή τους. Έτσι ο δικαστής, αφού τους «άκουσε», αποφάσισε να χωρίσει τη Λεμεσό στα δύο, όπου ο Κιαζίμης να κινείται στην περιοχή από το γεφύρι των Τεσσάρων Φαναριών και πέρα σ’ όλη τη δυτική Λεμεσό και ο Αρκοντής από τα Τέσσερα Φανάρια και σ’ όλη την υπόλοιπη ανατολική Λεμεσό. Όμως και οι δύο διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και ο ένας νοιαζόταν για τον άλλο λέγοντας μεταξύ τους «ρε πελλέ μου».

 

 

Φιλάνθρωπος ευαίσθητος και ελεήμων

 Αρκετοί παλαιότεροι που γνώρισαν τον Αρκοντή, ενόσω ζούσε, και οι περισσότεροι νεότεροι, πολύ πιθανόν να μη γνωρίζουν τη φιλάνθρωπη πλευρά του χαρακτήρα του, γνωρίζοντας ίσως μόνο ότι ήταν ένας άνθρωπος που κυκλοφορούσε στην πόλη της Λεμεσού, ακάθαρτος, ρακένδυτος που ύβριζε και βωμολοχούσε ρίχνοντας και πέτρες σ’ όσους τον πείραζαν. Αυτή η πλευρά του χαρακτήρα του Αρκοντή ναι έτσι ήταν. Όμως κάθισαν όλοι αυτοί να ρωτήσουν και να μάθουν τα πόσα τράβηξε και συνέχιζε να τραβά μέχρι την ημέρα του θανάτου του;

 

Μελετώντας κάποιος τον χαρακτήρα του Αρκοντή, θα εύρισκε ένα σωρό ευαισθησίες που πιθανόν ένας άλλος άνθρωπος «σωστός» δεν θα είχε.

Πρώτα απ’ όλα αγαπούσε, εκτιμούσε και νοιαζόταν τους φτωχούς συνανθρώπους του, ιδίως τους άλλους ανάπηρους επαίτες, τυφλούς, κουτσούς, πνευματικά ελλιπείς κ.λπ. Όμως πολύ ιδιαίτερη αγάπη έτρεφε στα φτωχά παιδιά, τα οποία φρόντιζε όσο περισσότερο μπορούσε.

 

Την εποχή που δραστηριοποιόταν στη Λεμεσό ο Αρκτοντής (1940 - 1960) δεν υπήρχε οποιαδήποτε φροντίδα από το κράτος σ’ αυτές τις κατηγορίες ανθρώπων που προανέφερα. Έτσι η επαιτεία βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Σε κάθε καντούνι της πόλης ήταν αδύνατο να μη συναντήσει κάποιος διάφορους επαίτες και πρώτο και καλύτερο τον Αρκοντή. Τον φιλάνθρωπο χαρακτήρα του, τον γνώριζαν αρκετοί, ήταν μάλιστα ο πρώτος στις εισπράξεις μεταξύ των επαιτών. Όλα αυτά τα χρήματα που μάζευε, τα μοίραζε στους άλλους επαίτες που δεν είχαν τη δυνατότητά του στις εισπράξεις. Πολύ λίγα χρήματα φύλαγε για τον εαυτό του και τη μητέρα του. Επίσης μ’ ένα μέρος απ’ αυτά τα χρήματα αγόραζε καραμέλες και τις προσέφερνε με μεγάλη ευχαρίστηση στα φτωχά παιδιά των διαφόρων φτωχογειτονιών, όπως ήταν η μπαραγκογειτονιά του Αγίου Νικολάου, των Κούπων, της Παμπούλας και αλλού.

 

Εκτός από καραμέλες, εάν αντιλαμβανόταν ότι δεν είχαν κάτι να φάνε, τους έδινε και κάποια χρήματα απ’ αυτά που έπαιρνε από την επαιτεία. Η φτώχεια και η πείνα την τότε εποχή ήταν πολύ μεγάλη και ο Αρκοντής με τις μεγάλες του ευαισθησίες προσπαθούσε να βοηθήσει, όσο μπορούσε.

Είναι αναρίθμητες οι περιπτώσεις όπου αφού ρωτούσε τους άλλους επαίτες εάν είχαν να φάνε, πήγαινε σε φιλικά του εστιατόρια φέρνοντάς τους ένα πιάτο φαγητό, όμως με τη συμφωνία να επιστρέψει το πιάτο, πράγμα που το τηρούσε με αυστηρότητα. Ο σουβλατζιής Πατίκης στην οδό Γλάδστωνος, ήταν ο τακτικός του τροφοδότης σουβλακιών, όχι για τον εαυτό του αλλά για τους άλλους, και το χαιρόταν ο Πατίκης. Και δεν ήταν ο μοναδικός εστιάτορας που του προσέφερνε φαγητό αφού γνώριζε και τον σκοπό που το ζητούσε. Στο μεγάλο Παντοπουλείο (Α’ Δημοτική Αγορά) πήγαινε από τους πρώτους πρωί - πρωί. Γύριζε σ’ όλους τους μανάβηδες και αυτοί με ευχαρίστηση του έδιναν τουλάχιστο από ένα φρούτο. Ένα μήλο, ένα αχλάδι, ένα πορτοκάλι καμιά μπανάνα κ.λπ., όπου τα τοποθετούσε μέσα στη σεντόνα του.

 

Γνώριζε την ώρα που τα παιδιά του διπλανού ελληνικού γυμνασίου και του διπλανού δημοτικού σχολείου (ήσαν και τα δύο σχολεία στον σημερινό χώρο στάθμευσης Α. Θεμιστοκλέους κοντά στο Παντοπουλείο), θα έβγαιναν στο διάλειμμά τους. Πήγαινε τρεχάτος όσο μπορούσε και έπαιρνε τη θέση του στα σκαλοπάτια της εισόδου. Εκεί κατέφθαναν όλοι οι φτωχοί μαθητές και τους έδινε από ένα φρούτο, ίσως και κανένα σελίνι. Αυτό το έκανε κάθε μέρα, γεμίζοντας από χαρά και αγαλλίαση. Έπαιρνε τον δρόμο περπατητός και τις περισσότερες φορές ανυπόδητος, για τις φτωχογειτονιές. Φθάνοντας εκεί, τα παιδιά έτρεχαν πάνω του ζητώντας του να τους δώσει κανένα σελινούι και καραμέλες (κουφέτες).

 

Στο αυτοκίνητο του Πλουτή Σέρβα

 Ήταν γνώστης της κατάστασης που υπήρχε στις φτωχογειτονιές, με τα παραμελημένα παιδάκια που δεν μπορούσαν να πάνε σχολείο, εγκαταλελειμμένα από τους γονείς τους, που έτρεχαν για ένα φτωχομεροκάματο.

 

Όλα αυτά τα ανέφερε στον τότε δήμαρχο Λεμεσού Πλουτή Σέρβα, που με μεγάλες δυσκολίες τον άφησαν οι υπάλληλοι του δήμου να τον επισκεφτεί. Στο γραφείο του ο δήμαρχος άκουσε από τον Αρκοντή για τις φτωχογειτονιές και τα εγκαταλελειμμένα παιδάκια. Μάλιστα ο δήμαρχος Σέρβας τον προσκάλεσε να επισκεφθούν μαζί, με το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο και τον οδηγό του τη φτωχογειτονιά του Αγίου Νικολάου. Ο Αρκοντής δεν δεχόταν να μπει στο αυτοκίνητο του δημάρχου φοβούμενος ότι θα γίνει κι αυτός περίγελο των διαφόρων που θα τους έβλεπαν μαζί στο αυτοκίνητο, πράγμα που συνέβη. Φθάνοντας στην τσιγκογειτονιά του Αγίου Νικολάου, κατέβηκαν από το αυτοκίνητο πηγαίνοντας μέσα στις παράγκες. Όλα τα παιδιά γνώριζαν τον Αρκοντή, ενώ δεν γνώριζαν καθόλου τον δήμαρχο.

 

Ο Σέρβας βλέποντας την κατάσταση με τα εγκαταλειμμένα παιδιά αποφάσισε να κτίσει την Παιδική Στέγη εκεί που είναι ο χώρος στάθμευσης του Εναέριου, προσφέροντας ένα χώρο διαμονής και φροντίδας.

 

Έψαλε σιγανά έξω από τις εκκλησίες

 Του άρεσε κάθε Κυριακή πρωί να πηγαίνει έξω από τις εκκλησίες για να ζητιανεύει και ταυτόχρονα για να ακούει τη λειτουργία, όπου μεγάλο μέρος γνώριζε και έψαλε σιγανά κι αυτός.

 

Σε ερώτηση κάποιων που τον άκουγαν να ψάλει, γιατί δεν μπαίνει στην εκκλησία, τους έλεγε «δεν μου επιτρέπουν οι επίτροποι γιατί είμαι ανυπόλητος». Στην Ορθόδοξη Χριστιανική μας πίστη είναι πολύ γνωστό ότι αγιοποιήθηκαν άνθρωποι που συμπεριφέρονταν, κάποιες φορές, σαν τρελοί, χορεύοντας, πηδώντας, φωνάζοντας. Ήταν οι ονομαζόμενοι «σαλοί», δηλαδή σαλεμένοι άνθρωποι του Θεού.

 

Ο Αρκοντής φρόντιζε ακόμη και τον πατέρα του που τον παραγνώρισε και τον εγκατέλειψε, αλλά και που ο ίδιος κατέληξε να είναι πάμπτωχος, παίρνοντάς του κρυφά, μερικά χρήματα κάθε πρωί.

 

Ο Αρκοντής σκοτώθηκε από χτύπημα αυτοκινήτου μια χειμερινή βροχερή βραδιά, η ώρα 6 - 7 στις 14 Νοεμβρίου του 1970 στην οδό Αγίας Ζώνης πιο πάνω από τον κινηματογράφο ΑΡΙΕΛ, που οδηγεί στη Μέσα Γειτονιά σε ηλικία περίπου 63 χρονών.

 

Τα πειράγματα που δεχόταν

 Φαίνεται εκεί που διέμενε μαζί με τη μητέρα του μέσα στη μικρή παράγκα, κάποιοι νεαροί θέλοντας να τον ενοχλήσουν, εντόπισαν περνώντας έξω απ’ αυτή ότι κοιμόταν μαζί με τη μητέρα του στο ίδιο κρεβάτι. Αυτό ήταν… άρχισαν να του φωνάζουν διάφορα όπως «Ου, ου, ου…» ή το «σύρτου τζιει μανά τζιαι εν να με κολάσεις», ή το «αμάν το πόι σου μανά οξάν το πόι της καρκόλας» και άλλα, κάνοντάς τον να γίνεται έξαλλος, αρχίζοντας να τους λιθοβολεί, βρίζοντάς τους με βαριές λέξεις. Αυτά τα χούγια του γενικεύτηκαν σ’ όλη τη Λεμεσό και κατέληξε να είναι η «ατραξιόν» (αυτό που προσέλκυε) όλους σχεδόν τους Λεμεσιανούς.

 

Απ’ όπου περνούσε γινόταν το σώσε, όπου αυτός δεχόμενος τα πειράγματα των διαφόρων, άρχιζε να τους πετάει πέτρες βρίζοντάς τους ανάλογα. Όμως, αρκετοί θέλοντας να τον καλοπιάσουν ή αναγνωρίζοντας τον σκοπό των χρημάτων που μάζευε, του προσέφερναν χρήματα με την όρεξή τους. Σ’ αυτές τις οικονομικές του «δοσοληψίες» με τον κόσμο, φαίνεται ότι κάποιος του είπε εάν είχε δύο μονά σελίνια.

 

Τι το ήθελε να του το πει, έγινε θηρίο και από εκείνη τη στιγμή προστέθηκε κι αυτή η έκφραση πειράγματός του, το «δώσ’ μου δκυο μονά».

 

 

 

 

Πηγές 

Αδάμος Κόμπος,  Ο «Αρκοντής» της Λεμεσού

Πιτσιλλίδης Λεωνίδας (Έκδοση 2012), Ο Αρκοντής, Αυτοέκδοση  

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image