Στιούαρτ Μπάζιλ

Image

Ο Βρετανός Μπάζιλ Στιούαρτ (Basil Stewart) υπήρξε ένας από τους πιο αξιόλογους επισκέπτες της Κύπρου κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και συγγραφέας ενός βιβλίου για την Κύπρο.

 

Ο Μπάζιλ Στιούαρτ υπήρξε συγγραφέας διαφόρων βιβλίων, μεταξύ των οποίων το: «The Land of the Maple Leaf» (=Η Χώρα του Φύλλου του Σφενδάμνου) και το: Railway Surveying  (=Σιδηροδρομική Επισκόπηση). Επίσης, το: My Experiences of Cyprus (=Οι Εμπειρίες μου από την Κύπρο).  Τεχνικός των σιδηροδρόμων, ο Μπάζιλ Στιούαρτ ήλθε στην Κύπρο το 1904 για να εργαστεί στη δημιουργία του Κυπριακού Σιδηροδρόμου, ο οποίος πρωτολειτούργησε στο νησί το 1905, αρχικά στη διαδρομή Λευκωσίας- Αμμοχώστου. Παρέμεινε στην Κύπρο μέχρι το 1906 και την γνώρισε πολύ καλά, μάλιστα επέδειξε και μεγάλο ενδιαφέρον για τα αρχαία και μεσαιωνικά μνημεία του νησιού. Το βιβλίο του για την Κύπρο, που προφανώς το έγραψε ενώ ευρισκόταν στο νησί, εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1906 και απέσπασε πολύ καλές κριτικές από τον βρετανικό Τύπο. Επανεκδόθηκε στη Νέα Υόρκη το 1908. Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο κοσμήθηκε και με 50 φωτογραφίες τις οποίες είχε βγάλει στην Κύπρο ο ίδιος ο συγγραφέας.  Σχεδόν στο σύνολό τους, οι φωτογραφίες αυτές αποτελούν και από μόνες τους πολύ αξιόλογο υλικό για την προσωπογραφία της Κύπρου των αρχών του 20ού αιώνα.

 

Ολόκληρο το βιβλίο του Μπάζιλ Στιούαρτ για την Κύπρο, μεταφράστηκε για πρώτη φορά στην ελληνική από τον Άντρο Παυλίδη, ο οποίος και περιέλαβε το πλήρες κείμενο στο έργο του Η Κύπρος Ανά τους Αιώνες... (τόμος Γ', 1995, σσ. 1320-1392), μαζί με σημειώσεις και σχόλια.

 

Ο Στιούαρτ λέγει στον επίλογό του ότι προσπάθησε, γράφοντας για την Κύπρο, να ήταν αμερόληπτος, βασιζόμενος στα γεγονότα και δοκιμάζοντας να δώσει μια αληθινή εικόνα των πραγμάτων. Σε αντίθεση προς άλλους Βρετανούς (όπως ο Χέπγουωρθ Ντίξον), ο Στιούαρτ τα κατάφερε σε μεγάλο βαθμό, υπήρξε έντιμος και δεν δίστασε, όπου νόμιζε, να κρίνει και επικρίνει την ίδιά του τη χώρα αλλά και τη (βρετανική) αποικιακή κυβέρνηση της Κύπρου. Διάφορες εκτιμήσεις του υπήρξαν ορθές, άλλες όχι. Μεταξύ των λανθασμένων εκτιμήσεών του, μερικές ήταν πολιτικές. Ιδίως η άποψή του ότι το ενωτικό αίτημα των Ελλήνων Κυπρίων δεν ήταν παρά θόρυβος λίγων ατόμων με προσωπικά κίνητρα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν καθολικό λαϊκό αίτημα, αποδεικνύει ότι δεν κατόρθωσε να κατανοήσει κάποια βασικά πράγματα-όχι από κακή πρόθεση αλλά από μη επαρκή ιστορική γνώση και από αδυναμία αντίληψης. Λανθασμένη αποδείχθηκε και η θέση του ότι η Κύπρος δεν ήταν χρήσιμη στη Μεγάλη Βρετανία, διότι αντιθέτως η Κύπρος υπήρξε ιδιαίτερα και πολλαπλά χρήσιμη στη χώρα του.

 

Από ιστορικής πλευράς, ο συγγραφέας εργάστηκε ευσυνείδητα, ανέτρεξε σε πηγές και σε βοηθήματα, αλλά σήμερα οι ιστορικές του αναφορές είναι ξεπερασμένες και ελλιπείς. Πάντως ο Στιούαρτ προσπάθησε (σε αντίθεση προς άλλους Βρετανούς) να προσεγγίσει τους Κυπρίους, να τους μάθει ή να τους καταλάβει, να γνωρίσει τα έθιμα και τις συνήθειές τους, ενώ προχωρεί και σε σύγκριση Ελλήνων και Τούρκων. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν όμως οι πλείστες όσες πληροφορίες και περιγραφές που ο συγγραφέας δίνει για την Κύπρο των αρχών του 20ού αιώνα.  Μία Κύπρο που εισερχόταν δειλά-δειλά στο στάδιο της ανάπτυξης. Η περιγραφή από τον Στιούαρτ των πόλεων και της υπαίθρου, αποτελεί σήμερα αξιόλογη μαρτυρία, και γενικά το έργο του για την Κύπρο είναι τεκμήριο μιας πολύ ενδιαφέρουσας στιγμής της Κύπρου, της στιγμής μιας μεγάλης, βαθιάς ουσιαστικής και καθοριστικής αλλαγής, σε όλους τους τομείς.