Λάρνακα πόλη

Τουρκοκρατία

Image

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (1570/71-1878) η πορεία της πόλης ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας, μεταξύ των ξένων επισκεπτών περιλαμβάνονταν και μερικοί διανοούμενοι, μελετητές των αρχαιοτήτων και της φυσικής ζωής του νησιού. Απ’ αυτούς έχουμε μερικές γραπτές περιγραφές με τις οποίες δίνεται η εντύπωση ότι κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκικής κατοχής τόσο η Λάρνακα όσο και η Σκάλα παρουσίαζαν εικόνα παρακμής. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Ολλανδού Ιωάννη Κοτόβικου (Johan Van Kottwyck) το 1598, την οποία και παραθέτουμε στο πλαίσιο του παρόντος λήμματος. Ο Κοτόβικος ονομάζει την πόλη Commercio, δηλαδή εμπορικό κέντρο. Πρόκειται για τη Σκάλα που, την εποχή αυτή, διαχωρίζεται σαφώς από τη Λάρνακα. Ο διαχωρισμός της πόλης σε δυο χωριστούς οικισμούς απαντάται κι αργότερα. Σε χάρτες του 1745 και του 1754 για παράδειγμα, σημειώνονται καθαρά δυο διαφορετικοί οικισμοί: εκείνος της Λάρνακας (Ernica ή Larneca) προς τα βόρεια κι εκείνος των Αλυκών (Salines) προς τα νότια. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε προγενέστερους χάρτες (για παράδειγμα στον χάρτη του Α. Ortelius του 1573) σημειώνεται ένας μόνο οικισμός με την ονομασία Arnacho, κι αυτός κάπως προς τα ενδότερα κι όχι επί της παραλίας.

 

Η εκκλησία του μοναστηριού των Φραγκισκανών που αναφέρει ο Κοτόβικος, έγινε γνωστή ως Σάντα Μαρία ντι Λάρνακα (Αγία Μαρία της Λάρνακας), σ’ αυτήν δε εκκλησιαζόταν η ευρωπαϊκή παροικία της πόλης. Το μοναστήρι, εκτός από δυο κοιτώνες, είχε και καλό φαρμακείο κι εξαίρετη βιβλιοθήκη. Φιλοξενία στους ξένους, έναντι μικρής πληρωμής, πρόσφερε και το μοναστήρι των Καπουτσίνων, του οποίου η εκκλησία ήταν ο χώρος λατρείας των Γάλλων (διπλωματικών υπαλλήλων και άλλων). Το μοναστήρι αυτό, εκτός από ελεημοσύνες, έπαιρνε σημαντική βοήθεια από το γαλλικό προξενείο της πόλης. Είχε μικρό αριθμό μοναχών, περίπου τρεις, εκ των οποίων ο ένας είχε την ευθύνη του σχολείου για τα παιδιά ολόκληρης της ευρωπαϊκής παροικίας της πόλης.

 

Οι Μωαμεθανοί και άλλοι επισκέπτες, που δεν είχαν πού να μείνουν, κατέφευγαν στο χάνι που λειτουργούσε κοντά στο κάστρο της πόλης. Το κάστρο (αυτό που σώζεται μέχρι σήμερα) είχε κτιστεί από τους Τούρκους κατά το 1625, σύμφωνα προς μαρτυρία του αββά Τζιοβάννι Μαρίτι. Φαίνεται όμως πως μάλλον είχε αντικαταστήσει το παλαιότερο κάστρο των Λουζινιανών, που είχε υποστεί καταστροφές. Σε σχέδιο του Olivier Dapper (Άμστερνταμ, 1688) της Λάρνακας, διακρίνεται ευκρινώς το μικρό κάστρο στη νότια άκρη της πόλης. Όσο για τα χάνια, αργότερα ιδρύθηκαν και λειτούργησαν και αρκετά άλλα χάνια και καμηλαριά στην πόλη (χάνι του Αγίου Λαζάρου, χάνι του Μπέη, χάνι του Στρούθου, χάνι του Μούκκα κ.α.).

 

Οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν το μικρό κάστρο της πόλης ως τόπο διαμονής στρατιωτικής φρουράς αλλά και για προστασία του αγκυροβολίου, δεν ενδιαφέρονταν όμως καθόλου για τη συντήρησή του, αν κρίνουμε και από αναφορές σ’ αυτό μερικών ξένων όπως του ντε Βεζέν (de Vezin) που το θεωρούν ασήμαντο. Ο Τζων Χέυμαν (John Heyman), στις αρχές του 18ου αιώνα, γράφει πως το κάστρο ήταν είδος ραβελίνου με 8 κανόνια για την προστασία του λιμανιού από τους κουρσάρους. Ο Αλ. Ντράμμοντ (Drummond), κατά τα μέσα του ίδιου αιώνα, μας πληροφορεί ότι στο κάστρο οι Τούρκοι διατηρούσαν ισχυρή φρουρά. Ο Μαρίτι, πάλι, λέγει ότι την φρουρά αποτελούσαν Γενίτσαροι. Το κάστρο κατέλαβε και χρησιμοποίησε ο Τζαφέρ μπέης, που είχε σταλεί στην Κύπρο με 4 καράβια και 200 άνδρες για να αντιμετωπίσει την εξέγερση υπό τον Χαλίλ* αγά κατά το 1765-1766.

 

Ως τις αρχές του 18ου αιώνα, τόσο η Λάρνακα όσο και η Σκάλα έδιναν την εντύπωση χωριών μάλλον παρά πόλης, «με πολύ χαμηλά σπίτια (κτισμένα) από ξεραμένο άργιλλο (=πλινθάρι), με ένα ή δυο πατώματα και στέγη επίπεδη και χωμάτινη». Εκείνα των ξένων, ωστόσο, ήσαν ψηλότερα και με περισσότερες ανέσεις˙ μερικά μάλιστα ήσαν υπερβολικά μεγάλα ενώ, κατά τον αββά Μαρίτι, και μερικοί ντόπιοι — Έλληνες και Τούρκοι — είχαν ευρύχωρα σπίτια. Καλύτερο απ’ όλα, κατά τις αρχές του 18ου αιώνα, ήταν το σπίτι του προξένου της Αγγλίας που, αν και ήταν κι αυτό κτισμένο με πλινθάρι, ήταν ωραία στολισμένο κι είχε και μεγάλη αίθουσα υποδοχής. Εντύπωση πάντως στους ξένους επισκέπτες έκαναν οι κήποι των σπιτιών, με διάφορα λουλούδια και καρποφόρα δέντρα, χάρις στα οποία η πόλη ξεχώριζε σαν όαση μέσα σ’ ένα κατά τα άλλα άγονο περιβάλλον κατά τον Μαρίτι, το πιο άγονο στην Κύπρο λόγω ελλείψεως νερού, με μόνο λίγες συκαμιές και φοινικιές. Σχετικά ο Κωνστάντιος, αρχιεπίσκοπος Σινά (βρισκόταν στη Λάρνακα κατά το 1766), λέγει ότι παλαιότερα στα χωράφια εκεί υπήρχαν φυτείες από ελαιόδεντρα και, επί ημερών του, διατηρούνταν ακόμη μισοκατεστραμμένες οι στέρνες μέσα στις οποίες αποθηκευόταν το λάδι.

 

Τα «κουσουλάτα»: Σημαντικότατο ρόλο στην πολιτική, εμπορική, κοινωνική και, γενικότερα, οικονομική ζωή της πόλης της Λάρνακας, διεδραμάτισαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας τα κουσουλάτα (consulates), δηλαδή τα προξενεία (και υποπροξενεία) διαφόρων χωρών. Τα προξενεία αυτά, που είχαν διαδραματίσει σοβαρό ρόλο σε διάφορους τομείς για ολόκληρη την Κύπρο, έδρευαν στην πόλη της Λάρνακας ή και στη Σκάλα. Περί τα 35 κουσουλάτα λειτούργησαν στην πόλη και τα περισσότερα υπάγονταν στα προξενεία των χωρών τους που έδρευαν σε γειτονικές χώρες ή στην Κωνσταντινούπολη. Οι ξένοι πρόξενοι και υποπρόξενοι με τις οικογένειές τους, καθώς και τα λοιπά μέλη των διαφόρων υπαλλήλων των διπλωματικών αυτών ιδρυμάτων, προσέδιδαν με την παρουσία τους ένα κοσμοπολίτικο τόνο στην κοινωνική ζωή της πόλης, που δεν απαντάται σε καμιά άλλη πόλη της Κύπρου κατά τη σκοτεινή εποχή της τουρκικής κατοχής. Κοντά σ’ όλους αυτούς, προσετίθεντο και οι ξένοι έμποροι και οι υπάλληλοι των διαφόρων εμπορικών οίκων που εκπροσωπούνταν στην Κύπρο με επιχειρήσεις στη Λάρνακα - Σκάλα. Εκτός από τον ρόλο των κουσουλάτων στα πολιτικά πράγματα της Κύπρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (για τον οποίο γίνεται λεπτομερώς λόγος στο λήμμα προξενεία), οι ξένοι που διέμεναν στη Λάρνακα - Σκάλα είχαν αποφασιστικά επιδράσει και επί της κοινωνικής, πνευματικής και οικονομικής ζωής της πόλης έφερναν μαζί τους τον «αέρα» της Ευρώπης, σε μια εποχή κατά την οποία το νησί είχε διακόψει αναγκαστικά τις πολιτιστικές και άλλες σχέσεις με τη Δύση και είχε περιέλθει σε κατάσταση όχι μόνο οικονομικής, αλλά και πολιτιστικής εξαθλιώσεως. Στο κοσμοπολίτικο κλίμα της πόλης συνέβαλλαν με την παρουσία τους και τα πληρώματα ή και οι επιβάτες των καραβιών που χρησιμοποιούσαν το λιμάνι της Λάρνακας. Η πόλη ήταν, ως εκ τούτου, γνωστή σαν φραγκόπολις, σ’ αντίθεση προς την πρωτεύουσα Λευκωσία που ήταν γνωστή ως τουρκόπολις επειδή σ’ αυτήν επικρατούσε τότε το τουρκικό στοιχείο. Η Λάρνακα, γράφει ο αρχιεπίσκοπος Σινά Κωνστάντιος, εξαπλώνεται μέρα με τη μέρα, όχι μόνο από απόψεως κτισμάτων, αλλά και από την ευγένεια κι ανάπτυξη των κατοίκων της, των οποίων οι τρόποι είναι αβροί, ευχάριστοι και κοινωνικοί.

 

Τα περισσότερα κουσουλάτα βρίσκονταν συγκεντρωμένα στην περιοχή της εκκλησίας της Χρυσοπολίτισσας, κοντά στη Μητρόπολη, αλλά και στην παραλία και στον «φραγκομαχαλλά».

 

Το 1605, δηλαδή μόλις 35 χρόνια μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου, λειτουργούσαν ήδη στη Λάρνακα - Σκάλα προξενεία της Βενετίας, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Φλάνδρας, σύμφωνα προς τον ταξιδιώτη Peter Teixeira. Αρχικά, βασικός σκοπός των διπλωματικών αυτών αποστολών ήταν η εξυπηρέτηση των ξένων εμπόρων και των καραβιών των χωρών που αντιπροσώπευαν. Υπηρετούσαν δηλαδή τα εμπορικά συμφέροντα των χωρών τους, γι’ αυτό και λειτούργησαν στη Λάρνακα - Σκάλα που αποτελούσε το βασικό λιμάνι του νησιού. Η Αγγλία για παράδειγμα, κατά τα τέλη του 16ου αιώνα εισήγαγε από την Κύπρο βαμβάκι, λέγεται μάλιστα ότι το κυπριακό βαμβάκι, μαζί μ’ εκείνο που εξαγόταν από τη Σμύρνη, αποτέλεσαν τη βάση της βιομηχανίας βαμβακερών υφασμάτων της περιοχής Λάνκασαϊαρ.

 

Το 1636 κάποιος Ρίτσαρντ Γκλόβερ (Richard Glover) υπηρετούσε ως υποπρόξενος της Αγγλίας στη Λάρνακα, ευρισκόμενος υπό τον πρόξενο στο Χαλέπι. Το 1625, ο επισκέπτης Πιέτρο Ντέλλα Βάλλε (Pietro Della Valle) αναφέρει ότι είχε συναντήσει στη Λάρνακα τον Αλέξανδρο Γονέμη (Αl. Goneme), πρόξενο της Βενετίας η οποία συνέχιζε τις εμπορικές της δραστηριότητες, παρά την απώλεια της Κύπρου το 1570. Το 1673 υπάρχουν κι άλλες πληροφορίες για δραστηριότητες του γαλλικού προξενείου στη Λάρνακα. Αργότερα ιδρύθηκαν και λειτούργησαν και πολλά άλλα προξενεία ή υποπροξενεία, όπως της Ολλανδίας, της Σουηδίας, της Νορβηγίας, της Ρωσίας, της Νεαπόλεως, της Τοσκάνης, της Ραγούζας, της Αυστρίας, της Πρωσσίας, της Ιονίου Πολιτείας (Επτανήσου), της Σαρδηνίας, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής μετά την ανεξαρτησία τους, της Ελλάδας μετά την ανεξαρτησία της και άλλα. Το ελληνικό προξενείο λειτούργησε από το 1866, αλλά οι Τούρκοι αρνούνταν στον πρόξενο της Ελλάδας το δικαίωμα να προστατεύει τους Έλληνες κυπριακής καταγωγής.

 

Διάφορα προξενεία της Λάρνακας λειτούργησαν κατά καιρούς παραρτήματα (υποπροξενεία) στη Λευκωσία ή και σε άλλες πόλεις της Κύπρου, ανάλογα προς τα εμπορικά και άλλα συμφέροντά τους στο νησί. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ως πρόξενοι ή υποπρόξενοι ξένων χωρών υπηρέτησαν κατά καιρούς και αρκετοί  Έλληνες την καταγωγή, εγκατεστημένοι στην Κύπρο (όπως ο Αντώνιος Βοντιτζιάνος, ο Κωνσταντίνος Περιστιάνης κ.α.).

 

Αρκετοί ξένοι πρόξενοι, υποπρόξενοι καθώς και άλλοι διπλωματικοί υπάλληλοι, ασχολούνταν και οι ίδιοι με το εμπόριο και πολλοί έπαιρναν προμήθειες επί της αξίας των διακινουμένων από τη Λάρνακα εμπορευμάτων.

 

Άλλοι πάλι επιδίδονταν σε διάφορες άλλες επικερδείς δραστηριότητες, από τοκογλύφοι (δάνειζαν τους Κυπρίους γεωργούς και χωρικούς με τόκο που σχεδόν πάντοτε ξεπερνούσε το 20%) μέχρι αρχαιοκάπηλοι. Μεταξύ των αρχαιοκαπήλων, περιβόητος υπήρξε ο πρόξενος των Ηνωμένων Πολιτειών Τσεσνόλα* (Cesnola) που κυριολεκτικά λεηλάτησε όλους σχεδόν τους γνωστούς αρχαιολογικούς χώρους της Κύπρου κατά τον 19ο αιώνα και φυγάδευσε αμύθητης αξίας θησαυρούς.

 

Μέσα στην «εξευρωπαϊσμένη» ατμόσφαιρα της Λάρνακας άρεσε στους διπλωμάτες να κάνουν επίδειξη του αξιώματός τους σε κάθε ευκαιρία. Οι πρόξενοι ή υποπρόξενοι κατά τις επίσημες εξόδους τους περιφέρονταν φορώντας τις στολές τους, που τις έκαναν όσο το δυνατό πιο φαντακτερές με πλούσιο διάκοσμο, συνοδεύονταν δε και φρουρούνταν από τους καβάζηδες, ντυμένους επίσης φαντακτερά. Η προσήλωση εξάλλου στο πρωτόκολλο ήταν ιδιαίτερα αυστηρή και κάποτε έφθανε μέχρι την υπερβολή ή ακόμη και τη γελοιότητα. Καβάζηδες ήσαν οι επιφορτισμένοι με την ευθύνη φρούρησης των προξένων, οι προσωπικοί τους σωματοφύλακες, ντυμένοι με φαντακτερά ανατολίτικα ρούχα. Κάθε προξενείο είχε τους δικούς του καβάζηδες, αργότερα όμως, ιδίως μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου (1878 κ.ε.), ο θεσμός παρέμεινε περισσότερο ως διακοσμητικός. Μάλιστα κατά τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα βρισκόταν σε υπηρεσία μόνο ένας καβάζης, που εξυπηρετούσε όλα τα προξενεία της πόλης από τα οποία εκαλείτο σε υπηρεσία όταν οι πρόξενοι πραγματοποιούσαν επίσημες εξόδους. Εξάλλου μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου άρχισαν να μειώνονται και τα προξενεία της Λάρνακας, αρκετά από τα οποία έκλεισαν ενώ τα υπόλοιπα σταδιακά μεταφέρονταν πλέον στην πρωτεύουσα Λευκωσία.

 

Τα προξενεία της Λάρνακας συχνά επενέβαιναν στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου, αναμειγνύονταν σε κοινωνικά και άλλα ζητήματα, παρείχαν πολλές φορές προστασία σε καταδιωκόμενους Έλληνες της Κύπρου, μεσολαβούσαν στις τουρκικές αρχές για πολλά θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης, προέβαιναν συχνά σε ενέργειες προκειμένου να αποφεύγονται οι αυθαιρεσίες των τουρκικών αρχών (όπως η υπερβολική φορολογία), γενικά δε αποτελούσαν τροχοπέδη σε ένα σωρό καταπιέσεις των αρχών προς τον ντόπιο πληθυσμό. Υπήρξαν ωστόσο και περιπτώσεις που διπλωμάτες υπάλληλοι των προξενείων συνεργάζονταν με τις τουρκικές αρχές, αποβλέποντας στον ατομικό πλουτισμό, χρησιμοποιώντας προς τούτο και αθέμιτα μέσα.

 

Η παρουσία των προξενείων και των Ευρωπαίων κι η επικράτηση του ελληνικού στοιχείου στη Λάρνακα, δημιουργούσαν όχι μόνο πιο κοινωνική αλλά και πιο φιλελεύθερη ατμόσφαιρα στην πόλη αυτή παρά στην πρωτεύουσα Λευκωσία. Στη Λάρνακα ο λαός ένιωθε πιο ελεύθερος να εκφράζει τα συναισθήματά του απέναντι στις διάφορες ευρωπαϊκές δυνάμεις, μέσω των προξένων τους, κι ακόμη απέναντι στην Πύλη, όταν δινόταν η κατάλληλη ευκαιρία. Έτσι πριν ακόμη την κήρυξη του Κριμαϊκού πολέμου, στον οποίο η Ρωσία πολέμησε την Οθωμανική αυτοκρατορία με συμμάχους την Αγγλία και τη Γαλλία, στη Λάρνακα ακούστηκε το σύνθημα «Ζήτω ο αυτοκράτορας Νικόλαος, κάτω ο σουλτάνος». Στην υπόλοιπη Κύπρο ο λαός φοβόταν τότε μήπως οι τουρκικές αρχές κι ο όχλος στραφούν εναντίον του, ιδιαίτερα μετά την ολοσχερή καταστροφή του τουρκικού στόλου στη Σινώπη από τον ρωσικό. Στην Πάφο πολλοί κάτοικοι κατέφυγαν στα βουνά ενώ ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος έστειλε εγκύκλιο για να διαβαστεί στις εκκλησίες της μητρόπολης Κιτίου, με την οποία ζητούσε από τους Λαρνακιώτες, με τιμωρία αφορισμό, πίστη στον σουλτάνο. Σ’ ελληνικό καφενείο της πόλης εξάλλου αναρτήθηκε εικόνα του τσάρου Νικολάου Α΄ κι ενός Έλληνα να καταπατά το τουρκικό λάβαρο με το μισοφέγγαρο. Μετά τον πόλεμο στο τελωνείο της πόλης ανακαλύφθηκαν το 1864 επαναστατικά φυλλάδια που στάληκαν από την Αθήνα, γραμμένα όπως πιστεύεται από την Ερατώ Καρύκη*, η οποία είχε διδάξει σε σχολείο στη Λευκωσία. Στη φιλελεύθερη ατμόσφαιρα της Λάρνακας - Σκάλας συνέβαλλε, μετά τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους, και η συχνή παρουσία ελληνικών καραβιών στο λιμάνι της, τα οποία συχνά υπερέβαιναν σε αριθμό ακόμη κι αυτά της Γαλλίας. Οι Λαρνακιώτες μαζεύονταν συνήθως στην παραλία για να καμαρώσουν την ελληνική σημαία που κυμάτιζε στα κατάρτια των καραβιών.

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image