Λάρνακα πόλη

Αναφορές ξένων επισκεπτών

Image

Μεταξύ των ξένων που βρέθηκαν κατά καιρούς στη Λάρνακα - Σκάλα κι έγραψαν εντυπώσεις τους από την πόλη, αναφέρουμε τον Δρα Χιουμ (Dr. Hume) που το 1801 γράφει ότι υπήρχαν στη μαρίνα της Λάρνακας καταστήματα με βαμβακερά υφάσματα, μεταξωτά είδη, σιδερένια σκεύη, μέχρι πίπες καπνού και ελληνικά βιβλία. Κληματαριές πρόσφεραν δροσιά τα καλοκαίρια σε μερικούς δρόμους, ενώ οι κήποι της πόλης πρόσφεραν ομορφιά με γιασεμιά και τριανταφυλλιές. Στις αυλές των σπιτιών, γράφει, είδα μεγάλα αγόρια να διδάσκουν ανάγνωση σε μικρότερα, όχι από χειρόγραφα αλλά από τυπωμένα βιβλία...

 

Ο Χένρυ Λάιτ (Henry Light), λοχαγός του πυροβολικού που είδε τη Λάρνακα το 1814, λέγει ότι στη Σκάλα όπου κατοικούσαν και Ελληνες και Τούρκοι, βρίσκονταν το τελωνείο και το εμπορικό κέντρο. Οι Τούρκοι απασχολούνταν κυρίως στο τελωνείο ενώ οι Έλληνες επιδίδονταν στο εμπόριο. Επικερδής ήταν ιδιαίτερα ο εφοδιασμός των πλοίων που ταξίδευαν από την Ανατολή προς την Ευρώπη. Πρόσεξε επίσης ο Λάιτ, στα χλωμά πρόσωπα των κατοίκων, την κακή επίδραση των ελών της περιοχής. Εξαιτίας των ελών, οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης την εγκατέλειπαν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες που τους περνούσαν στην εξοχή των βουνών. Κατά την παραμονή του στη Λάρνακα ο Λάιτ είδε και τον τότε αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρύσανθο. Στο μέγαρό του, λέγει, βρίσκονταν πολλοί Φράγκοι και Λεβαντίνοι (=Ευρωπαίοι της Ανατολής), όμως ο αρχιεπίσκοπος λίγους μόνο ξένους μπόρεσε να δει εξαιτίας της ασθενείας του. Ο Λάιτ λέγει επίσης ότι οι Βενετοί της Λάρνακας χρησιμοποιούσαν ακόμη τότε τη διάλεκτό τους, ενώ πολλοί Ευρωπαίοι συνεννοούνταν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας την ιταλική γλώσσα.

 

Ένας άλλος Άγγλος επισκέπτης, ο Ουΐλλιαμ Τέρνερ (William Turner) που είδε την πόλη το 1815, υπολόγισε τον πληθυσμό της Λάρνακας - Σκάλας σε 5-6.000, με 1.000 περίπου σπίτια στη Λάρνακα και 700 στη Σκάλα. Γράφει επίσης ότι στη Λάρνακα αισθάνθηκε ότι βρισκόταν σε μέρος περισσότερο πολιτισμένο απ’ ό,τι περίμενε ότι θά ’βρισκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η Λάρνακα, λέγει, ήταν η δεύτερη πόλη της Κύπρου τότε (μετά τη Λευκωσία) και το κύριο εμπορικό κέντρο˙ παρά το ότι οι δρόμοι της ήσαν χωρίς θεμέλιο και γεμάτοι λάσπες τον χειμώνα, όπως και σ’ άλλα μέρη της αυτοκρατορίας, ωστόσο η Λάρνακα είχε καλύτερα βοϊδάμαξα. Επίσης κάθε οικογένεια με ικανοποιητικό εισόδημα είχε το δικό της calesh (=όχημα παρόμοιο με μόνιππο) που το έσερνε άλογο και μ’ αυτό μπορούσε να ταξιδεύσει μέχρι τη Λευκωσία επειδή, παρά το ότι ο δρόμος ήταν άθλιος, το έδαφος ήταν ομαλό. Γράφει επίσης ο Τέρνερ ότι είδε πολλές λιμνούλες αρκετά βαθιές ανάμεσα στα έλη και κατά μήκος του δρόμου από τη Λάρνακα στη Σκάλα. Τον πληροφόρησε ο συνοδός του (ο πρόξενος Βοντιτζιάνος) ότι οι λιμνούλες σχηματίζονταν από τα νερά της βροχής, ότι παλαιότερα είχε κατασκευαστεί ένα άνοιγμα προς διοχέτευση των νερών στη θάλασσα, αλλά είχε κλείσει από τη λάσπη. Τα έλη προκαλούσαν ασθένειες τα καλοκαίρια και οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση εκτός από την τουρκική θα τα είχε αποξηράνει, λέγει ο Τέρνερ, μετατρέποντάς τα σε εύφορη γη για τους γεωργούς.

 

Οι εξαγωγές από το λιμάνι της Σκάλας ήταν, κατά τον Τέρνερ, κυρίως σιτηρά κι αλάτι προς την Κωνσταντινούπολη και τη Συρία, βαμβάκι, μαλλί, κριθάρι, κρασιά ποιότητος και ερυθρόδανο (ριζάρι) στην Ευρώπη, πικράγγουρα στη Βρετανία για φαρμακευτικούς σκοπούς και λευκό και κίτρινο μετάξι στην Αίγυπτο.

 

Τα έλη: Εκτός από την ύπαρξη της προσοδοφόρας αλυκής, μεγάλο πρόβλημα αποτελούσαν για πολλά χρόνια, στην περιοχή της Λάρνακας, οι ελώδεις εκτάσεις που ενισχύονταν από τα λιμνάζοντα νερά της βροχής, και ήταν μόνιμες εστίες μολύνσεων. Τα αίτια των ελωδών πυρετών, της μαλάριας (στην ιταλική mal-aria, δηλαδή νοσηρός αέρας) αποδίδονταν στα έλη της περιοχής, συγκεκριμένα δε στις αναθυμιάσεις­­· τους δεν γνώριζαν τότε ακόμη πως η ασθένεια οφειλόταν σε μικρόβιο που μεταδιδόταν με το δάγκωμα του ανωφελούς κουνουπιού το οποίο πολλαπλασιαζόταν στα έλη τα καλοκαίρια.

 

Από τα τέλη του 15ου αιώνα, ο Φέλιξ Φάμπερ (Felix Faber) γράφει ότι προσκυνητές που ταξίδευαν μαζί του, δεν αποβιβάστηκαν στη Λάρνακα αλλά παρέμειναν στο καράβι επειδή φοβούνταν το «μολυσμένο αέρα». Ένας ανώνυμος Άγγλος ταξιδιώτης, το 1779, περιγράφει τη διασκεδαστική ζωή των Ευρωπαίων στη Λάρνακα αλλά αναφέρεται επίσης και σε πολλούς θανάτους εξαιτίας των ελωδών πυρετών. Προσβλήθηκε μάλιστα κι ο ίδιος, καθώς κι η συντροφιά του, κι ύστερα από σύσταση ενός γιατρού ν’ απομακρυνθούν από την πόλη, κατέφυγαν στο εξοχικό σπίτι του προξένου της Βενετίας, σ’ απόσταση 10 μιλίων από τη Λάρνακα (πιθανόν στην περιοχή της Ορμήδειας) η κατάστασή τους όμως χειροτέρευε συνεχώς, γι’ αυτό τελικά εγκατέλειψαν την Κύπρο.

 

Κατά τον αιδεσιμότατο Έντουαρντ Ντάνιελ Κλαρκ (Edward Daniel Clarke), οι ελώδεις πυρετοί της Κύπρου ήταν χειρότεροι απ’ εκείνους άλλων παραλίων περιοχών της Μεσογείου επειδή επαναλαμβάνονταν σε μικρότερα διαστήματα και τελικά επέφεραν το θάνατο. Οι ντόπιοι υπέφεραν όπως και οι ξένοι, οι πρώτοι όμως άντεχαν περισσότερο στις προσβολές. Δικαιολογημένα οι Ευρωπαίοι απέδιδαν στους ελώδεις πυρετούς τη χλωμάδα των ντόπιων και την αδυναμία τους να κάνουν σκληρή δουλειά. Στις συχνές ασθένειες οφειλόταν η παρουσία πολλών γιατρών στη Λάρνακα: Γάλλων, Ιταλών, Αυστριακών, Ελλήνων, ακόμη και ντόπιων. Το 1835 ιδρύθηκε νοσοκομείο στο μοναστήρι των καλογραιών, με εισφορές της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας, όπου είχε διακριθεί τότε μια Γαλλίδα, η αδελφή Σοφία που με αυτοθυσία περιποιόταν τους ασθενείς, ακόμη κι εκείνους που υπέφεραν από χολέρα. Επίσης, με προσπάθειες του γαλλικού προξενείου, είχε ιδρυθεί περί τα μέσα του 19ου αιώνα και νοσοκομείο για απόρους.

 

Τα έλη ανάμεσα στη Λάρνακα και τη Σκάλα, εκτός από ασθένειες, προκαλούσαν και μεγάλες ενοχλήσεις τις νύκτες, με το αδιάκοπο τραγούδι των χιλιάδων βατράχων. Ιδιαίτερα ενοχλητικά ήσαν και τα κουνούπια, εκτός του ανωφελούς, που δεν άφηναν τους ανθρώπους να ησυχάσουν. Το πρόβλημα ήταν τεράστιο κατά τα καλοκαίρια, οπότε πολλοί από τους ξένους κατοίκους της πόλης την εγκατέλειπαν για να περάσουν την εξοχή τους σε άλλα μέρη του νησιού. Οι τουρκικές αρχές δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τη θεραπεία της καταστάσεώς με την αποξήρανση των ελών, και το πρόβλημα παρέμεινε μέχρι την επίλυσή του, τελικά, από τους Βρετανούς κατά την πρώτη περίοδο της Αγγλοκρατίας. Οι Βρετανοί έκαναν αποξηραντικά έργα και σε πολλά άλλα μέρη της Κύπρου όπου λίμναζαν τα νερά˙ μεταξύ των μέτρων που πήραν ήταν και η εισαγωγή πολλών χιλιάδων δενδρυλλίων ευκαλύπτων που φυτεύθηκαν σε πολλές περιοχές.

 

Εκτός όμως από τη μαλάρια, ως πολυσύχναστο λιμάνι, η Λάρνακα αντιμετώπιζε και κινδύνους από άλλες μεταδοτικές ασθένειες (πανώλης, ευλογιά, χολέρα κ.α.) που μάστιζαν τις γύρω χώρες. Προς αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου, είχε λειτουργήσει στην πόλη λοιμοκαθαρτήριο (λαζαρέττο), για το οποίο γίνεται λόγος πιο κάτω.

 

Ίσως οφειλόταν στους ελώδεις πυρετούς ο θάνατος ενός κοριτσιού, του οποίου την ταφή στη Λάρνακα παρακολούθησε το 1518 ο Φλαμανδός Ζακ Λα Σαιτζ (Jacques le Saige), που περιγράφει ένα περίεργο έθιμο που είχε, πιθανόν, τις ρίζες του στο μακρινό παρελθόν: κατά τη διάρκεια της κηδείας στο πρόσωπο του νεκρού κοριτσιού είχαν τοποθετήσει μια ζωγραφισμένη μάσκα για να δίνεται η εντύπωση ότι τούτο ήταν ζωντανό˙ το είχαν ντύσει εξάλλου με ωραία μαύρα ρούχα και το τύλιξαν με μεταξωτό μαύρο σάβανο. Ο ίδιος επισκέπτης γράφει πως πληροφορήθηκε ότι κατά τις ταφές φτωχών πλασμάτων που δεν διέθεταν καλά ρούχα, δανείζονταν τέτοια ρούχα που τ’ αφαιρούσαν στο χείλος του τάφου.

 

Υπηρεσίες: Αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω ότι νοσοκομείο λειτούργησε για πρώτη φορά στη Λάρνακα, στο μοναστήρι των καλογραιών, το 1835. Προσέφερε στοιχειώδεις μόνο υπηρεσίες, αρχικά μόνο για εξωτερικούς ασθενείς. Αργότερα όμως επεκτάθηκε και δεχόταν, σε μια αίθουσα που διέθετε, κι αλλοδαπούς ασθενείς — κυρίως ναυτικούς. Το πρώτο κρατικό νοσοκομείο λειτούργησε στη Λάρνακα το 1879, δηλαδή αμέσως μετά την αγγλική κατάληψη της Κύπρου.

 

Τον ίδιο χρόνο που λειτούργησε το μικρό νοσοκομείο των καλογραιών, το 1835, λειτούργησε και το λοιμοκαθαρτήριο (λαζαρέττο) της Λάρνακας. Ο φόβος της εισαγωγής στην Κύπρο, μέσω του λιμανιού της Λάρνακας, διαφόρων επιδημικών ασθενειών που μάστιζαν τις χώρες της Μέσης Ανατολής, οδήγησε στην άσκηση πολλών πιέσεων προς τις τουρκικές αρχές για ίδρυση λοιμοκαθαρτηρίου. Μάλιστα μετά την επιδημία πανώλους στις αρχές του αιώνα, οπότε είχαν πεθάνει 343 άτομα στη Λευκωσία και 354 στη Λάρνακα, οι πιέσεις αυξήθηκαν κι εξεδόθη σουλτανικό φιρμάνι που διέτασσε τη βελτίωση των υγειονομικών συνθηκών και την πρόληψη εισαγωγής επιδημικών ασθενειών. Κατά τον τότε Γάλλο πρόξενο Ρεμπώ (Reybaud), οι τουρκικές αρχές δεν βοήθησαν πολύ στην ίδρυση του λοιμοκαθαρτηρίου επειδή είχαν οικονομικά οφέλη επί της κληρονομιάς νεκρών προσώπων! Το λοιμοκαθαρτήριο ιδρύθηκε με ιδιωτικές, κυρίως, εισφορές και ο τότε Τούρκος κυβερνήτης Χατζή Σαΐντ Αχμέτ παραχώρησε το μικρό κάστρο της πόλης για να χρησιμοποιείται ως λαζαρέττο, πρώτος δε γιατρός που το διηύθυνε ήταν ο Παύλος Βαλσαμάκης. Αργότερα, επί σουλτάνου Αβδούλ* Μετζίτ, κτίστηκε άλλο οικοδόμημα που χρησιμοποιήθηκε ως σταθμός καραντίνας μέχρι το 1931, κι αργότερα έγινε αστυνομικός σταθμός.

 

Η τουρκική διοίκηση χαρακτηριζόταν, μεταξύ άλλων, και από παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για την οικοδόμηση οποιωνδήποτε κοινωφελών ή αναπτυξιακών έργων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κατά το τέλος της τουρκικής κατοχής (1878), όταν οι Άγγλοι ήλθαν στην Κύπρο, το μόνο κυβερνητικό έργο που είχαν βρει ότι είχε κατασκευαστεί, ήταν ο μοναδικός δρόμος που υπήρχε στην Κύπρο, εκείνος που ένωνε τη Λάρνακα με την πρωτεύουσα Λευκωσία! Αλλά κι η κατασκευή του μοναδικού αυτού έργου ήταν αφορμή για κερδοσκοπία εκ μέρους των αρχών. Ο δρόμος αυτός στοίχισε στους Κυπρίους το τεράστιο ποσόν των 2.300.000 γροσιών, που εισπράχθηκαν με φορολογίες από το 1865 μέχρι το 1877. Τόση δε ήταν η αυθαιρεσία, ώστε το ένα τρίτο του δρόμου στοίχισε 2.000.000 γρόσια, ενώ τα υπόλοιπα δυο τρίτα στοίχισαν 300.000 γρόσια!

 

Το υδρευτικό έργο της Λάρνακας: Όπως σημειώνει ο George Hill, το πιο σπουδαίο δημόσιο έργο της περιόδου της Τουρκοκρατίας στην Κύπρο, ήταν το υδρευτικό έργο της Λάρνακας, που έγινε όμως πραγματικότητα εξαιτίας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας του προοδευτικού Τούρκου Μπεκίρ* πασά κι όχι των επισήμων τουρκικών αρχών (ανεξάρτητα αν ο πασάς αυτός ανέλαβε και δημόσια αξιώματα — διοικητής της Λάρνακας και κυβερνήτης της Κύπρου). Τη δαπάνη κατασκευής (50.000 γρόσια [6.200 λίρες]) ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Μπεκίρ πασάς και το έργο κατασκευάστηκε το 1746-47. Πρόκειτο για το υδραγωγείο που διοχέτευε τρεχούμενο νερό στην πόλη, κι απομεινάρια του οποίου είναι οι γνωστές Καμάρες της Λάρνακας (βλέπε λήμμα Καμάρες). Το υδραγωγείο αυτό λειτουργούσε μέχρι το 1939, οπότε η υδατοπρομήθεια της Λάρνακας άρχισε να γίνεται με σωληνώσεις. Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός γράφει ότι ο Μπεκίρ πασάς, αφού έφερε το νερό στην πόλη τό διεμοίρασεν εἰς τήν πολιτείαν [=Λάρνακα] καί είς Σκάλαν μέ βρύσες διά τήν κοινότητα, συγχωρήσας ἀδιαφόρως Τούρκους καΙ Χριστιανούς, ὅς τις δύναται νά ἀγοράση ἕνα μέτρον ἤ καί δύο νεροῦ καί νά κάμῃ βρύσιν εἰς τόν οῖκόν του. Πολλοί λοιπόν τῆς πολιτείας, καί ἐκ τῶν Εὐρωπαίων καί ἐκ τῶν κατοίκων χαίρονται, βλέποντες νά τρέχουσι τά νερά ἔνθεν κάκεῖθεν εἰς τούς οἴκούς των, περικυκλωμένους ἀπό δένδρα καί ἄνθη τερπνότατα...

 

Ταχυδρομική υπηρεσία: Ο κυβερνήτης Εντέμ πασάς (Edhem pasha) φάνηκε πρόθυμος να βελτιώσει τους δρόμους της Λάρνακας το 1843, φτιάχνοντας λιθόστρωτο (οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και τους χειμερινούς μήνες λασπώδεις), το έργο όμως ναυάγησε επειδή ζήτησε να συνεισφέρουν και οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης τα ίδια ποσά όπως και οι ραγιάδες. Ο Ζία πασάς (Zia pasha), που κατά το γαλλικό προξενείο ήταν από τους καλύτερους κυβερνήτες του νησιού, δοκίμασε το 1862 να εγκαθιδρύσει τακτική ταχυδρομική υπηρεσία μεταξύ Λάρνακας και Λευκωσίας, με άμαξα που θα μετέφερε και επιβάτες. Ο Σαΐντ πασάς (Said pasha), βελτίωσε την υδατοπρομήθεια της Λάρνακας το 1868-71, και συμπλήρωσε την κατασκευή του δρόμου Λάρνακας-Λευκωσίας. Ο Χασάν πασάς (Hassan pasha) έδωσε το 1846 άδεια για ανέγερση οικήματος του μοναχικού τάγματος του Αγίου Ιωσήφ (St. Joseph de l’ Apparition). Οι καλόγριες του τάγματος αυτού ίδρυσαν και σχολείο στη Λάρνακα, κι αργότερα μοναστήρι και σχολείο στη Λευκωσία, που λειτουργούν και σήμερα.

 

Ιδρυση εμποροδικείου: Η ίδρυση εμποροδικείου στη Λάρνακα ήταν ένας νέος θεσμός για την εποχή. Η ίδρυσή του ήταν μια από τις εισηγήσεις που έγιναν στον διοικητή Ταλαάτ εφέντη που είχε σταλεί στην Κύπρο για να θέσει σ’ εφαρμογή τις μεταρρυθμίσεις του Χαττ-ι-σιερίφ το 1841, και που όμως δεν εφαρμόστηκαν. Οι πιέσεις όμως των ξένων συνεχίστηκαν μέχρι το 1855, οπότε επείσθη ο κυβερνήτης Οσμάν Σιερίφ πασάς (Osman Sherif pasha) ότι το εμποροδικείο έπρεπε να έχει έδρα του τη Λάρνακα κι όχι την πρωτεύουσα Λευκωσία στην οποία δεν υπήρχαν ούτε Ευρωπαίοι, ούτε πολλές εμπορικές δραστηριότητες αλλά κι ούτε αντιπροσωπεύονταν δίκαια οι Χριστιανοί σύμφωνα προς το πνεύμα των μεταρρυθμίσεων του Χαττ-ι-χουμαγιούν. Το εμποροδικείο λειτούργησε στη Σκάλα με 6 ντόπια μέλη (3 Τούρκους και 3 Έλληνες) και 6 ευρωπαϊκά μέλη, καθώς κι αντιπροσώπους των προξενείων· πρόεδρος ήταν ο Τούρκος μουδίρης (moudir - διοικητής). Σ’ αυτό γίνονταν δεκτές οι μαρτυρίες Χριστιανών κατά των Μωαμεθανών, κάτι που δεν συνέβαινε σε κανένα άλλο τουρκικό δικαστήριο. Βασικό έργο του εμποροδικείου ήταν η διευκόλυνση των Ευρωπαίων εμπόρων στην είσπραξη των χρημάτων που δάνειζαν στους ντόπιους. Την τελευταία δεκαετία της τουρκικής κατοχής, ο κυβερνήτης Βεΐς πασάς (Veis pasha) μετέφερε την έδρα του εμποροδικείου από τη Λάρνακα στη Λευκωσία. Μετά από διαμαρτυρίες των προξένων, το εμποροδικείο επέστρεψε λίγο αργότερα στη Λάρνακα, αλλά δεν λειτούργησε ομαλά, είτε εσκεμμένα είτε από ανικανότητα του προέδρου του.

 

Στην ίδρυση του εμποροδικείου πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε ο τότε Γάλλος πρόξενος Δοαζάν (Doazan) που, το 1855, συνέλαβε και τη ριζοσπαστική ιδέα να κάνει τη Λάρνακα διοικητική πρωτεύουσα της Κύπρου, αφαιρώντας τον τίτλο από τη Λευκωσία! Κατόρθωσε μάλιστα να πείσει τον τότε Τούρκο κυβερνήτη Οσμάν Σιερίφ πασά να κάνει επίσημη εισήγηση στους ανωτέρους του. Κατά τον Δοαζάν, η Λάρνακα ήταν πιο προοδευτική από τη Λευκωσία κι αν η έδρα της κυβέρνησης μεταφερόταν εκεί, η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων θα ήταν ευκολότερη κι οι ραγιάδες θα προστατεύονταν καλύτερα από τις αδικίες. Οι επόμενοι κυβερνήτες Ταλαάτ εφέντης (Talaat efendi) και Τζεμάλ πασάς (Jemal pasha) είχαν επίσης δει ευνοϊκά την ιδέα. Μάλιστα επί ημερών του τελευταίου, η Λάρνακα ήταν για 6 μήνες περίπου, ανεπίσημα, η πρωτεύουσα της Κύπρου. Η δικαιολογία της Πύλης για απόρριψη της ιδέας, ότι δεν υπήρχε σεράγιο στη Λάρνακα, θεωρήθηκε γελοία από τον πρόξενο Δοαζάν, που πίστευε ότι τα νέα συμβούλια (Mejlis-i-Kebir - Μέγα Συμβούλιο, Mejlis-i-Tijaret - Εμπορικό Συμβούλιο ή Εμποροδικείο, Tahkiki Mejlisi - Συμβούλιο Παραπτωμάτων) θα μπορούσαν να συσταθούν και να λειτουργούν ικανοποιητικά στη Λάρνακα.

 

Τα θρησκεύματα δεν θα έπρεπε ωστόσο ν’ αντιπροσωπευθούν άμεσα, επειδή οι επίσημοι εκπρόσωποί τους στην Ανατολή ακολουθούνταν τυφλά από τον λαό, έτσι με την παρουσία τους θα έλειπε από τα συμβούλια το πνεύμα της ανοχής και συνδιαλλαγής, που μόνο θα εξασφάλιζε την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων. Με την εισήγησή του ο Δοαζάν ήθελε ν’ αποκλείσει από τα τοπικά συμβούλια τους μεγάλους πολέμιους των μεταρρυθμίσεων, περιλαμβανομένου και του σχεδίου μεταφοράς της πρωτεύουσας στη Λάρνακα, οι οποίοι φανάτιζαν τον τουρκικό όχλο ενάντια σε κάθε καινοτομία που εθεωρείτο ότι ευνοούσε τους ραγιάδες.

 

Η Λάρνακα - Σκάλα δεν έγινε πρωτεύουσα του νησιού πρωτίστως επειδή το ελληνικό στοιχείο υπερίσχυε σ’ αυτήν ενώ στη Λευκωσία μόλις κατά την αρχή της αγγλικής κατοχής οι Έλληνες έφθασαν σε αριθμό τους Τούρκους. Άλλος λόγος ήταν η κεντρική θέση της Λευκωσίας, η οποία διευκόλυνε τη συγκοινωνία μ’ όλα τα μέρη του νησιού. Η πρόοδος της Λάρνακας κατά τον 19ο αιώνα, δεν ήταν αρκετή για ν’ αντισταθμίσει την παράδοση της Λευκωσίας σαν πρωτεύουσας από τα Μεσαιωνικά χρόνια. Με τον ερχομό των Άγγλων, η Λάρνακα παρέμεινε το κύριο λιμάνι του νησιού, ιδιαίτερα για επιβάτες, σαν πόλη ωστόσο μπήκε στο στάδιο της παρακμής. Τα παλαιά αρχοντικά της πόλης, μερικά από τα οποία διατηρούνται σε καλή κατάσταση ως σήμερα, στέκουν βουβοί μάρτυρες της ζωής στην πόλη όταν αυτή κατείχε τα πρωτεία της εμπορικής και κοινωνικής προόδου.

 

Στους Τούρκους η Λάρνακα - Σκάλα ήταν γνωστή με την ονομασία Tüzla, εξαιτίας της αλυκής, κι ήταν ένας από τους μουκαττάδες της Κύπρου, περιοχές δηλαδή, από τις προσόδους των οποίων συντηρούνταν τα τάγματα των γενιτσάρων. Η διοίκηση τόσο της πόλης όσο και της επαρχίας (kaza) βρισκόταν υπό τον οικείο ζαπίτη (zabit ή dideban ή και digdaban κατά τον Μαρίτι), όπως και οι λοιπές πόλεις του νησιού εκτός της πρωτεύουσας Λευκωσίας. Ο διοικητής της Λάρνακας ήταν δεύτερος στην ιεραρχία, μετά τον διοικητή της Κύπρου στον οποίο πλήρωνε 100 γρόσια τον μήνα, τουλάχιστον κατά τον 19ο αιώνα. Ήταν όμως γενικά φτωχός επειδή δεν έπαιρνε μισθό αλλά συντηρείτο από διάφορα τέλη που εισέπραττε κι από όσα μπορούσε ν’ αποσπάσει, κυρίως από εκείνους που κατέφευγαν κοντά του για υποθέσεις τους. Ωστόσο υπήρξαν και μερικοί πλούσιοι διοικητές, όπως ο Μπεκίρ πασάς που έκτισε το υδραγωγείο, ενώ άλλοι διακρίθηκαν για τη σκληρότητα και την αρπακτικότητά τους, με διασημότερο τον Χατζημπακκή* ή Στραομπακκή από το χωριό Κλαυδιά που έγινε, στα μέσα του 18ου αιώνα, πραγματικός τύραννος όχι μόνο των Λαρνακιωτών αλλά κι ολόκληρης της Κύπρου.

 

Όπως μας πληροφορεί κι ο Μιχαήλ ντε Βεζέν (Michael de Vezin), στα τέλη του 18ου αιώνα, άλλοι ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι στη Λάρνακα - Σκάλα ήταν: ο καζής (quazi) που διοριζόταν από την Κωνσταντινούπολη αφού αγόραζε τη θέση, συνήθως σε τιμή περί τα 180 γρόσια τον μήνα. Αυτός, μαζί με τον κοτζαμπάση, απένειμε δικαιοσύνη με αρμοδιότητα για συνηθισμένα μόνο παραπτώματα, ενώ τα πολύ σοβαρά παραπέμπονταν στη Λευκωσία. Υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης ήταν ο σερδάρης (serdar) ή καπετάνιος της αστυνομίας, που πλήρωνε για να κατέχει το αξίωμά του γύρω στα 500 γρόσια τον χρόνο. Επειδή ο καζής (ή καδής) δεν έπαιρνε ορισμένο μισθό, έβγαζε τα εισοδήματά του από τις υποθέσεις των οποίων επιλαμβανόταν, από ορισμένα τέλη που επιβάλλονταν ως ποινές (ilam) κι άλλα παρόμοια. Το βασικό εισόδημα του σερδάρη ήταν 45 παράδες που εισέπραττε από κάθε  Έλληνα νιόπαντρο στην επαρχία της Λάρνακας, καθώς και διάφορα άλλα ποσά από μικροεκβιασμούς που μπορούσε ν’ ασκεί εξαιτίας της θέσης του. Στη Λάρνακα στάθμευε κι ένας κολ-αγάς (qol agasi) ή φρούραρχος. Υπήρχε επίσης ο τελώνης, αντιπρόσωπος του αρχιτελώνη της Λευκωσίας, που εβοηθείτο στην εργασία του στο τελωνείο της πόλης από ένα Έλληνα και δυο Τούρκους γραμματείς. Ο Μαρίτι αναφέρει και την ύπαρξη λιμενάρχη. Τέλος, υπεύθυνος του ιππικού ήταν στρατιωτικός γνωστός ως αλλαγήμπεης (alay bey).

Είναι φανερό πως το διοικητικό αυτό σύστημα ευνοούσε τις αυθαιρεσίες, τους εκβιασμούς των κατοίκων και την χρησιμοποίηση αθέμιτων μέσων εκ μέρους των διοικητικών αξιωματούχων, πράγμα που συνέβαινε όχι μόνο στη Λάρνακα - Σκάλα αλλά και σ’ ολόκληρη την Κύπρο.

 

Το πρώτο ατμόπλοιο: Το πρώτο ατμόπλοιο που ήλθε στην Κύπρο, ήταν το Sevi Pervas, που έφθασε στη Λάρνακα το 1839. Στον κόλπο της Λάρνακας έφθασε και η κύρια δύναμη των Βρετανών, τον Ιούλιο του 1878, αμέσως μετά τη συμφωνία για εκχώρηση της Κύπρου από την Τουρκία στην Αγγλία. Ο επικεφαλής του αγγλικού στόλου ναύαρχος Τζων Χέυ (John Hay) έστειλε ένα από τα καράβια του ν’ αγκυροβολήσει απέναντι από το κάστρο της Λάρνακας. Το κάστρο, σύμφωνα με τον τότε πρόξενο της Αγγλίας Γουώτκινς, ήταν εξοπλισμένο μόνο μ’ ένα παλιό βενετσιάνικο κανόνι κι επανδρωμένο με 100 στρατιώτες. Το κανόνι ανατινάχθηκε τελικά από τους Τούρκους κατά την αποχώρησή τους, επειδή ήταν πολύ βαρύ για να μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη. Το κανόνι αυτό εχρησιμοποιείτό για κάποια προστασία, αλλά και για ν’ αποδίδει χαιρετισμό κατά την άφιξη ή αναχώρηση του μουσελλίμη, του κυβερνήτη της Κύπρου, ή άλλων επισήμων.

 

Φώτο Γκάλερι

Image