Βασιλείδης

Γνωστικός θεολόγος και φιλόσοφος του 2ου μ.Χ. αι., μαθητής του Μενάνδρου, μαθητή του Σίμωνος. Ο Βασιλείδης έδρασε στην Αλεξάνδρεια (120 - 125 μ.Χ.) και σύνταξε Εὐαγγέλιον που χάθηκε, Ἐξηγητικά σ' αυτό κλπ. Δέχεται τον θεό ως ἀγέννητον Πατέρα ή Οὐδέν ή οὐκ ὄντα θεόν, κατά τις διάφορες εκδοχές της θεολογίας του που σώθηκαν. Έχει ιεραρχική άποψη για τα όντα, με κέντρο πλατωνική αντίληψη περί θεού και ιδεών. Έχει ελαστική αντίληψη για τον κόσμο, πίστευε δε ότι από την προσπάθεια του «ιουδαϊκού θεού» να υποτάξει στους Ιουδαίους τα λοιπά έθνη, δημιουργήθηκε σάλος στο «πλήρωμά» που, για να τον κατασιγάσει και να λυτρώσει τους ανθρώπους από τον «ιουδαϊκό θεό», ο θεός έστειλε στον κόσμο τον γιο του τον Νοῦν ή Χριστόν. Όμως ο Χριστός δεν σταυρώθηκε κι αντί αυτού σταυρώθηκε ο Σίμων ο Κυρηναίος που ο Χριστός του έδωσε την μορφή του. Ο Βασιλείδης πρέσβευε επίσης ότι όσοι πιστεύουν στον σταυρωθέντα Χριστό είναι δούλοι των δυνάμεων που δημιούργησαν τον υλικό κόσμο.

 

Οι θεωρίες αυτές του Βασιλείδη και άλλων Γνωστικών είχαν διαδοθεί πολύ και στην Κύπρο, όπου τις πολέμησε σκληρά ο Επιφάνιος* Σαλαμίνος στη διάρκεια της αρχιερατείας του, οπότε οι Βασιλειδιανοί επιχωρίαζαν προπάντων στη δική του επισκοπή. Η φανατισμένη ορθοδοξία του Επιφανίου δεν μπορούσε να ανεχθεί την αντιεβραϊκή κοσμοθεωρία του ελληνίζοντος Γνωστικού χριστιανού Βασιλείδη και την καταπολέμησε αμείλικτα.