Βενιαμίν αρχιεπίσκοπος

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Φαίνεται ότι ανέλαβε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο λίγο μετά την καθαίρεση του Αθανασίου Α'* κατά τον Ιούνιο του 1600, αν και το επικυρωτικό της εκλογής του γράμμα του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ματθαίου Β , χρονολογείται στον Ιανουάριο του 1601. Η ανάληψη του θρόνου προ του Ιανουαρίου του 1601 προκύπτει από το ότι ο πράκτορας του δούκα της Σαβοΐας, Φραγκίσκος Ακκίδας* συνάντησε τον Βενιαμίν στις 26.11.1600 στην Αμμόχωστο όπου είχε πάει για ποιμαντορική επίσκεψη. Εκεί του παρέδωσε γράμμα του πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρονίου Δ', που ανέμενε από τον Βενιαμίν να καθορίσει ακριβώς τους όρους των διομολογήσεων που οι Έλληνες Κύπριοι ανέμεναν από τον δούκα να τους εκχωρήσει μετά την απελευθέρωσή τους από τον τουρκικό ζυγό με τη βοήθεια της Σαβοΐας, να δώσει περιγραφή των προσόδων της Κύπρου στον Ακκίδα και να συντάξει λεπτομερές σχέδιο για την ετοιμαζόμενη εξέγερση. Απ' αυτά φαίνεται ότι και ο Σωφρόνιος βρισκόταν σε συνεννόηση με τον δούκα και διαδραμάτιζε σημαντικότερο ρόλο στο πλέγμα των διεθνών επαφών και συνωμοσιών του δούκα στην ανατολική Μεσόγειο παρά ο Βενιαμίν. Ο τελευταίος φοβήθηκε μόλις διάβασε το γράμμα του πατριάρχη, απέφυγε να το σχολιάσει στην Αμμόχωστο (προφανώς λόγω του στρατιωτικού χαρακτήρα της πόλης και των εξ αυτού κινδύνων), και πήγε αμέσως στη Λεμεσό μαζί με τον Ακκίδα. Εκεί ο Βενιαμίν εξομολογήθηκε στον Ακκίδα ότι, κατά την κρίση του, ο Σωφρόνιος ήταν πολύ βιαστικός και μιλούσε για το θέμα της εξέγερσης με αδικαιολόγητη επιπολαιότητα. Έκρινε δε ότι, αφού ο δούκας πολεμούσε τότε με τη Γαλλία, δεν ήταν κατάλληλος ο καιρός για δράση. Τούτο δείχνει την επιφυλακτικότητα των τότε Κυπρίων ηγετών για ένοπλες εξεγέρσεις υπό αβέβαιους όρους, βέβαια λόγω πικρής πείρας, και ίσως διότι δεν ήθελαν να έλθουν σε ρήξη με τη Γαλλία που ήταν ακόμη μια πιθανή πηγή βοήθειας γι’ αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Μόνο όταν ο Βενιαμίν άκουσε από τον Ακκίδα ότι η ειρήνη επέκειτο (και πράγματι υπεγράφη στις 17.1.1601), μίλησε πιο ελεύθερα και άφοβα κι έδωσε απαντήσεις στα ερωτήματα του Σωφρονίου και του δούκα, που παρατίθενται στο λήμμα Ακκίδας Φραγκίσκος.

 

Η συνάντηση στη Λεμεσό και οι συζητήσεις Βενιαμίν - Ακκίδα και των συνεργατών τους κράτησαν αρκετό καιρό μετά τις 26.11.1600, όπως προκύπτει από τη λεπτομέρεια του κειμένου της απάντησης: ότι ο Βενιαμίν είχε συστήσει στον κλήρο του να δώσει στο λαό την μυστική εντολή να ετοιμαστεί και οργανωθεί για ένοπλη εξέγερση κατά την Λαμπρή (του 1601), τρεις ώρες πριν από την αυγή, μόλις θα ψαλλόταν το «δόξα εν υψίστοις», οπότε οι Τούρκοι θα κοιμόντουσαν. Πάντως στις 3.12.1600 ο Ακκίδας αναχώρησε από τη Λεμεσό για τη Μεσσήνη, και οι συζητήσεις συνεχίστηκαν, όπως φαίνεται, μεταξύ του Βενιαμίν και του Κλαυδίου Τσεκκίνι (Claudio Cecchini), διοικητή των Αλυκών Λάρνακας πριν και μετά το 1570 και αρχηγού του εκκολαπτόμενου κινήματος. Ο Τσεκκίνι ετοίμασε και το ελληνικό κείμενο των όρων ή διομολογήσεων και προνομίων που οι Κύπριοι ανέμεναν από τον δούκα της Σαβοΐας. Το κείμενο μετέφρασε στην ιταλική ο Ακκίδας και το πήρε μαζί του στον δούκα. Σημαντική είδηση του κειμένου είναι ότι οι Τούρκοι της Κύπρου δεν ξεπερνούσαν τις 6-7.000 κατά το 1600 και μπορούσαν εύκολα να εξουδετερωθούν, πράγμα που συμφωνεί και με άλλες πηγές.

 

Ο Βενιαμίν αρνήθηκε να υπογράψει το κείμενο των διομολογήσεων, περιοριζόμενος στην περιγραφή των προσόδων της Κύπρου: νησί εύφορο, με 250.000(;) κατοίκους από τους οποίους οι 80.000 μάχιμοι και έτοιμοι για πόλεμο.

 

Ο δούκας της Σαβοΐας Κάρολος Εμμανουήλ απάντησε στον Βενιαμίν στις 26.9.1601, με δυο απεσταλμένους του που μετέφεραν τις διομολογήσεις υπογραμμένες από τον ίδιο. Βεβαίωνε δε τον Βενιαμίν ότι δεν θα ενεργούσε βεβιασμένα και θα επικοινωνούσε ξανά μαζί του κι ότι θα εκχωρούσε αξιώματα μετά την επιτυχία της επιχείρησης γι’ απελευθέρωση της Κύπρου. Γι’ αποστολή όμως δικής του στρατιωτικής δύναμης στο νησί δεν έκανε λόγο. Οι διομολογήσεις είναι γεμάτες από υποσχέσεις προς τους Κυπρίους, όπως: διατήρηση των προνομίων, αξιωμάτων και εισοδημάτων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, απαλλαγή του αρχιεπισκόπου και των συγγενών του μέχρι δ' βαθμού από κάθε φορολογία και κατάταξή τους στην τάξη των ευγενών, την απελευθέρωση των παροίκων, την επανεισδοχή στην Ελληνική Εκκλησία των Μεμί και Μουσταφά (αρχηγών του λαϊκού κόμματος, που είχαν τουρκέψει στα 1570) και την ανύψωση του θείου τους μοναχού Παρθενίου σε επισκοπική έδρα (πρόκειται ίσως για τον κατά το 1605 Παρθένιο Κυρηνείας). Η προαγωγή αυτή θα γινόταν εν γνώσει του Βενιαμίν, που δέχεται επομένως τη συνεργασία με εξισλαμισμένους παλαιούς ευγενείς (Φράγκους εξελληνισμένους του νησιού) από τους οποίους κατάγονταν οι πλείστοι τότε ιεράρχες και πρόκριτοι, άρα προφανώς και ο ίδιος ο Βενιαμίν.

 

Παρά την τόση δραστηριότητά του ως τις αρχές του 1601, ο Βενιαμίν πήρε μόλις τον Ιανουάριο του 1601 το επικυρωτικό γράμμα του Κωνσταντινουπόλεως Ματθαίου Β' και το συνοδευτικό αυτοκρατορικό βεράτιο. Και τα δυο μετέφερε στην Κύπρο ο ίδιος, μαζί με τον αρχιμανδρίτη Αρσένιο, προφανώς αφού είχε μεταβεί από τη Λεμεσό στην Κωνσταντινούπολη, μετά τις συνομιλίες του με τον Ακκίδα. Ακριβώς μετά την επάνοδό του εξελέγη «κανονικά» από τοπική σύνοδο. Ωστόσο το κόμμα του καθαιρεθέντος Αθανασίου Α' εξακολουθούσε ν' αντιδρά στην εξουσία του Βενιαμίν, συκοφαντώντας τον και λέγοντας ότι τα έγγραφα που είχε φέρει με τον Αρσένιο ήταν πλαστά. Γι' αυτό ο Βενιαμίν ξαναπήγε στην Κωνσταντινούπολη το 1602 και πήρε νέο επικυρωτικό γράμμα από τον διάδοχο του Ματθαίου Β', τον Νεόφυτο Β'.

 

Στις 7.12.1602 ο Βενιαμίν εφοδίασε με πιστοποιητικό ένα Λουκά από τη Λεμεσό, για να μαζέψει εισφορές των Χριστιανών προκειμένου να εξοφλήσει χρέος 10.000 άσπρων που δημιούργησε λόγω τουρκικών εκβιασμών, και για το οποίο είχε δώσει ως ενέχυρο τον γιο του ηλικίας 10 χρόνων, και την γυναίκα του.

 

Λόγω των παρανομιών και πιέσεων των αθανασιακών, που συνεχίζονταν παρά τα πατριαρχικά γράμματα, ο Βενιαμίν παραιτήθηκε στα 1604. Ακολούθησε περίοδος ανωμαλιών, μέχρι το 1606 ή 1607, οπότε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο ανέλαβε ο Χριστόδουλος* μετά από παρέμβαση του οικουμενικού πατριάρχη Κυρίλλου Λουκάρεως. Ο τελευταίος θεώρησε αντικανονικές και παράνομες τόσο την εκλογή του Αθανασίου όσο και την εκλογή του Βενιαμίν. Και ο μεν Αθανάσιος, λέγει ο Λούκαρις, εξώσθηκε βίαια από το θρόνο του, ενώ ο Βενιαμίν εκούσια. Και οι δυο υπήρξαν πρόξενοι αναταραχών στην Εκκλησία της Κύπρου, τονίζει ο Λούκαρις. Πού στήριξε την ποιοτική εξίσωση του Βενιαμίν με τον Αθανάσιο δεν είναι σαφές, αλλά φαίνεται ότι, παρά την εκ πρώτης όψεως αξιοπρέπειά του, ο Βενιαμίν δεν ήταν άμοιρος των ελαττωμάτων των πλείστων ιεραρχών της εποχής του.