Ανθέμιος

Image

Αρχιεπίσκοπος Σαλαμίνος - Κωνσταντίας επί εποχής του αυτοκράτορα Ζήνωνος (474-491 μ.Χ.). Κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπείας του Ανθεμίου καθιερώθηκε οριστικά το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου μετά την επιτυχή απόκρουση της νέας απόπειρας του πατριαρχείου Αντιοχείας να επιβάλει τον έλεγχό του στα εκκλησιαστικά πράγματα της Κύπρου κατά το 488 μ.Χ. Τότε ο πατριάρχης Αντιοχείας Πέτρος Γναφεύς, γνωστός Μονοφυσίτης και φίλος του επίσης μονοφυσιτίζοντος Ζήνωνος, απαίτησε έλεγχο επί της κυπριακής Εκκλησίας με επιχείρημα ότι η Κύπρος είχε δεχθεί τον Χριστιανισμό από την Αντιόχεια. Σύμφωνα με την κυπριακή εκκλησιαστική παράδοση, ο Ανθέμιος οραματίστηκε από τον απόστολο Βαρνάβα και βρήκε κάτω από μια χαρουπιά το λείψανο του αποστόλου μαζί με το ιδιόγραφο του Βαρνάβα Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον (ή, σύμφωνα προς άλλη εκδοχή, το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον). Το πολύτιμο εύρημα μετέφερε ο Ανθέμιος στην Κωνσταντινούπολη και το δώρισε στον Ζήνωνα. Ο τελευταίος, ύστερα από αυτή την ατράνταχτη «μαρτυρία», πείσθηκε ότι η Εκκλησία της Κύπρου, ήταν αποστολική, δηλαδή ιδρυμένη από απόστολο (τον Βαρνάβα), συνεπώς το επιχείρημα του Πέτρου Γναφέως ότι η ίδρυσή της είχε προέλθει από την Αντιόχεια καταρριπτόταν. Επομένως η Εκκλησία της Κύπρου, εφόσον είχε ιδρυθεί από απόστολο, εδικαιούτο να έχει πλήρη αυτονομία την οποία ο Ζήνων χορήγησε τώρα. Για την ακρίβεια, ο Ζήνων επικύρωσε την αυτονομία που είχε αναγνωριστεί στην Εκκλησία της Κύπρου από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431 μ.Χ.

 

Μαζί με το αυτοκέφαλο της κυπριακής Εκκλησίας, ο Ζήνων χορήγησε στον Ανθέμιο και στην Εκκλησία που εκπροσωπούσε και ειδικά προνόμια που έδιναν συμβολικό νόημα στην αυτονομία. Τα προνόμια αυτά, που τα διατηρεί μέχρι σήμερα ο εκάστοτε Κύπριος αρχιεπίσκοπος και μόνος αυτός από όλους τους αρχηγούς Εκκλησιών στην Ορθοδοξία, ήσαν τρία:

α. Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου εδικαιούτο να υπογράφει με ερυθρό μελάνι (κιννάβαριν), όπως κι ο αυτοκράτορας.

β. Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου εδικαιούτο να φέρει κατά τις τελετές πορφυρούν μανδύα, πάλι όπως κι ο αυτοκράτορας.

γ. Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου εδικαιούτο να φέρει κατά τις τελετές αυτοκρατορικό σκήπτρο αντί ποιμαντορική ράβδο.

Τα αυτοκρατορικά αυτά προνόμια που χορηγήθηκαν στον Ανθέμιο από τον Ζήνωνα ήσαν πολύ σημαντικά γιατί σ' αυτά στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό και αναπτύχθηκαν οι κοσμικές εξουσίες του προκαθημένου της Εκκλησίας της Κύπρου στις επόμενες εποχές, ιδίως εξαιτίας των μετέπειτα συνθηκών.

 

Με δωρεά του Ζήνωνος, ο Ανθέμιος έκτισε βασιλική, μαζί και μοναστήρι, στοές, υδραγωγείο, ξενώνες και άλλα οικοδομήματα, στον χώρο όπου κι ο ίδιος ο απόστολος Βαρνάβας, κατά την παράδοση της κυπριακής Εκκλησίας, είχε ιδρύσει παρόμοια κτίσματα, όπως λέει προπάντων ο μοναχός Αλέξανδρος.

 

Είναι περίεργο πώς ο Ζήνων, αν και μονοφυσιτίζων, δέχθηκε τις απόψεις του Ανθεμίου δυσαρεστώντας το φίλο του Πέτρο Γναφέα με τον οποίο συνεργαζόταν στο θέμα του ενωτικού. Φαίνεται ότι πράγματι ο αυτοκράτορας είχε εντυπωσιαστεί από το «θαύμα της κερατέας» (την ανεύρεση του ευαγγελίου κάτω από τη χαρουπιά), πράγμα όχι αδύνατο για την εποχή εκείνη. Έτσι παραμέρισε τα πολιτικά του συμφέροντα, που επέβαλλαν όπως ταχθεί υπέρ του Πέτρου Γναφέως. Επίσης είναι πολύ πιθανόν ότι ο Ζήνων είχε επηρεασθεί από τον Ακάκιο, τότε πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, η υποστήριξη του οποίου πρέπει να ήταν απαραίτητη στον Ανθέμιο κατά τη σύνοδο που έγινε στην Κωνσταντινούπολη για να κρίνει σχετικά με το αίτημα της Εκκλησίας της Κύπρου, και χωρίς την υποστήριξη του οποίου ο αυτοκράτορας ήταν αδύνατο ν' αποφασίσει ευνοϊκά για τους Κυπρίους. Η υποστήριξη του Ακακίου θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη, αν και δεν μαρτυρείται στις πηγές. Υπάρχει ακόμη και η πιθανότητα η σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως να συνήλθε λίγο αργότερα, μετά τον θάνατο του Πέτρου Γναφέως (τέλη του 488), οπότε πατριάρχης Αντιοχείας ήταν πια ο επίσης Μονοφυσίτης Παλλάδιος (488 -498 μ.Χ.).

 

Η παράδοση για τον τάφο του αποστόλου Βαρνάβα κάτω από κερατέα δεν υπήρχε κατά την εποχή της συνόδου της Εφέσου (431), διαφορετικά θα είχε χρησιμοποιηθεί κατά την εκεί συζήτηση περί του αυτοκεφάλου της κυπριακής Εκκλησίας. Απεναντίας, στις Απόκρυφες Πράξεις του αποστόλου Βαρνάβα, που έγραψε κάποιος ψευδο- Μάρκος περί τα μέσα του 5ου αιώνα, ο συγγραφέας όχι μόνο δεν υπαινίσσεται τον τάφο ή την ανακάλυψη του λειψάνου, αλλά προσπαθεί να εξηγήσει γιατί δεν υπήρχε τάφος του Βαρνάβα στην Κύπρο: οι Εβραίοι, λέγει, που σκότωσαν το Βαρνάβα στη Σαλαμίνα, φρόντισαν να κάψουν τα οστά του κι οι μαθητές του δεν μπόρεσαν να περισώσουν παρά μόνο τη στάχτη που την έκρυψαν με τόση φροντίδα ώστε δεν μπορούσε ν' ανευρεθεί (Anal. -Boll., t. 82,1-2,1964, σσ. 135-6). Σε άλλο χωρίο όμως ο ψευδο-Μάρκος αναφέρει ότι η στάχτη του αποστόλου ενταφιάστηκε μαζί με το Ευαγγέλιο το Κατά Ματθαίον που πάντα ο Βαρνάβας έφερε μαζί του. Το χωρίον αυτό πιθανό να προστέθηκε μετά το «θαύμα» του 488, δηλαδή ήταν προφητεία post erentum.

 

Ο μεγάλος αγιολόγος Fr. Halkin υποστηρίζει (Anal. Boll., t. 82, 1-2, σ. 136, σημ. 1) ως πιο αληθοφανή την εκδοχή ότι η επιμονή του ψευδο- Μάρκου στην προσκόλληση του Βαρνάβα στο Ευαγγέλιο που είχε πάρει από τον Ματθαίο, εξηγείται από το ότι η λεπτομέρεια αυτή ενίσχυε τα επιχειρήματα για την αποστολικότητα του Βαρνάβα.

 

Μυθικά θεωρεί τα προνόμια των αρχιεπισκόπων Κύπρου κι απορρίπτει την εκχώρησή τους από τον Ζήνωνα στον Ανθέμιο ο Γερμανός βυζαντινολόγος Hans G. Beck (στο Byzantinische Zeitschrift, 58,1965, σ. 447). Παρόμοια γράφει ο ίδιος και στο έργο του Kirche ünd theologische Literatur im Byzantinischen Reich, 1959, σ. 399, υποστηρίζοντας ότι το συμφέρον της κυπριακής Εκκλησίας για αυτοκέφαλον ώθησε τον μοναχό Αλέξανδρο (β' μισό του 6ου αιώνα) να συνθέσει το εγκώμιό του στον Βαρνάβα, που πιθανώς απαγγέλθηκε στη Σαλαμίνα. Ο διαπρεπής όμως βυζαντινολόγος V. Laurent (Le Corpus de Sceaux de l’ Empire Byzantin , ν. 2, σ. 307), δέχεται την ιστορικότητα των προνομίων, γράφοντας ότι η έριδα (Κύπρου-Αντιοχείας) λύθηκε για πρώτη φορά στη σύνοδο της Εφέσου (431 μ.Χ.), και κατά τρόπο οριστικό το 488 από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, του οποίου το διάταγμα επικυρώθηκε και από τον Ιουστινιανό. Τα ίδια δέχεται και ο George Hill (A History of Cyprus, Ι, σσ. 277 - 278).