Ευκλείδης Ιωάννης

Image

Ένας από τους πρώτους επαγγελματίες γιατρούς στην ιστορία της κυπριακής ιατρικής. Γεννήθηκε το 1835 στο χωριό Καμινάρια της Μαραθάσας και ήταν κατά ένα χρόνο μεγαλύτερος του αδελφού του, μητροπολίτη Μεσημβρίας Χαρίτωνος (1836-1906). Μαζί με τον Χαρίτωνα οδηγήθηκαν από τον πατέρα τους παπά Γεώργιο σε νεαρή ηλικία, γύρω στα 1850, στο μοναστήρι του Κύκκου όπου υπηρέτησαν ως δόκιμοι. Ταυτόχρονα τα δύο αδέλφια φοίτησαν και στην Ελληνική Σχολή του μοναστηριού που είχε επαναλειτουργήσει το 1840 μετά το κλείσιμό της εξαιτίας των σφαγών του 1821. Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 ο Ιωάννης, ίσως λόγω της επίδοσής του στα γράμματα, εστάλη από το μοναστήρι για σπουδές θεολογίας στο εξωτερικό, πιθανόν στην Αθήνα ή στην Χάλκη. Τελικά όμως ο νεαρός δόκιμος αντί των θεολογικών σπουδών προτίμησε να μεταβεί στο Παρίσι, όπου, αφού έβγαλε τα ράσα, σπούδασε ιατρική.

 

Μετά το τέλος των σπουδών του ο Ευκλείδης παρέμεινε για λίγο χρονικό διάστημα στο Παρίσι όπου επεδίωξε να αποκατασταθεί επαγγελματικά, χωρίς όμως επιτυχία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 επέστρεψε τελικά στην Κύπρο και εργάστηκε ως κυβερνητικός γιατρός στη Λευκωσία μέχρι την έναρξη της Αγγλοκρατίας. Αναφέρεται επίσης ότι για κάποιο διάστημα εργάστηκε και στην Λάρνακα όπου απέκτησε ιδιόκτητη οικία κοντά στην αποβάθρα της πόλης. Σταδιακά όμως, εκτός από την ιατρική, ο Ευκλείδης ασχολήθηκε και με μεταφορικές εργασίες με καμήλες, τις οποίες συντηρούσε σε ιδιόκτητο χώρο σε κεντρικό σημείο της Λευκωσίας που απεκαλείτο από τους κατοίκους «η καμπιά του Ευκλείδη». Το νέο επάγγελμα του απέφερε πολύ σημαντικά κέρδη με αποτέλεσμα τελικά να εγκαταλείψει την ιατρική και να αφοσιωθεί στο εμπόριο και στον δανεισμό χρημάτων.

 

Ο Ευκλείδης υπήρξε ένας από τους πλέον ιδιόρρυθμους γιατρούς στην ιστορία της κυπριακής ιατρικής. Τα βιβλία του παρέμειναν κλειστά στο κιβώτιο όπου τα είχε τοποθετήσει κατά την αναχώρησή του από το Παρίσι και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για να παρακολουθήσει την εξέλιξη της επιστήμης του. Οι γνωματεύσεις του ήσαν πάντα περίπου οι ίδιες και στους ασθενείς του συνήθιζε να δίνει μόνο ρετσινόλαδο, κινίνη, όπιο και ένα - δύο άλλα παρασκευάσματα. Ως αποτέλεσμα ήταν να αρχίσει να αμφισβητείται και αυτό το γεγονός των σπουδών του. Ίσως γι' αυτό τον λόγο να εγκατέλειψε τελικά και την ιατρική και να ασχολήθηκε με το εμπόριο.

 

Ο Ευκλείδης νυμφεύθηκε την Μαρίτσα, κόρη του διευθυντή της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας Ονούφριου Μικελλίδη (+1861) και της Αννίκας, νεότερης θυγατέρας του γνωστού δραγομάνου Χατζηγεωργάκη. Απέθανε σε ηλικία 63 χρόνων τον Ιούνιο του 1898 στην Λευκωσία από καρδιακή προσβολή.