Ζεύλα

Η λέξη απαντάται συνήθως στον πληθυντικό: οι ζεύλες. Είναι τα επιμήκη, στρογγυλεμένα και τοξωτού σχήματος ξύλα με τα οποία το ζώο, συνήθως βόδι, δένεται στο ζυγό, για να σύρει κάρο ή αλέτρι για όργωμα. Γ ία να δεθεί ένα ζώο στο ζυγό χρειάζονται δυο ζεύλες που είναι κάθετα ενωμένες με το ζυγό και περικλείουν από τις δυο πλευρές το λαιμό του ζώου. Στο κάτω μέρος τους οι ζεύλες έχουν στερεωμένους ιμάντες, συνήθως από μαλλί, τα λεγόμενα ζευλοράμματα ή ζευλοράμματες που δένονται κάτω από το λαιμό του ζώου. Πρβλ. και το λαϊκό τραγούδι:

 

...Χαρίζω τζ' αί του νιόγαμπρου έναν κα-

λόν ζευκάριν

τζ' αι με την βέρκαν τηγ' χρυσήν τζ' αι με

τον ζευκαλάτην,

χαρίζω του ζυόν χρυσόν τζ α'ι ζεύλες

ασημένες

ως τζ’ αι τες ζευλοράμματες χρυσές, μα-

λαματένες...

 

Ζεύλες ονομάζουν κοροϊδευτικά και τα αδύνατα και στραβά πόδια ενός ανθρώπου, ο οποίος και λέγεται ζευλοπόας.