Ζυγός

Ξύλινο εξάρτημα που εχρησιμοποιείτο για το ζεύξιμο των ζώων στο αμάξιν (=κάρρο) ή στο ξύλινο αλέτριν (=άροτρο) για όργωμα. Ο ζυγός του αμαξιού ήταν πιο γερός και δυνατός από εκείνον του αλετριού.

 

Ο ζυγός είναι μακρόστενη δοκός με δυο κοιλώματα ή εγκοπές στις δυο άκρες που προσαρμόζονται πάνω στο σβέρκο των δυο βοδιών και λέγονται τζ΄ύμπες. Στις δυο άκρες της κάθε εγκοπής βρίσκονται τοποθετημένα δυο τοξοειδούς σχήματος μακρόστενα ξύλα που προεξέχουν προς τα κάτω και περικλείουν τον λαιμό του κάθε ενός από τα δυο ζώα, συνεπώς στον κάθε ζυγό υπάρχουν τέσσερα τέτοια ξύλα που λέγονται ζεύλες. Στις άκρες της κάθε μιας ζεύλας βρίσκονται στερεωμένα λουριά, τα λεγόμενα ζευλοράμματα, που δένουν κάτω από τον λαιμό των ζώων. Στη μέση του ζυγού βρίσκονται υποδοχές, τα λεγόμενα κκερτίκκια, πάνω στα οποία στερεώνεται το δερμάτινο σχοινί με το οποίο ο ζυγός συνδέεται με το αμάξι ή το άροτρο. Το σχοινί αυτό λέγεται λουρικός. Ο λουρικός του αμαξιού είναι και πάλι δυνατότερος από εκείνον του αρότρου, επειδή για να συρθεί το αμάξιν χρειάζεται περισσότερη δύναμη των ζώων.

 

Ζυγός λέγεται επίσης και μέρος του αμαξιού και συγκεκριμένα το δυνατό πλαϊνό ξύλο της κάθε πλευράς του αμαξιού, πάνω στο οποίο στερεώνονται τα λεγόμενα μερκακά, τα σανίδια που αποτελούν το πάτωμα της κρεβαθκιάς, δηλαδή του κυρίως σώματος του αμαξιού. Το κάθε αμάξι είχε, συνεπώς, δυο ζυγούς.