Ιουβενάλιος

Κύπριος αρχιμανδρίτης. Γεννήθηκε γύρω στα 1880 στο χωριό Πραστειό Μεσαορίας. Το λαϊκό του όνομα ήταν Δημήτριος Ελευθεριάδης. Το 1892 μετέβη στα Ιεροσόλυμα όπου, αφού τέθηκε κάτω από την προστασία του αρχιμανδρίτη Επιφανίου από τη Γύψου, φοίτησε στις διάφορες σχολές του εκεί πατριαρχείου. Το 1906 αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή του Σταυρού και ένα χρόνο αργότερα εκάρη μοναχός. Στην συνέχεια, τον Ιούνιο του 1907, προεχειρίσθη σε ιεροδιάκονο και εστάλη από την Ιερά Σύνοδο του πατριαρχείου ως εφημέριος του μετοχίου που είχε ο Πανάγιος Τάφος στην Μόσχα.

 

Στη ρωσική πρωτεύουσα, όπου παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα, του δόθηκε η ευκαιρία να αποκτήσει ευρύτατη μόρφωση. Φοίτησε στην Αρχαιολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της πόλης ενώ παράλληλα παρακολούθησε και διάφορα θεολογικά σεμινάρια που διοργανώνονταν από την τοπική Εκκλησία. Την περίοδο αυτή δημοσίευσε στο περιοδικό «Νέα Σιών» διάφορα άρθρα για θέματα που αφορούσαν την Ρωσική Εκκλησία. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε το 1912 από εκπροσώπους της Ρωσικής Εκκλησίας ύστερα από παράκληση του πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Λίγο αργότερα προεχειρίσθη σε αρχιμανδρίτη και στην συνέχεια μετέβη σε πόλη της Κριμαίας όπου ανέλαβε ως ιερατικός προϊστάμενος της εκεί ελληνικής κοινότητας και διευθυντής του σχολείου της.

 

Στην Κύπρο επέστρεψε τον Αύγουστο του 1919, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, όταν πια οι συνθήκες παραμονής του στην Ρωσία έγιναν εξαιρετικά δύσκολες. Εντάχθηκε τότε στην υπηρεσία της Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου και διορίστηκε από τον τότε επίσκοπο Νικόδημο Μυλωνά (1889-1937) διευθυντής του ιεροδιδασκαλείου που λειτουργούσε στη Λάρνακα. Αργότερα όμως, τον Ιούλιο του 1922, εγκαταστάθηκε στην Αμμόχωστο, όπου διορίστηκε καθηγητής των θρησκευτικών στο Γυμνάσιο Βαρωσίων. Πέθανε το 1939 στην Αθήνα όπου είχε μεταβεί για ιδιωτικές υποθέσεις.