Ιωάννης άγιος ντε Μονφόρ Jean de Montfort

Image

Γάλλος ευγενής, μέλος της οικογένειας των ντε Μονφόρ, που μετά τον θάνατό του, περί το 1248, αγιοποιήθηκε κι ετάφη στην Κύπρο. Παρά το ότι ήταν Λατίνος, ως άγιος τιμήθηκε ιδιαίτερα από τους Ορθόδοξους Έλληνες της Κύπρου. Ο Λ. Μαχαιράς (Χρονικόν, παρ. 33) τον αναφέρει πρώτο μεταξύ των ξένων αγίων που εὑρίσκουνται εἰς τό αὐτό νησσίν, αλλά ο ντε Μονφόρ δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον Αλαμάνο άγιο Ιωάννη που αναφέρει ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός ότι ασκήτευσε κοντά στο χωριό Λιθροδόντας με τέσσερις άλλους. Ο Μαχαιράς γράφει, αναφερόμενος στους περατικούς αγίους της Κύπρου: ...Πρῶτος, ὁ Σάν Τζουάνης τε Μουφόρτε εἰς τήν Λευκωσίαν εἰς τό πιάλεκε, ἀφέντης φραντζέζης, ὁ ποῖος πολομᾶ  ἄξια θαύματα εἰς τούς ἀστενεῖς καί εἰς πύρεξες... Το πιάλεκε το οποίο αναφέρει ο Μαχαιράς ως χώρο ταφής του αγίου στη Λευκωσία, ήταν το μοναστήρι Sainte Marie de Beaulieu που η ονομασία του παρεφθάρη σε Bialeuq (=Πιάλεκε). Το μοναστήρι αυτό ήταν Κιστερκιανό και βρισκόταν, πιθανότατα, κοντά στο παλάτι των Λουζινιανών, όχι μακριά από τη σωζόμενη μέχρι σήμερα πύλη Πάφου, στη Λευκωσία. Ο Φέλιξ Φέιμπερ που επεσκέφθη την Κύπρο το 1483, γράφει ότι ο τάφος του αγίου βρισκόταν στο μοναστήρι των Αυγουστινιανών, στη Λευκωσία, ενώ ο Ν. Λε Ουέν γράφει το 1487 ότι το λείψανο είχε τοποθετηθεί στον ναό των Καρμηλιτών, που και πάλι βρισκόταν κοντά στο βασιλικό παλάτι στη Λευκωσία. Ο Στ. Λουζινιανός επιβεβαιώνει τον Λ. Μαχαιρά, μόνο που στη δική του εποχή το μοναστήρι των Κιστερκιανών είχε περιέλθει στην κυριότητα των Οψερβαντίων. Ο Λουζινιανός δίνει και την πληροφορία ότι το μοναστήρι Sainte Marie de Beaulieu κατεδαφίστηκε από τους Βενετούς το 1567, όπως και πολλά άλλα οικοδομήματα της Λευκωσίας, προκειμένου ν' ανεγερθούν οι νέες οχυρώσεις. Το λείψανο του αγίου Ιωάννη βρισκόταν, γράφει ο Λουζινιανός, στο μοναστήρι αυτό μέχρι και την κατεδάφισή του. Τι απέγινε πιο ύστερα, είναι άγνωστο. Το μοναστήρι Sainte Marie de Beaulieu που το όνομά του παρεφθάρη σε St. Marie de Bialeuq (=Παναγία των Κάμπων), ήταν γνωστό και με την ονομασία Άγιος Ιωάννης ντε Μονφόρ (κατά τον Λουζινιανό), ακριβώς επειδή βρισκόταν στον ναό του το λείψανο του αγίου.

 

Ο Ιωάννης ντε Μονφόρ φαίνεται ότι είχε μακρινή συγγένεια και με τη γνωστή οικογένεια των Ιβελίνων της Κύπρου. Ο ντε Μας Λατρί γράφει ότι ήταν ετεροθαλής αδελφός του Φιλίππου ντε Μονφόρ, αφέντη της Τύρου και γιου του Γκυ ντε Μονφόρ από τον γάμο του με την Ελοΐζ ντ’ Ιμπελέν, χήρα του Ρενώ, κυρίου της Σιδώνος. Αντίθετα, ο Du Cange συγχύζει τον άγιο Ιωάννη ντε Μονφόρ με άλλο συνώνυμό του, γιο και διάδοχο του Φιλίππου, ενώ σε άλλες πηγές ο άγιος αναφέρεται ως γιος και διάδοχος του Αμάλριχου Στ', κόμητος ντε Μονφόρ. Ο Στ. Λουζινιανός πάλι, θεωρεί τον άγιο Ιωάννη και ως κόμη ντε Ρουχάς (Ruchas). Το πριγκιπάτο Ruchas (=Εδέσσης, στη Συρία), είχε όμως παύσει προ πολλού να υφίσταται ως χριστιανική κτήση γιατί είχε αλωθεί ήδη το 1146, από τον σουλτάνο της Αιγύπτου Νουρεντίν, πολύ πριν η οικογένεια των ντε Μονφόρ εμφανιστεί στην Ανατολή. Πάλι, ο τίτλος του κόμητος ντε Ρουχάς επανέρχεται, ως απλός πλέον τιμητικός τίτλος, στην Κύπρο αρκετά αργότερα, με καθιέρωσή του από τον βασιλιά Πέτρο Α' σε σχέση με τη Μόρφου: ο τίτλος απενεμήθη αρχικά από τον Πέτρο Α' στον ευγενή Ιωάννη ντε Μόρφου το 1365, σε ένδειξη εκτιμήσεως προς αυτόν μετά την άλωση της Αλεξανδρείας από τις κυπριακές δυνάμεις (ο Ιωάννης ντε Μόρφου ήταν αρχιστράτηγος της Κύπρου). Πιθανώς ο Λουζινιανός είχε συγχύσει τα ονόματα ντε Μονφόρ (de Montfort) και Ντε Μόρφου (de Morpho). Για τον λόγο ίσως αυτό, ο άγιος Ιωάννης ντε Μονφόρ εθεωρήθη ότι είχε υπηρετήσει και ως αρχιστράτηγος της Κύπρου, πράγμα όμως που δεν φαίνεται να ευσταθεί. Όπως δεν φαίνεται να ευσταθεί ούτε η αναφερόμενη ιδιότητα του αδελφού του Φιλίππου ως ναυάρχου της Κύπρου, πράγμα που και πάλι δεν αποδεικνύεται, ενώ αντίθετα ο Φίλιππος ντε Μονφόρ αναφέρεται αλλού ως κοντοστάβλης της Πτολεμαΐδος περί το 1244. Είναι λοιπόν φανερό ότι υπήρξε σύγχυση μεταξύ ντε Μονφόρ και vτε Μόρφου. Έτσι, η μόνη σχέση του αγίου Ιωάννη ντε Μονφόρ με την Κύπρο, φαίνεται να είναι ότι ο άγιος πέθανε στο νησί, περί το 1248, κι ετάφη στη Λευκωσία. Εθεωρήθη δε, τόσο από τους Λατίνους της Κύπρου όσο και από τους Ορθοδόξους του νησιού, σημαντικός όσο και θαυματουργός άγιος, γι’ αυτό και τιμήθηκε ιδιαίτερα, η δε μνήμη του εορταζόταν στις 8 Μαϊου.

 

Όπως διασώζουν οι μεσαιωνικοί χρονογράφοι, η φήμη του αγίου ήταν πολύ μεγάλη, εθεωρείτο δε ότι ασκούσε και ισχυρή επιρροή στον ίδιο τον Θεό! Γι' αυτό όχι μόνο οι Κύπριοι, αλλά και πολλοί ξένοι, από διάφορες χώρες, έφθαναν στον τάφο του στη Λευκωσία ως προσκυνητές. Μάλιστα ένας περιηγητής, που είδε το λείψανο του αγίου στη Λευκωσία το 1483 (περίπου δυο και μισό αιώνα μετά τον θάνατό του), περιέγραφε το σώμα του Ιωάννη ντε Μονφόρ γράφοντας ότι τούτο εξακολουθούσε να ήταν ακέραιο και μόνο σε ένα από τα δυο χέρια του φαινόταν λίγο το κόκαλο, σαν να έλειπε μικρό μόνο κομμάτι σάρκας. Μια παράδοση, μάλιστα, ανέφερε ότι το μικρό τεμάχιο σάρκας απεκόπη από μια Γερμανίδα, που είχε εμφανιστεί ως συγγενής του αγίου και γι' αυτό της επετράπη να προσκυνήσει το σώμα του. Αυτή όμως απέκοψε με τα δόντια της κομμάτι σάρκας, για να το πάρει μαζί της ως ιερό φυλακτό, κατόρθωσε δε να το μεταφέρει κρυφά στο καράβι της. Όμως όταν το καράβι ανοίχθηκε στη θάλασσα, ο άνεμος σταμάτησε εντελώς και τούτο δεν μπορούσε να προχωρήσει. Τότε μόνο προχώρησε, όταν η γυναίκα ομολόγησε την πράξη της και απεφασίσθη να επιστρέψει το καράβι στην Κύπρο για να επανατοποθετηθεί το κομμάτι σάρκας του αγίου στον τάφο του. Το λείψανο του αγίου ενταφιασμένο σε πολύτιμη σαρκοφάγο, θα πρέπει να μετακινήθηκε σε άλλο μέρος της Λευκωσίας όταν το μοναστήρι στο οποίο βρισκόταν κατεδαφίστηκε το 1567. Έκτοτε δεν υπήρξε άλλη νεότερη πληροφορία γι’ αυτό. Πιθανότατα εκλάπη ή και κατεστράφη μετά την άλωση της Λευκωσίας από τους Τούρκους, το 1570.