Καταλάνος Νικόλαος

Image

Ελλαδίτης εκπαιδευτικός, λόγιος, δημοσιογράφος και εθνικός αγωνιστής, υπέρμαχος του αγώνα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Στην Κύπρο έζησε 20 περίπου χρόνια κι ανέπτυξε ποικίλη κι έντονη δραστηριότητα. Μανιάτης την καταγωγή, γεννήθηκε το 1855 στο χωριό Νομιτσί του δήμου Λεύκτρων του νομού Λακωνίας (Πελοπόννησος) και πέθανε στις 5 Μαϊου 1934 στην Αθήνα.

 

Ο Νικόλαος Καταλάνος φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και στη συνέχεια σπούδασε μαθηματικά και φυσική στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η έντονη και άμεση ανάμειξή του στα κυπριακά πράγματα άρχισε από το 1893, οπότε διορίστηκε καθηγητής στο Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λευκωσίας στο οποίο, ωστόσο, υπηρέτησε για λίγα μόνο χρόνια υπό τον γυμνασιάρχη Ιωάννη Δέλλιο. Αποχώρησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο το 1896 ύστερα από διαφωνία του με τον γυμνασιάρχη. Ο σύντομος όμως χρόνος της υπηρεσίας του ως καθηγητή του Παγκυπρίου Γυμνασίου ήταν αρκετός για να τον κάνει να διακριθεί ιδιαίτερα εξαιτίας της γλαφυρότητας της διδασκαλίας του και των παιδαγωγικών του μεθόδων. Ταυτόχρονα οι εντός αλλά κι εκτός σχολείου εθνικές ομιλίες του συνέπαιρναν τους ακροατές του. Υπερήφανος, πείσμων, εμμονικός κι άκαμπτος ο ίδιος, από τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στην Κύπρο αντιμετώπισε προβλήματα με τους Άγγλους κυρίαρχους του νησιού. Λέγεται ότι βασικός λόγος της αποχώρησής του από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και την εκπαίδευση γενικότερα, το 1896, ήταν το ότι αρνήθηκε πεισματικά να παραστεί σε εκδήλωση προς τιμήν του τότε Βρετανού ύπατου αρμοστή σερ Γουώλτερ Σένταλ.

 

Μετά την αποχώρησή του από την εκπαίδευση, αναμείχθηκε ενεργότερα στην πολιτική και, ταυτόχρονα, αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία. Εξάλλου ανέπτυξε, παράλληλα προς την εθνική, και κοινωνική δραστηριότητα καθώς και σωματειακή δράση (το 1897 διαδέχθηκε τον Αχιλλέα Λιασίδη στην προεδρία του σωματείου «Αγάπη του Λαού»). Επίσης δίδασκε σε οργανωμένα και τακτικά νυχτερινά εθνικά και μορφωτικά μαθήματα, πράγμα που τον ανέδειξε σ' ένα είδος λαϊκού δασκάλου.

 

Ειδικότερα στον τομέα της δημοσιογραφίας, ο Καταλάνος ανέλαβε το 1897 τη διεύθυνση της εβδομαδιαίας εφημερίδας Εὐαγόρας, ενώ συνεργάστηκε και στην έκδοση της εφημερίδας Σημαία τῆς Κύπρου. Την εφημερίδα Εὐαγόρας διηύθυνε από το 1897 μέχρι το 1905. Αμέσως μετά, από το 1906, εξέδιδε την εφημερίδα Κυπριακός Φύλαξ. Η εφημερίδα εκδιδόταν από τον Καταλάνο μέχρι και το 1921, στη συνέχεια δε, εκδιδόταν με την ονομασία Νέος Κυπριακός Φύλαξ από τους Κ. Α. Κωνσταντινίδη και Ι. Μαρκίδη. Στις εφημερίδες στις οποίες εργάστηκε, ο Καταλάνος ήταν και ο κύριος συντάκτης, σ' αυτές δε δημοσίευσε πολλά πολιτικά, ιστορικά και εκπαιδευτικά άρθρα.

 

Η δραστηριότητά του στον τομέα της εκπαίδευσης δεν τερματίστηκε με την αποχώρησή του από τη διδασκαλική έδρα του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Εκτός από τα νυχτερινά μαθήματα που έδινε και για τα οποία έγινε ήδη λόγος πιο πάνω, ο Νικόλαος Καταλάνος εξελέγη και υπηρέτησε ως μέλος της σχολικής επιτροπής Λευκωσίας για πολλά χρόνια (1900-1911, 1911 - 1914 και 1917-1920).

 

Ο Καταλάνος εξέδιδε επίσης από το 1906 μέχρι το 1908, το 15νθήμερο περιοδικό Ζήνων (που απετέλεσε τρεις συνολικά τόμους). Εξέδωσε επίσης, σε δυο τόμους, το Κυπριακόν Λεύκωμα «Ὁ Ζήνων» (τόμος Α', Λευκωσία, 1914 και τόμος Β΄, Λευκωσία, 1918). Μια άλλη αξιόλογη εκδοτική προσφορά του ήταν η ανατύπωση και κυκλοφορία το 1902 (σε συνεργασία με τον Περικλή Μιχαηλίδη) του έργου του αρχιμανδρίτη Κυπριανού Ἱστορία Χρονολογική τῆς Νήσου Κύπρου. Επίσης, μεταξύ των εκδομένων έργων του είναι και το Κοινωνικός Σύντροφος - Ὁδηγός κοινωνικῆς ζωῆς (Λευκωσία, 1925), το Ἐμπορική Σχολή «Ὁ  Ἑρμῆς», Λάρνακα, 1896 και ο Λόγος πανηγυρικός ἐπί τῇ  ὀνομαστικῇ  ἑορτῇ τοῦ βασιλέως ἡμῶν Γεωργίου τοῦ Α' εἰς τό Ἀναγνωστήριον «Ὁμόνοια» Στροβόλου (Λευκωσία, 1896).

 

Ο Καταλάνος διετέλεσε παράγων και του σωματείου «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου, του οποίου υπήρξε κι ο πρώτος επίτιμος πρόεδρος (εξελέγη στις 5 Φεβρουαρίου 1911, πέντε μέρες μετά την ίδρυση του σωματείου).

 

Δυναμικός όπως ήταν ο Νικόλαος Καταλάνος, δεν μπορούσε να μην είχε πρωταγωνιστική ανάμειξη και στο περιβόητο αρχιεπισκοπικό ζήτημα  που συγκλόνισε την Κύπρο για μια ολόκληρη δεκαετία, την πρώτη του 20ού αιώνα, ως διαμάχη των δυο Κυρίλλων (Κιτίου και Κυρηνείας) για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Επειδή δε ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος Κύπρου ήταν ταυτόχρονα και ο εθνικός ηγέτης των Ελλήνων του νησιού, η διαμάχη των δυο Κυρίλλων και γενικότερα των δυο στρατοπέδων στα οποία είχε χωριστεί τότε ο Ελληνισμός του νησιού (Κιτιακοί και Κυρηνειακοί) δεν ήταν μόνο εκκλησιαστική αλλά και πολιτική. Ο μεν Κυρηνείας Κύριλλος Βασιλείου και ο κύκλος του ήσαν οι υποστηρικτές της μετριοπαθούς πολιτικής έναντι των Άγγλων κυριάρχων, ενώ αντίθετα ο Κιτίου Κύριλλος Παπαδόπουλος, μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, ήταν ο εκφραστής του αδιάλλακτου ενωτικού αιτήματος και της συνεχούς κι ασυμβίβαστης πίεσης προς τους Βρετανούς για την άμεση πραγματοποίηση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Νικόλαος Καταλάνος, φλογερός ενωτικός αγωνιστής, ήταν φυσικά ένας των κυριοτέρων υποστηρικτών του Κιτίου Κυρίλλου Παπαδοπούλου, του επιλεγόμενου Κυριλλάτσου. Όταν μάλιστα — στα πλαίσια της χρόνιας διαμάχης — ο Κυριλλάτσος κατηγορήθηκε από τους Κυρηνειακούς ως μασώνος (με κατήγορο τον Κύρο Ιωαννίδη, γενάρχη της οικογένειας Κύρου της Ἑστίας Αθηνών), ο Καταλάνος ανέλαβε την υπεράσπιση τόσο του μητροπολίτη Κιτίου, όσο και της ίδιας της μασωνίας.

 

Ανάμεσα στις άλλες δραστηριότητες του Καταλάνου στην Κύπρο, θα πρέπει να αναφέρουμε την προσπάθειά του για δημιουργία ειδικής κυπριακής πυροβολαρχίας με σκοπό να αποσταλεί στην Ελλάδα το 1911, και την πρωτοβουλία του για διενέργεια εράνων προς ενίσχυση του ελληνικού στρατού κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων.

 

Επειδή μετά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο το ενωτικό κίνημα των Ελλήνων της Κύπρου εντάθηκε σε ανησυχητικό για τους Άγγλους κυρίαρχους βαθμό, η αποικιακή κυβέρνηση της Κύπρου άρχισε να παίρνει διάφορα μέτρα. Μεταξύ άλλων, το 1922 θεσπίστηκε ο νόμος αρ. 24/1922 που αφορούσε τους αλλοδαπούς εκπαιδευτικούς, γιατρούς και ιεραποστόλους και όριζε ότι αυτοί δεν είχαν δικαίωμα να αναμειγνύονται στα πολιτικά πράγματα της Κύπρου.

 

Με βάση τον νόμο αυτό, απελάθηκε από την Κύπρο στο τέλος του 1922 (3 Νοεμβρίου 1922) ο Φίλιος Ζαννέτος, Πελοποννήσιος κι αυτός και ενωτικός αγωνιστής όπως κι ο Καταλάνος, γιατρός, συγγραφέας και δήμαρχος Λάρνακας. Ο Καταλάνος είχε χαρακτηριστεί από τους Άγγλους ανεπιθύμητο πρόσωπο κι απελάθηκε από την Κύπρο πιο πριν, στις 24 Απριλίου 1921. Αφορμή για την απέλασή του στάθηκε η πρωταγωνιστική του ανάμειξη στους γιορτασμούς που είχαν οργανωθεί στην Κύπρο τον Μάρτιο του 1921 με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης. Στους γιορτασμούς κυριάρχησαν τα συνθήματα υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Η απέλασή του ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών στην Κύπρο.

 

Ο Καταλάνος εγκαταστάθηκε, μετά την εξορία του από την Κύπρο, στην Αθήνα όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1934. Διάφορες προσπάθειες στην Κύπρο να αρθεί το διάταγμα απέλασής του, δεν καρποφόρησαν.

 

Στην κεντρικότερη πλατεία της Λευκωσίας, την πλατεία Ελευθερίας, υπάρχει η προτομή του Καταλάνου, που στήθηκε με πρωτοβουλία παλαιών μαθητών του.

 

Ο Νικόλαος Καταλάνος έγραψε απομνημονεύματα, στα οποία παραθέτει αρκετές πληροφορίες για τον εαυτό του και για την όλη δραστηριότητά του στην Κύπρο, αναφέρεται δε και σε διάφορες καταστάσεις, όπως και σε πρόσωπα της δημόσιας ζωής της Κύπρου επί ημερών του, και κάνει κρίσεις προσωπικές (Κυπριακαί Σπουδαί, τόμος ΜΓ', 1979).