Κίτσενερ Οράτιος Χέρμπερτ Herbert Horatio Kitchener

Image

Χαρτογράφησε με λεπτομέρεια ολόκληρη την Κύπρο, θεωρείται ο θεμελειωτής του Κυπριακού Κτηματολογίου και εκ των ιδρυτών του Κυπριακού Μουσείου.  

Ο Οράτιος Κίτσενερ, είναι Βρετανός στρατιωτικός που υπηρέτησε κατά καιρούς σε υψηλότατες θέσεις στις αποικίες. Γεννήθηκε στην Ιρλανδία στις 24 Ιουνίου 1850 και πέθανε στις 5 Ιουνίου 1916. Σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία του Woolwich απ’ όπου αποφοίτησε το 1868. Κατετάγη ως ανθυπολοχαγός του μηχανικού στον στρατό, το 1871. Το 1874 εστάλη στη Μέση Ανατολή και, μεταξύ άλλων, εργάστηκε ως κατώτερος αξιωματικός του μηχανικού σε τοπογραφικές και χαρτογραφικές εργασίες στην Κύπρο και στην Παλαιστίνη. Το 1883 (βρισκόταν ακόμη στην Κύπρο) προήχθη σε λοχαγό. Υπηρέτησε αργότερα στην Αίγυπτο και μεταξύ 1886 -1888 διετέλεσε διοικητής στο Suakin του Σουδάν, όπου πήρε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις και τραυματίστηκε σοβαρά. Το 1891 - 92 ήταν διοικητής ταξιαρχίας στις επιχειρήσεις στην Gamaizich και στην Toski. To 1892 ανέλαβε ως αρχηγός του στρατού της Αιγύπτου και στη συνέχεια διεξήγαγε με επιτυχία επιχειρήσεις κατά του Σουδάν. Το 1896 προήχθη σε υποστράτηγο και πήρε τον τίτλο του «βαρόνου του Χαρτούμ». Αφού διεξήγαγε και άλλες πολεμικές επιχειρήσεις, ανέλαβε τέλος τη διακυβέρνηση του Σουδάν, με τον βαθμό του αντιστράτηγου. Το 1900 προήχθη σε στρατηγό και ανέλαβε την αρχηγία των αγγλικών δυνάμεων στον Νοτιοαφρικανικό πόλεμο. Με το τέλος του πολέμου το 1902, ο Κίτσενερ έλαβε τον τίτλο του λόρδου και ανέλαβε την αρχηγία του στρατού των Ινδιών, στις οποίες παρέμεινε 7 χρόνια. Προήχθη στη συνέχεια σε στρατάρχη και διαδέχθηκε το δούκα του Κόννοτ στη γενική αρχηγία του αγγλικού στρατού της Μεσογείου.

 

Το 1911 παραιτήθηκε και διορίστηκε γενικός πρόξενος στην Αίγυπτο και μέχρι το 1914 ουσιαστικά την κυβερνούσε, όπως και το Σουδάν. Αμέσως μετά την έκρηξη του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου (1914) ανέλαβε ως υπουργός των Στρατιωτικών της Αγγλίας. Παρέμεινε γνωστότατος για τη σημαντική δραστηριότητά του προς αναδιοργάνωση του αγγλικού στρατού και την ίδρυση εργοστασίων πολεμικού υλικού. Ταξίδευσε το 1915 στο μέτωπο των Δαρδανελλίων (όπου διέταξε τη γνωστή εκκένωση της χερσονήσου της Καλλιπόλεως) κι επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα όπου έπεισε τον βασιλέα Κωνσταντίνο να βγάλει την Ελλάδα από την ουδετερότητα και να την εντάξει στον πόλεμο με το μέρος της Αντάντ. Το 1916 πήγε, ύστερα από πρόσκληση του τσάρου, στη Ρωσία για να βοηθήσει στην αναδιοργάνωση του ρωσικού στρατού. Τον Μάιο του ιδίου χρόνου επέστρεφε με πλοίο που βυθίστηκε — είτε από πρόσκρουση σε ύφαλο ή νάρκη είτε από τορπιλισμό — στις 6 Ιουνίου, και μεταξύ εκείνων που πνίγηκαν ήταν κι ο Κίτσενερ.

 

Σχέσεις του προς την Κύπρο: Ο Κίτσενερ σχετίστηκε προς την Κύπρο όταν ήταν ακόμη νέος και άσημος αξιωματικός του μηχανικού. Έφθασε στο νησί τον Σεπτέμβριο του 1878 (δυο μήνες μετά την αγγλική κατάκτησή του), προερχόμενος από την Αλεξάνδρεια και συνοδεύοντας την Εσμέ Σκοττ - Στήβενσον, σύζυγο του Άντριου Σκοττ - Στήβενσον, διοικητή τότε της Κερύνειας. Στον Κίτσενερ και σε κάποιον Χίππερσλεϋ (Hippersley) είχε ανατεθεί η χαρτογράφηση της Κύπρου, της καινούργιας βρετανικής αποικίας. Ο Κίτσενερ έφερε τότε το βαθμό του υπολοχαγού. Διαφωνίες του όμως ως προς τον τρόπο χαρτογράφησης της Κύπρου με τον πρώτο διοικητή του νησιού σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ, καθυστέρησαν την εργασία του που συνεχίστηκε μόνο μετά την αντικατάσταση του σερ Γκάρνετ από τον σερ Ρόμπερτ Μπίνταλφ τον Ιούνιο του 1879. Η εργασία του Κίτσενερ, για την οποία έκαμε χιλιάδες προσχέδια, διάρκεσε τρία χρόνια. Τόσο λεπτομερής ήταν η χαρτογράφησή του, ώστε σημείωνε ακόμη και κτιριακά συγκροτήματα χωριών και μικρών οικισμών και, φυσικά, ενδείξεις για τον πληθυσμό τους. Στα τρία αυτά χρόνια ο Κίτσενερ επεσκέφθη και την πιο απομακρυσμένη γωνιά της Κύπρου. Τελικά συμπλήρωσε ένα λεπτομερή χάρτη της Κύπρου το 1883, ο οποίος όμως δημοσιεύθηκε το 1885. Όταν υπηρετούσε στην Κύπρο, ο Κίτσενερ έφερε τον τίτλο του director of Survey and head of the Land Registry Office.

 

Η παρουσία και τη δράση του είχε ευεργετικές συνέπειες, καθώς εργάστηκε στην τριγωνομετρική χωρομέτρηση του νησιού, ενώ στη συνέχεια (Μάρτιος 1880) ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Χωρομετρίας, μέχρι την παραίτησή του για να υπηρετήσει στην Αίγυπτο, τον Φεβρουάριο του 1883. Ήταν, επίσης, ο πρώτος που πρότεινε για την επίλυση του αρδευτικού προβλήματος της Κύπρου τη δημιουργία «δεξαμενών» στις κοιλάδες του Τροόδους για να μην χάνονται τα νερά των χειμάρρων.

 

Ο Κίτσενερ ενδιαφερόταν επίσης για την αρχαιολογία, αν και δεν γνωρίζουμε πόσο βαθιές ήσαν οι γνώσεις του στον τομέα αυτό. Στην Κύπρο, πάντως, υπήρξε πρωτεργάτης στη θεμελίωση του Κυπριακού Μουσείου και διετέλεσε πρώτος έφορός του. Από την Κύπρο έφυγε τον Φεβρουάριο του 1883. Πέθανε στις 5 Ιουνίου 1916, είτε από την έκρηξη από Γερμανική νάρκη, του πλοίου όπου επέβαινε, είτε από επακόλουθο πνιγμό. Το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.

 

Το σπίτι στο οποίο διέμενε ο Κίτσενερ βρισκόταν στην εντός των τειχών παλαιά πόλη της Λευκωσίας, στην οδό Χαϊδάρ Πασά αρ. 1. Στις 24 Ιουνίου 1927 (77η επέτειο της γέννησής του) ο τότε κυβερνήτης της Κύπρου σερ Ρόναλντ Στορρς απεκάλυψε στο σπίτι αυτό αναμνηστική πλάκα. Εξάλλου η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας τίμησε τη μνήμη του με αναμνηστικό γραμματόσημο που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1979.

 

Το Κρατικό Αρχείο Κύπρου  εξέδωσε το 2013 το βιβλίο «Kitchener 1878-1883. Αρχιτέκτονας της Χωρομέτρησης της Κύπρου», με πρόλογο του τότε υπουργού Δικαιοσύνης, Λ. Λουκά, της εφόρου του Κρατικού Αρχείου, Έφης Παρπαρίνου, και εισαγωγικό σημείωμα του καθηγητή Πέτρου Παπαπολυβίου.

 

 Στα έγγραφα που αποθησαυρίζονται στην έκδοση ο αναγνώστης βρίσκει σπάνιες εκθέσεις του Κίτσενερ (ορισμένες ιδιόχειρες), πολύτιμες τόσο για τη συμπλήρωση των πληροφοριών για τη μεγάλη αυτή προσωπικότητα, όσο και για την κατανόηση των συνθηκών και των προβλημάτων που χαρακτήριζαν τα πρώτα χρόνια της βρετανικής παρουσίας στην Κύπρο.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image