Λαρτίν

Το λίπος, ιδίως του χοιρινού κρέατος. Πρβλ. και τη γνωστή παροιμία: Νηστεύκει το λαρτ'ίν τζ'αι τρώει την μίλλαν, όπου η μίλλα είναι το παραγόμενο από το λαρτίν λίπος. Επίσης το ορτύκι, πουλί που έχει μπόλικο λίπος, λέγεται στην Κύπρο και λαρτοκουντούριν* (το), όπου ως πρώτο συνθετικό έχει τη λέξη λαρτίν και δεύτερο τη λέξη κουντούριν (κοντόχοντρο). Γνωστή είναι επίσης η κυπριακή λέξη λαρτομουστατζ'ιάζω, που σημαίνει γεμίζω με λαρδί τα μουστάκια μου, δηλαδή τρώω καλά, είμαι καλοταϊσμένος.