Μουδούριν

Είδος ασσ΄ιού (=ασκού) το οποίο δεν ήταν «πισσωμένο» στο εσωτερικό του. Δεν ετοποθετείτο, δηλαδή, το ειδικό εκείνο στρώμα «πίσσας» που έδινε στεγανότητα στο ασκί. Μερικές φορές μουδούριν ελέγετο και το δέρμα του ζώου (προβάτου) με το οποίο κατασκευαζόταν ο ασκός.