Ντίξον Χέπγουωρθ

Image

Βρετανός κυβερνητικός αξιωματούχος και συγγραφέας διαφόρων έργων, που πήρε μέρος στην όλη διαδικασία κατάληψης της Κύπρου από τους Βρετανούς το καλοκαίρι του 1878. Παίρνοντας μέρος στα γεγονότα εκείνα, και παραμένοντας για αρκετούς μήνες στη συνέχεια στο νησί, ο Ντίξον είχε την ευκαιρία να γνωρίσει ολόκληρη την Κύπρο και τους κατοίκους της. Υπήρξε από τους πρώτους που εξέδωσαν τότε έργα τους στην Αγγλία για την Κύπρο, εν όψει και του μεγάλου ενδιαφέροντος του βρετανικού αναγνωστικού κοινού για τη νέα κατάκτηση της Μεγάλης Βρετανίας.

 

Ο Χέπγουωρθ Ντίξον (Hepworth W. Dixon) ήταν ήδη τότε γνωστός συγγραφέας, ιδίως ταξιδιωτικών έργων, όταν το 1879 εξέδωσε στο Λονδίνο το βιβλίο του «British Cyprus» («Βρετανική Κύπρος»). Σ' αυτό δίνει πολλές και ενδιαφέρουσες «από πρώτο χέρι» μαρτυρίες τόσο για την κατάσταση της Κύπρου το 1878, των πόλεων και της υπαίθρου, όσο και των ανθρώπων της, των ασχολιών, των εθίμων, των προβλημάτων τους. Και βεβαίως, μας δίνει και άφθονες μαρτυρίες γύρω από τα γεγονότα της κατάληψης της Κύπρου από τους Άγγλους και του περάσματός της από την οθωμανική κυριαρχία στην αγγλική κατοχή. Αναφέρεται επίσης στα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ίδιοι οι Άγγλοι όταν κατέλαβαν το νησί, καθώς και στις πρώτες τους δραστηριότητες.

 

Σε αντίθεση όμως προς πολλούς άλλους ξένους (περιλαμβανομένων και συμπατριωτών του), ο Ντίξον προσπάθησε να δει την Κύπρο και τους κατοίκους της από την οπτική γωνία ενός υπερόπτη. Αν και συχνά καταφεύγει σε ποιητικές ή ποιητικίζουσες εκφράσεις και εξάρσεις, με ένα επιτηδευμένο ύφος και μια, όχι σπάνια, «αφ΄υψηλού» θεώρηση των πραγμάτων, πάντως το έργο του αποτελεί σήμερα αξιόλογη ιστορική μαρτυρία. Οι περιγραφές των πόλεων και της υπαίθρου, του κλίματος, διαφόρων μνημείων, προσωπικοτήτων, της πρώτης διοίκησης των Βρετανών κλπ., όταν απογυμνωθούν από ανιστόρητες και εξωπραγματικές θεωρίες και κρίσεις του, αποτελούν σήμερα ιστορική πηγή.

 

Διαβάζοντας τον Ντίξον, καταλαβαίνει κανείς εύκολα την χαρά έως και χαιρεκακία του ακόμη για την απόκτηση της Κύπρου από την Αγγλία. Προσπαθεί να βρει και να πλάσει λόγους για τους οποίους η πατρίδα του εδικαιούτο την Κύπρο, και να βρει μνημεία και τοπωνύμια που να εσχετίζοντο με το σύντομο πέρασμα από το νησί του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, επτά περίπου αιώνες ενωρίτερα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι «ερμηνείες» που δίνει για μνημεία και τοπωνύμια, δεν είναι απλώς αφελείς, είναι γελοίες. Βεβαίως έγραψε υπό την επήρεια του «πρώτου ενθουσιασμού», που έζησε ιστορικές στιγμές, αλλά είναι επίσης φανερό ότι ο Ντίξον ήλθε στην Κύπρο με την έπαρση ενός «πολιτισμένου» και την αλαζονεία ενός ισχυρού, με το πάθος ενός Αγγλικανού, την μικροπρέπεια ενός μέλους «ανώτερης φυλής» και την προκατάληψη ενός φανατικού. Έτσι, σε αντίθεση προς άλλους Βρετανούς (όπως η Άννυ Μπράσσεϋ, ο Μπάζιλ Στιούαρτ, ο Σάμιουελ Μπέικερ, η Άγκνες Σμιθ, η Εσμέ Σκωτ Στήβενσον και άλλοι ακόμη σύγχρονοί του — για να μην αναφέρουμε προγενέστερους και μεταγενέστερους Βρετανούς και άλλους), ο Ντίξον απέτυχε ολωσδιόλου να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον λαό της Κύπρου καθώς και το ζήτημα των σχέσεων, αντιθέσεων και ισορροπίας Ελλήνων και Τούρκων Κυπρίων. Ακόμη και ο τίτλος του βιβλίου του («Βρετανική Κύπρος») είναι πολύ χαρακτηριστικός της νοοτροπίας και των προκαταλήψεών του.

 

Ολόκληρο το βιβλίο του Ντίξον, που αριθμεί 368 σελίδες, παρέθεσε για πρώτη φορά μεταφρασμένο ολόκληρο στην ελληνική, μαζί με πλήθος σημειώσεις και σχόλια, ο Άντρος Παυλίδης στο έργο του Η Κύπρος ανά τους Αιώνες... (τόμος 3ος, 1995, σσ. 1152-1282).