Πέτρος

"Ο δαίμων της πορνείας"

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ

 

Ὁ Τζουάν Βισκούντης εἶχε γράψει τήν ἀλήθεια.

Πῶς πλέρωσε μαυλίστρες ὁ κούντη Τερουχᾶς

πῶς βρέθηκαν ἀντάμα αὐτός κι ἡ ρήγαινα

πῶς ἄρχισε τό πράμα, πῶς ξετέλειωσε,

ὅλα τῆς Λευκωσίας τά κοπέλια

τό διαλαλοῦσαν στά στενά καί στίς πλατεῖες.

Πώς ἦταν ἡ γραφή σωστή πού ἔστειλε στή Φραγκιά

στό ρήγα

τό ξέραν οἱ συβουλατόροι.

Ὄμως τώρα συνάχτηκαν καί συντυχαῖναν γιά νά συβουλέψουν

τήν Κορόνα τῆς Κύπρου καί τῶν Ἱεροσολύμων˙

τώρα ἦταν διαταμένοι γιά νά κρίνουν

τή ρήγαινα Λινόρα πού κρατοῦσε

ἀπ’ τή μεγάλη τή γενιά τῶν Καταλάνων˙

κι εἶναι ἀνελέημονες οἱ Καταλάνοι

κι ἄν τύχαινε κι ὁ ρήγας ἐκδικιοῦνταν

τίποτε δέ θά τό ’χαν ν’ ἀρματώσουν καί νά ’ρθοῦνε

καί νά τούς ξολοθρέψουν αὐτούς καί τό βιό τους.

Εἶχαν εὐθύνες, τρομερές εὐθύνες˙

ἀπό τή γνώμη τους κρέμουνταν τό ρηγάτο.

 

Πώς ὁ Βισκούντης ἦταν τίμιος καί πιστός

βέβαια τό ξέραν˙ ὃμως βιάστηκε,

φέρθηκε ἀστόχαστα ἄμοιαστα ἂτσαλα.

Ἦταν ἀψύς ὁ ρήγας, πῶς δέν τό λογάριασε;

καί μπρούμουτα στόν πόθο τῆς Λινόρας.

Πάντα μαζί του στά ταξίδια τό πουκάμισό της

καί τό ’παιρνε στήν ἀγκαλιά του σάν κοιμοῦνταν˙

καί πῆγε νά τοῦ γράψει ὁ  ἀθεόφοβος

πώς βρῆκαν μέ τήν ἄρνα του τό κριάρι˙

γράφουνται τέτοια λόγια σ’ ἕναν ἄρχοντα;

Ἦταν μωρός. Τουλάχιστο ἄς θυμοῦνταν

πώς ἔσφαλε κι ὁ ρήγας˙ ἔκανε τό λιγωμένο

μά εἶχε στό πισωπόρτι καί δυό καῦχες.

Ἀναστατώθη τό νησί σάν ἡ Λινόρα

πρόσταξε καί τῆς ἔφεραν τή μιά, τή γκαστρωμένη

κι ἄλεθαν μέ τό χερομύλι πάνω στήν κοιλιά της

πινάκι τό πινάκι τό σιτάρι.

Και τό χειρότερο - δεν τό χωράει ὁ νοῦς -

ἀφοῦ τό ξέρει ὁ κόσμος ὅλος πώς ὁ ρήγας

γεννήθηκε στό ζώδιο τοῦ Αἰγόκερω,

πῆρε στά χέρια του ὁ ταλαίπωρος καλάμι

τή νύχτα πού ἦταν στόν Αἰγόκερω ἡ σελήνη

νά γράψει τί; γιά κέρατα καί κριάρια!

Ὁ φρόνιμος τή μοίρα δέν τηνε ξαγριεύει.

Ὄχι˙ δέν εἴμαστε ταγμένοι γιά νά ποῦμε

ποῦ εἶναι τό δίκιο. Τό δικό μας χρέος

εἶναι νά βροῦμε τό μικρότερο κακό.

Κάλλιο ἕνας νά πεθάνει ἀπό τό ριζικό του

παρά σέ κίντυνο νά μποῦμε ἐμεῖς καί τό ρηγάτο.

 

Ἔτσι συβουλευόντουσαν ὅλη τή μέρα

καί κατά τό βασίλεμα πῆγαν στό ρήγα

προσκύνησαν καί τοῦ εἶπαν πώς ὁ Τζουάν Βισκούντης

εἶναι ἕνας διαστρεμμένος ψεματάρης.

 

Κι ὁ Τζουάν Βισκούντης πέθανε ἀπ’ τήν πείνα σέ μιά

γούφα.

Μά στήν ψυχή τοῦ ρήγα ὁ σπόρος τῆς ντροπῆς του

ἃπλωνε τά πλοκάμια του καί τόν ἐκίνα

τό ’παθε νά τό πράξει καί στούς ἄλλους.

Κερά δέν ἔμεινε πού νά μή βουληθεῖ νά τήν πορνέψει˙

τίς ντρόπιασε ὅλες. Φόβος κι ἔχτρα ζευγαρῶναν

καί γέμιζαν τή χώρα φόβο κι ἔχτρα.

 

Ἔτσι, μέ τό «μικρότερο κακό», βάδιζε ἡ μοίρα

ὥς τήν αὐγή τ’ Ἅγι’ Ἀντωνιοῦ, μέρα Τετάρτη

πού ἦρθαν οἱ καβαλάρηδες καί τόν ἐσύραν

ἀπό τῆς καύχας του τήν ἀγκαλιά καί τόν ἐσφάξαν.

«Καί τἄπισα παρά οὓλους ὁ τουρκοπουλιέρης

ἦβρεν τον τυλιμένον τό αἶμαν» λέει ὁ χρονογράφος

«κι ἔβγαλεν τήν μαχαίραν του καί κόβγει

τά λυμπά του μέ τόν αὐλόν καί τοῦ εἶπε:

Γιά τοῦτα ἔδωκες θάνατον!».

 

Αὐτό τό τέλος ὅρισε γιά τό ρήγα Πιέρ ὁ δαίμων τῆς πορνείας.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ