Σοφία αγία, Λευκωσία

Image

Ο γοτθικός καθεδρικός ναός της Λευκωσίας είναι αφιερωμένος στην Αγία Σοφία, δηλαδή τη Σοφία του Θεού και φαίνεται ότι αντικατέστησε παλαιότερη βυζαντινή εκκλησία που ήταν κτισμένη εκεί. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται τόσο από τα αρχιτεκτονικά μέλη παλαιότερης εκκλησίας που χρησιμοποιήθηκαν στη γοτθική εκκλησία, όσο και από τη σφραγίδα του Λατίνου αρχιεπισκόπου Λευκωσίας Eustorge de Montaigu (1217-1251) στην οποία εικονίζεται μια εκκλησία με τρούλλο.

 

Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας είναι η μεγαλύτερη γοτθική εκκλησία της Κύπρου.  Έχει εσωτερικές διαστάσεις 66Χ21 μ. χωρίς τα παρεκκλήσια και το πρόπυλο. Είναι η μόνη γοτθική εκκλησία της Κύπρου με «περίπατο» (deambulatoire, ambulatory) και ψευδοεγκάρσιο κλίτος. Είναι επίσης η πιο παλαιά γοτθική εκκλησία της Κύπρου. Λόγω του μεγέθους της, της έλλειψης χρημάτων, αλλά και των διαφόρων ιστορικών περιπετειών της Κύπρου και των σεισμών, η ανέγερσή της κράτησε πάνω από 150 χρόνια, χωρίς όμως και να ολοκληρωθεί. Τουλάχιστον ο νοτιοδυτικός πύργος και ο άνω όροφος του προπύλου με την τοξοστοιχία, πού θα ένωνε τους δυο πύργους, δεν κτίστηκαν ποτέ.

 

Οικοδόμηση 

Η οικοδόμηση της εκκλησίας φαίνεται ότι άρχισε από τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας και τη λειτουργία της Λατινικής Εκκλησίας στην Κύπρο.  Αν και οι πληροφορίες των ιστορικών πηγών διαφέρουν, πιθανότατα ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1209, όπως αναφέρουν ο Amadi και ο Fl. Bustronio, επί του Λατίνου αρχιεπισκόπου Thierry. Οι διάδοχοι του Thierry Αλβέρτος και Ευστόργιος (Eustorge de Montaigu) συνέχισαν δραστήρια τις εργασίες οικοδόμησης της εκκλησίας.  Ήδη το 1228 είχε κτισθεί το ανατολικό τμήμα, δηλαδή ο «περίπατος», το βήμα και το εγκάρσιο κλίτος που αποτελείται από δυο παρεκκλήσια προσαρτημένα στον βόρειο και τον νότιο τοίχο του ανατολικού κόλπου της εκκλησίας που στεγάζει τον χορό (coeur, choir). To ύψος όμως των παρεκκλησίων περιορίζεται στο ύψος των πλάγιων κλιτών και δεν φθάνει το ύψος του μέσου κλίτους, όπως συνήθως. Οι εργασίες της πρώτης φάσης της οικοδόμησης της εκκλησίας συνεχίσθηκαν μέχρι το τέλος του 13ου αιώνα. Μέχρι τότε κτίσθηκαν τα πλάγια κλίτη και μεγάλο μέρος του μέσου κλίτους. Η πρώτη αυτή φάση της Αγίας Σοφίας επηρεάζεται από τη γοτθική αρχιτεκτονική της κεντροδυτικής Γαλλίας, της περιοχής του Παρισιού και της Champagne. Στην πρώτη αυτή φάση τα αρχιτεκτονικά γλυπτά είναι περιορισμένα. Ξεχωρίζουν στην πρώτη φάση η βόρεια θύρα του βόρειου παρεκκλησίου, του εγκάρσιου κλίτους, οι νευρώσεις των σταυροθολίων του μέσου κλίτους που στηρίζονται σε κιονίσκους με κιονόκρανα που έχουν κάλαθο διακοσμημένο με δυο σειρές έλικες, η νότια θύρα που μετακινήθηκε από τους Τούρκους, λίγο μετά το 1880, στην ανατολική πλευρά της εκκλησίας και η βόρεια θύρα καθώς και οι βαθμιδωτές διαβάσεις κατά μήκος του νότιου και του βόρειου τοίχου της εκκλησίας, όπως στην εκκλησία του Αββαείου του Fontevrault. Από την πρώτη αυτή φάση σώζονται και δυο ζεύγη αντηρίδων, πάνω από το εγκάρσιο κλίτος. Οι αντηρίδες αυτές αποτελούνται από δυο μισά επάλληλα τόξα, επηρεασμένα από τις επίστεγες αντηρίδες της εκκλησίας της Laon. Το κάτω τόξο των αντηρίδων αυτών στηρίζεται σε αντηρίδα εντοιχισμένη στον φωταγωγό του μέσου κλίτους και το πάνω σε κιονίσκο με κιονόκρανο διακοσμημένο με διπλούς έλικες που καταλήγουν σε φύλλωμα. Στην εξωτερική πλευρά τα τόξα στηρίζονται σε ισχυρή ορθογώνια αντηρίδα, με δίκλινη επίστεψη, προσκολλημένη στον βόρειο και τον νότιο τοίχο της εκκλησίας. Στο πάνω μέρος του ψηλότερου τόξου των αντηρίδων υπάρχει αυλάκι απορροής των νερών της βροχής που συλλέγονται στη στέγη του μέσου κλίτους. Το αυλάκι καταλήγει σε υδρορρόη με τη μορφή λιονταριού.

 

Στην πρώτη αυτή φάση ανήκει και το διώροφο παρεκκλήσι, στ' ανατολικά του βόρειου παρεκκλησίου του εγκάρσιου κλίτους.  Όπως και τα παρεκκλήσια του εγκάρσιου κλίτους, έτσι κι αυτό έχει ημικυκλική αψίδα καλυμμένη με τεταρτοσφαίριο που οφείλεται όχι σ' επίδραση της ρωμανικής αρχιτεκτονικής, αλλά μάλλον σ' επίδραση της ντόπιας βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Στη βορειοδυτική γωνιά του παρεκκλησίου υπάρχει κλιμακοστάσιο που έχει τη μορφή κοχλία. Το κλιμακοστάσιο οδηγούσε στο παρεκκλήσι του ορόφου. Το παρεκκλήσι του ορόφου είχε ορθογώνιο άνοιγμα στην πλευρά του μέσου κλίτους με κτιστά πεζούλια απ' όπου μπορούσε κάποιος να παρακολουθεί τη λειτουργία. Τον 14ο αιώνα όταν ο αρχιεπίσκοπος Giovanni del Conte άλλαξε την κάλυψη του παρεκκλησίου, έκλεισε και το άνοιγμα που επικοινωνούσε με την εκκλησία. Για τον λόγο αυτό ο C. Enlart είχε εκφράσει τη γνώμη ότι το παρεκκλήσι αυτό είναι το παρεκκλήσι που έκτισε ο αρχιεπίσκοπος αυτός προς τιμήν του αγίου Θωμά της Καντερβουρίας. Τα παράθυρα του πρώτου αυτού τμήματος της εκκλησίας είναι απλά, μεγάλα, οξυκόρυφα, χωρίς διαχωριστικούς κιονίσκους.

 

Τη συμπλήρωση του καθεδρικού της Αγίας Σοφίας ανέλαβε ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Giovanni del Conte ή Giovanni de Polo (1312-1332). Ο αρχιεπίσκοπος αυτός έφθασε στη Λευκωσία το 1319 και εργάσθηκε με ζήλο μέχρι το 1326 για τη συμπλήρωση της ανέγερσης της Αγίας Σοφίας. Συμπλήρωσε το μέσο κλίτος και κατασκεύασε τις επίστεγες αντηρίδες που διακοσμούνται με σειρά από τετράλοβα ανοίγματα. Τα παράθυρα του μέσου κλίτους είναι μεγάλα, ελαφρά οξυκόρυφα και διαιρούνται με τρεις κιονίσκους οι οποίοι στηρίζουν τόξα που περικλείουν τρίλοβα ανοίγματα. Η κορυφή των τοίχων του μέσου κλίτους στολίζεται με γείσο διακοσμημένο με φύλλα και ανθέμια. Το γείσο αυτό πάνω από τα παράθυρα κάμπτεται προς τα πάνω και σχηματίζει μικρό αέτωμα, η κορυφή του οποίου ήταν διακοσμημένη με στέλεχος βλαστού. Κάτω από το αέτωμα και πάνω από το παράθυρο υπήρχε μικρό τοξωτό άνοιγμα. Το ανάγλυφο γείσο διακόπτεται επίσης στα σημεία στήριξης των αντηρίδων από παραστάδες-τρίκογχες με αετωματοειδή επίστεψη. Όπως κι οι παλαιότερες αντηρίδες έτσι και οι επίστεγες αντηρίδες του 14ου αιώνα φέρουν στην κορυφή αυλάκι απορροής των νερών της βροχής που καταλήγει σε ζωόμορφες υδρορρόες που προβάλλουν από την ισχυρή αντηρίδα στην οποία στηρίζονται οι επίστεγες αντηρίδες. Οι ισχυρές αυτές αντηρίδες επιστέφονται από δικλινή επίστεψη που στα πλάγια διακόπτεται από αετώματα, η κορυφή των οποίων διακοσμείται με στελέχη βλαστού. Κάτω από το αέτωμα της δεύτερης αντηρίδας της νότιας πλευράς προβάλλει το μπούστο ανθρώπου που κρατεί στα χέρια το κατράν ηλιακού ρολογιού. Έκτισε ακόμη ο αρχιεπίσκοπος Giovanni την πρόσοψη του ναού χωρίς ίσως το πρόπυλο. Έκτισε ακόμη ένα παρεκκλήσι στο δυτικό τμήμα του νότιου τοίχου που χρησίμευε σαν βαπτιστήριο και διακόσμησε το βήμα και το τμήμα του κεντρικού κλίτους που περικλείεται από τις τρεις πρώτες κολόνες που το χωρίζουν από τα πλάγια με τοιχογραφίες.

 

Εγκαίνια

Στις 6 Νοεμβρίου 1326 τέλεσε τα εγκαίνια του καθεδρικού της Αγίας Σοφίας. Αλλά και τότε το πρόπυλο μαζί με τους πύργους δεν είχαν τελειώσει. Γι’ αυτό ο πάπας Κλήμης Δ' εξέδωσε βούλλα το 1347 για τη συμπλήρωση και την επισκευή της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας που εν τω μεταξύ φαίνεται ότι είχε υποστεί ζημιές από σεισμούς. Σ' αυτή την τελευταία περίοδο ανήκει το πρόπυλο και ο βορειοδυτικός πύργος, το ύψος του οποίου δεν ξεπερνά το ύψος του μέσου κλίτους. Ο νότιος πύργος δεν κτίσθηκε ποτέ αν και είχε σχεδιασθεί η ανέγερσή του όπως φαίνεται από τους λίθους που προεξέχουν από την εξωτερική νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας. Δεν κτίσθηκε ακόμη η τοξοστοιχία που θα ένωνε τους δυο πύργους, για την οποία λήφθηκε πρόνοια όπως φαίνεται από τους κιονίσκους και το κάτω τμήμα του βαθμιδωτού τόξου που σώζονται προσκολλημένα στο δυτικό άκρο του νότιου τοίχου του βόρειου πύργου. Ο βόρειος πύργος, που στον όροφο διατρυπάται από παράθυρα στον βόρειο και τον δυτικό τοίχο, πιθανότατα χρησίμευε για κωδωνοστάσιο.

 

Ιστορικές στιγμές 

Η Αγία Σοφία υπήρξε μάρτυρας των ιστορικών στιγμών της Λευκωσίας: το Νοέμβριο του 1330 εκεί κατέφυγε ο λαός της πρωτεύουσας για να γλυτώσει από τη μεγάλη πλημμύρα του Πεδιαίου, το 1359 οι Ελληνορθόδοξοι προσπάθησαν να πυρπολήσουν τις θύρες της Αγίας Σοφίας, καθώς ο λεγάτος του Πάπα περιμάζεψε τους ελληνορθόδοξους ιερείς στο ναό και προσπάθησε να τους επιβάλει την υποταγή στη Λατινική Εκκλησία. Ακόμα, το 1374 οι επιδρομείς Γενουάτες έκαψαν και λεηλάτησαν την Αγία Σοφία και το 1396 ο Ιάκωβος Α’ στέφθηκε Βασιλιάς της Αρμενίας. Το  1426 οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου κατέστρεψαν μέρος της Αγίας Σοφίας, την οποία επιδιόρθωσε ο Ιωάννης ο Β’ για τη στέψη του το 1432 ενώ τις χρονιές  1491, 1547 και 1735 μέρος του ναού υπέστη ζημιές από σεισμούς. Ο σεισμός του 1491, που  αναφέρεται κι από τον Γερμανό περιηγητή Αλέξανδρο, δούκα της Βαυαρίας, κατέστρεψε φημισμένους ναούς ή προκάλεσε σ' αυτούς ζημιές μεταξύ των οποίων και το ναό της  Αγίας Σοφίας. 

 

Ο δυτικός τοίχος της Αγίας Σοφίας στο μεν ισόγειο έχει τρεις μεγαλοπρεπείς εισόδους, από τις οποίες η μέση είναι μεγαλύτερη, στον δε όροφο ένα μεγάλο παράθυρο που καταλαμβάνει όλο το μήκος του μέσου κλίτους. Το παράθυρο αυτό ξεκινά από την οροφή του προπύλου και φθάνει μέχρι τον θόλο του μέσου κλίτους. Διαιρείται με πέντε κιονίσκους που στηρίζουν τρίλοβα τόξα σε έξι ανοίγματα. Πάνω από τα τόξα αυτά υπάρχουν τρίλοβα ανοίγματα που περιβάλλονται από τόξα επεξεργασμένα με εξαιρετική επιμέλεια. Στο εσωτερικό κάτω από το παράθυρο αυτό και πάνω από τα χαμηλωμένα τόξα των εισόδων σχηματίζεται μια δίοδος που στηρίζεται σε προβόλους και περιορίζεται από κιονίσκους που στηρίζουν τόξα, πάνω από τα οποία υπάρχουν τύμπανα διακοσμημένα με τρίλοβα ανοίγματα.

 

Τα περίθυρα των τριών εισόδων του δυτικού τοίχου είναι τα σημαντικότερα δείγματα αρχιτεκτονικών γλυπτών που έχουν σωθεί. Τα περίθυρα αυτά είναι βαθμιδωτά και στολίζονται με πολλαπλά τόξα διακοσμημένα με ανθέμια και φύλλα που στηρίζονται σε διακοσμημένους πυραμιδόσχημους προβόλους. Κάτω από τους προβόλους αυτούς υπάρχουν κιονίσκοι που στηρίζουν κιβώρια και περιβάλλουν πεπλατυσμένες κόγχες που μοιράζονται κατά το ύψος από προβόλους στους οποίους στηρίζονταν αγάλματα αγίων. Στις πλάγιες θύρες υπήρχαν τρεις κόγχες σε κάθε πλευρά που φιλοξενούσαν έξι αγάλματα. Άλλο άγαλμα στηριζόταν στον κιονίσκο που διαιρούσε στο μέσο τις εισόδους σε δυο. Τα τύμπανα των πλάγιων εισόδων ήταν διακοσμημένα με τόξα που περιέβαλλαν τετράλοβα και τρίλοβα τόξα. Το περίθυρο της κεντρικής εισόδου ήταν πλουσιότερα διακοσμημένο με γλυπτά. Τρία από τα τέσσερα τόξα είναι διακοσμημένα με τις ανάγλυφες μορφές βασιλέων, προφητών και αποστόλων και επισκόπων. Το μαρμάρινο υπέρθυρο είναι διακοσμημένο με μια σειρά τοξυλλίων που περιβάλλονται από αετώματα. Ίσως στα τύμπανα των τοξυλλίων αυτών να υπήρχαν τοιχογραφίες. Το τύμπανο του τόξου πάνω από το υπέρθυρο στολίζεται με πέντε τρίλοβα τόξα που περιβάλλονται από ελαφρά οξυκόρυφα τόξα που στηρίζονται σε στυλίδες. Στο κάτω μέρος των τόξων αυτών υπάρχουν στα μεν άκρα ανάγλυφα ανθέμια, στα δε τρία κεντρικά τρεις ανθρώπινες μορφές πολύ κατεστραμμένες από τους Τούρκους. Στα τύμπανα που σχηματίζονται μεταξύ των πλαγίων τόξων του τυμπάνου και των τόξων που το περικλείουν σώζονται σε καλύτερη κατάσταση δυο γονυπετείς άγγελοι που θυμιούν. Τα άλλα τόξα του περιθύρου της κεντρικής εισόδου διακοσμούνται με ανθέμια και φύλλα.  Όλα τα τόξα του περιθύρου στηρίζονται σε πυραμιδόσχημους προβόλους διακοσμημένους με φυλλώματα. Κάτω από τους προβόλους υπάρχουν σε κάθε πλευρά δυο αβαθείς πεπλατυσμένες κόγχες που περιβάλλονται από ημικυκλικά τόξα, η κορυφή των οποίων μετατρέπεται σε κεφαλαίο Π. Τα τόξα, που είναι διακοσμημένα με ανθέμια, περιβάλλονται από διακοσμητικά ορθογώνια πλαίσια. Επειδή οι κόγχες είναι αβαθείς δεν φαίνεται να φιλοξενούσαν αγάλματα, αλλά μάλλον θα ήσαν διακοσμημένες με τοιχογραφίες.  Άγαλμα αναμφίβολα υπήρχε στον διαχωριστικό πεσσίσκο της κεντρικής εισόδου που στην κορυφή του στηρίζει κιβώριο διακοσμημένο με τρίλοβα τόξα κάτω από τρίγωνα.  Άλλα δυο αγάλματα ήσαν τοποθετημένα σε προβόλους δεξιά κι αριστερά της κεντρικής εισόδου και κάτω από τους προβόλους που στήριζαν τα εγκάρσια τόξα που χώριζαν σε τρία το πρόπυλο και στους οποίους κατέληγαν οι νευρώσεις των τριών σταυροθολίων του προπύλου.

 

Αρχιτεκτονική 

Το πρόπυλο της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας στηρίζεται στα δυο άκρα σε ισχύρους πεσσούς και σε δυο άλλους ενδιάμεσους πεσσούς, ανάμεσα στους οποίους ανοίγονται τρία βαθμιδωτά τόξα που φέρονται από κιονίσκους. Τα καλαθόσχημα κιονόκρανα των κιονίσκων είναι καλυμμένα με ανάγλυφα φύλλα. Τα τόξα περιβάλλονται με αετώματα διακοσμημένα με ανθέμια. Η κορυφή των αετωμάτων έχει καταστραφεί.

Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας είναι ένα από τα πιο σημαντικά δείγματα της αρχιτεκτονικής των Σταυροφόρων στην Κύπρο. Είναι κτισμένη στον καθαρό γοτθικό ρυθμό, όχι όμως του 13ου αλλά των μέσων του 12ου αιώνα.   Όπως όμως και πολλές άλλες γοτθικές εκκλησίες των Μεσογειακών χωρών η Αγία Σοφία δεν καλύπτεται με δεύτερη ξύλινη δικλινή στέγη με κεραμίδια, αλλά έχει τα σταυροθόλια του μέσου κλίτους να διαγράφονται και εξωτερικά και καλυμμένα με υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι). Οι στέγες των πλάγιων κλιτών και του «περιπάτου» (deambulatoire, ambulatory) είναι επίπεδες εξωτερικά και καλυμμένες επίσης με κουρασάνι. Σ' αντίθεση ακόμη με τις γοτθικές εκκλησίες της Γαλλίας και της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, τα κλίτη χωρίζονται με κολόνες κατασκευασμένες με λίθινους σπονδύλους κι όχι με πεσσούς που διαλύονται σε κιονίσκους. Στην Αγία Σοφία οι κιονίσκοι φύονται πάνω από τα απλά ακόσμητα κιονόκρανα των κιόνων. Η θολοδομία όμως, με τα σταυροθόλια με νευρώσεις και τα διακοσμημένα κλειδιά των τόξων, ακολουθεί τα γνήσια γοτθικά πρότυπα από τα οποία επηρεάζεται. Παρά τις μεταγενέστερες επεμβάσεις που ήσαν αναγκαίες, λόγω των καταστρεπτικών σεισμών, και που οδήγησαν σε μικροαλλαγές στο άνω τμήμα και στο νοτιοανατολικό κάτω τμήμα κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, η εκκλησία διατήρησε την καθαρότητα της γοτθικής τεχνοτροπίας. Η μετατροπή της σε τζαμί είχε σαν αποτέλεσμα την παραμόρφωσή της με την προσθήκη των δυο μιναρέδων στη δυτική πλευρά της και την καταστροφή του πλούσιου γλυπτού διακόσμου της και των διακοσμημένων με μορφές αγίων και σκηνές της Καινής και Παλαιάς Διαθήκης υαλοπινάκων (vitraux) των παραθύρων της. Με τη μετατροπή της σε τζαμί καταστράφηκαν ακόμη τα ταφικά μνημεία βασιλέων και πριγκίπων της Λουζινιανικής δυναστείας. Οι τοιχογραφίες που διακοσμούσαν το εσωτερικό της καταστράφηκαν. Σήμερα έχει ένα εσωτερικό ασβεστωμένο με μερικούς κίονες βαμμένους πράσινους, τελείως αλλοιωμένο. Ο ναός συντηρήθηκε επί Κυπριακής Δημοκρατίας το 1970

 

Βλέπε εργασίες συντήρησης 1970

Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ 

 

Ο Λαλά Μουσταφά 

 Μετά την άλωση της Λευκωσίας από τους Οθωμανους, ο ίδιος ο Λαλά Μουσταφά εισέρχεται στις 15 Σεπτεμβρίου επίσημα στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας (που έκτοτε μετατρέπεται σε τζαμί) για να αναπέμψει ευχαριστίες για τη νίκη του.  

Δυστυχώς όλα τα αγάλματα τα κατέστρεψαν οι Οθωμανοί όταν μετέτρεψαν τον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας το 1570 σε τζαμί. 

 

Βλέπε Τα τζαμιά της Λευκωσίας

Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ

 

Στη συνέχεια οι Οθωμανοί  πρόσθεσαν  δύο μιναρέδες  στο δυτικό τμήμα της εκκλησίας, καταστράφηκε ο πλούσιος γλυπτός διάκοσμος, οι τοιχογραφίες, τα αγάλματα που περιείχε και οι υαλοπίνακες των παραθύρων της  (Βιτρό) που απεικόνιζαν σκηνές από την Παλιαά και Καινή Διαθήκη. Ακόμη καταστράφηκαν ταφικά μνημεία βασιλέων και πριγκίπων της δυναστείας των Λουζινιάν. Ο Ναός της Αγίας ονομάστηκε Σελιμιγιέ Τζαμί.

Σήμερα το Τέμενος της Σελιμιέ,  χρειάζεται άμεση επιδιόρθωση. Η έλλειψη κυβερνητικού ενδιαφέροντος προς αυτό το ιστορικό κτίριο σιγά σιγά το οδηγεί στην καταστροφή. Τα θεμέλια μετακινήθηκαν, άρχισαν να πέφτουν εξωτερικά οι πέτρες του, υπάρχουν σχισμές και οι κολώνες του γέρνουν. Οι αρχαιολόγοι προειδοποιούν ότι αν δεν ληφθούν αυστηρά μέτρα για τη συντήρηση του ναού, θα καταρρεύσει σε μερικά χρόνια.

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image