Λευκωσία πόλη

Ανάπτυξη της πόλης

Η κεντρικότητα της γεωγραφικής θέσης της πόλης της Λευκωσίας και ο Πηδιάς με τα εύφορα προσχωσιγενή εδάφη της κοιλάδας του, υπήρξαν οι σημαντικότεροι παράγοντες της ανάπτυξής της. Η ανάπτυξη της πόλης άρχισε από την περιοχή μέσα στα τείχη για να επεκταθεί σταδιακά και σ’ άλλες περιοχές. Η οικιστική επέκταση έξω από τα μεσαιωνικά τείχη πραγματοποιήθηκε μετά τον 19ο αιώνα, η δε μεγάλη αστικοποίηση του αγροτικού χώρου γύρω από τα τείχη της Λευκωσίας εντάθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

 

Παρόλο που δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για την ανάπτυξη της πόλης της Λευκωσίας όταν αυτή ήταν πρωτεύουσα του βασιλείου των Λουζινιανών, ωστόσο από σχετικές αναφορές σε Χρονικά, ιδίως του Λεοντίου Μαχαιρά, καθώς και από τη διαμόρφωση του εδάφους, φαίνεται ότι η πόλη καταλάμβανε μεγάλη έκταση και ότι έφθανε μέχρι τον Χάνδακα του Καϊμακλίου, τη Δημοτική Αγορά Αγίου Αντωνίου, τον αστυνομικό σταθμό Λυκαβητού και το παλαιό Γενικό Νοσοκομείο.

 

Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 1931, οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης κατοικούσαν στην εντός των τειχών περιοχή και μόνο ένα μικρό ποσοστό πληθυσμού κατοικούσε έξω από αυτά. Τμήματα της σημερινής Λευκωσίας, όπως η Ομορφίτα, το Καϊμακλί, η Παλλουριώτισσα, οι Άγιοι Ομολογητές και η Αγλαντζιά, περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των χωριών της επαρχίας. Γύρω στο 1931 ένα μεγάλο τμήμα της πόλης έξω από τα τείχη ήταν ακόμη χωράφια, αρκετά από τα οποία καλλιεργούνταν με εποχιακές καλλιέργειες ή ήσαν ελαιώνες.

 

Πρώτα άρχισαν να κτίζονται σπίτια κατά μήκος του κυκλικού δρόμου γύρω από τα τείχη, ο οποίος κατασκευάστηκε μετά την αγγλική κατοχή. Επειδή η γη ήταν φθηνότερη έξω από τα τείχη παρά μέσα στην πόλη, πολλοί δημιούργησαν οικόπεδα σε περιοχές όπως η σημερινή πλατεία Ελευθερίας, το Ελένειο, το άνοιγμα Αγίου Αντωνίου και η πύλη Πάφου, και πιο πέρα προς το «Λήδρα Πάλας», όπου κατοικούσαν Άγγλοι και Τούρκοι. Εμπόδιο στην εξάπλωση της κυρίως Λευκωσίας ήσαν τα βενετικά τείχη κι έγινε η εισήγηση από την αποικιακή κυβέρνηση και μερικούς δημότες όπως κατεδαφισθούν και η τάφρος ισοπεδωθεί, ευτυχώς όμως αυτό τελικά απετράπη κι η πόλη δεν έχασε το κυριότερο στοιχείο της γοητείας της. Ως την απογραφή του 1946, αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, είχαν αστικοποιηθεί ο δρόμος προς τον Άγιο Δομέτιο και η οδός Ευαγόρου προς τους Αγίους Ομολογητές, ενώ στ’ ανατολικά η πόλη εξαπλωνόταν προς τα προάστια Παλλουριώτισσα, Ομορφίτα και Καϊμακλί, τα οποία ενώθηκαν τελικά. Στο μεταξύ επεκτείνονταν και τα υπόλοιπα προάστια και πλησίαζαν την κυρίως πόλη.

 

Η αστικοποίηση γινόταν κυρίως με τη δημιουργία γειτονιών, όπως της Νεάπολης μεταξύ της πόλης και του Τράχωνα, του Βορείου Πόλου κατά μήκος της εγκαταλειμμένης σιδηροδρομικής γραμμής βόρεια του Καϊμακλίου, της Κέρμιας κοντά στο Μιντζέλι στον δρόμο της Κερύνειας, της Δασούπολης στον δρόμο της Λεμεσού, του Αγίου Παύλου βόρεια του Αγίου Δομετίου κοντά στον Ιππόδρομο, και πιο πρόσφατα της Μακεδονίτισσας και του Παρισινού, του Αρχαγγέλου και της Ανθούπολης, στον νέο δρόμο Λευκωσίας - Τροόδους και πιο έξω προς τα Λατσιά και τη Λακατάμια. Στην τελευταία περιοχή η αστικοποίηση έγινε όχι μόνο για σκοπούς εγκατάστασης αλλά και για βιομηχανικούς σκοπούς. Τα προάστια Τράχωνας και Ομορφίτα, κι ολόκληρη η περιοχή βόρεια της πόλης, περιλαμβανομένης της βιομηχανικής περιοχής Μιας Μηλιάς, βρίσκονται σήμερα κάτω από τουρκικό έλεγχο, συνεπώς η φυσιολογική εξάπλωση της Λευκωσίας προς βορράν ανακόπηκε.