Λευκωσία πόλη

Κατοικία

Η εξέλιξη των κατοικιών και γενικά της εμφάνισης της Λευκωσίας είναι συνυφασμένη με την ιστορική της πορεία. Ελάχιστα κατάλοιπα των αρχαιότερων κατοικιών — κυρίως αψιδωτές πόρτες και παράθυρα — ανάγονται στην περίοδο των Λουζινιανών και των Βενετών (1192-1570). Κατά την Τουρκοκρατία οι κατοικίες μέσα στα τείχη ήσαν συνεχόμενες όχι μόνον λόγω του περιορισμένου χώρου αλλά και για λόγους ασφαλείας. Χαρακτηριστικό των κατοικιών του 18ου και του 19ου αιώνα ήταν ο ηλιακός που άνοιγε προς την εσωτερική αυλή με δωμάτια γύρω και τη σκάλα στη μια πλευρά στα διώροφα κτίρια. Οι αυλές στο εμπρόσθιό τους μέρος περιβάλλονταν από ψηλό τοίχο, έτσι που οι ένοικοι μπορούσαν να κινούνται ελεύθερα μέσα στο σπίτι. Το υλικό για τους εξωτερικούς τοίχους του ισογείου ήταν η πουρόπετρα, ενώ του ανωγείου, όπου υπήρχε, όπως κι οι εσωτερικοί τοίχοι ήσαν οι ντολμάδες, ξύλινος δηλαδή σκελετός ο οποίος γεμιζόταν με πέτρες, πηλό κι άλλα άχρηστα υλικά. Κάποτε για ολόκληρη κατοικία ή μερικούς τοίχους, εχρησιμοποιείτο πλιθάρι. Το πάτωμα αποτελείτο από μάρμαρα ή σανίδια κι η οροφή από ξύλινα δοκάρια ή κορμούς δέντρων, πάνω στους οποίους τοποθετούνταν καλάμια ή ψάθες κι από πάνω αντί κεραμίδια παχύ στρώμα πηλού που διατηρούσε το σπίτι δροσερό το καλοκαίρι. Τα ταβάνια μερικών πλούσιων σπιτιών είχαν σκαλιστή πολύχρωμη διακόσμηση. Η πόρτα της κυρίας εισόδου ήταν βαριά και σκαλισμένη με ημικυκλικό ή ορθογώνιο φεγγίτη, με σιδερένια διακόσμηση. Όλα τα παράθυρα του ισογείου είχαν σιδερένιες μπάρες, ενώ από πάνω υπήρχαν φεγγίτες. Άλλο χαρακτηριστικό των σπιτιών ήταν το κιόσκι, ανατολίτικης προέλευσης, που αποτελούσε προέκταση του ανωγείου δωματίου (βλέπε λεπτομερέστερα στο λήμμα αρχιτεκτονική).

 

Όταν η πόλη άρχισε να εξαπλώνεται έξω από τα τείχη μετά την αγγλική κατοχή, οι κατοικίες ήσαν κυρίως «αποικιακού» τύπου, κατ’ απομίμηση των σπιτιών των Άγγλων, πολύ διαφορετικές απ’ εκείνες της παλαιάς πόλης. Αργότερα άρχισαν να κτίζονται και κατοικίες «νεοκλασσικού» τύπου, συνήθως μονώροφες ή διώροφες, με πρόσοψη από πελεκητή πέτρα και βεράντες με επιβλητικές κολόνες. Μετά την ανεξαρτησία, ωστόσο, με την αύξηση του πληθυσμού, την κατακόρυφη άνοδο της τιμής της γης και την πρόοδο της τεχνολογίας, άρχισαν ν’ ανεγείρονται πολυώροφες πολυκατοικίες από τσιμέντο, αλουμίνιο και γυαλί, ξένες προς το περιβάλλον αλλά σύμφωνες με το πνεύμα της εποχής, οι οποίες άλλαξαν ριζικά την όψη της πόλης. Ο γοργός ρυθμός εξαφάνισης των παλαιών παραδοσιακών σπιτιών ανάγκασε τις δημοτικές αρχές να επέμβουν και να κηρύξουν διατηρητέα μερικά κτίρια που είχαν αρχιτεκτονική αξία. Υπάρχουν φυσικά τόσο στην κυρίως πόλη όσο και στα προάστια, κατοικίες κατά το πλείστον παλαιές, οι οποίες υστερούν ιδιαίτερα ως προς τις συνθήκες υγιεινής, και οι περισσότερες από τις οποίες χρησιμοποιούνται ωστόσο, ιδιαίτερα μέσα στην πόλη, σαν αποθήκες, εργαστήρια και μικρά εργοστάσια, ώσπου να καταστεί αναγκαία ή θεωρηθεί συμφέρουσα η κατεδάφισή τους ή, σε άλλες περιπτώσεις, η συντήρηση και αναπαλαίωσή τους.

 

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, το 1982 η παραδοσιακή μονοκατοικία — μονώροφη και διώροφη — αποτελούσε το 25,9% των κατοικιών της αστικής περιοχής Λευκωσίας, η διπλοκατοικία το 18,1%, οι συνεχόμενες κατοικίες το 15,4%, τα βοηθητικά το 7,5%, τα διαμερίσματα το 17,8%, και τα υποστατικά που χρησιμοποιούνται μερικώς για διαμονή το 15,1%. Τον ίδιο χρόνο όλες σχεδόν οι μονοκατοικίες, διπλοκατοικίες, βοηθητικά και υποστατικά που χρησιμοποιούνται μερικώς για διαμονή ήσαν από τούβλο, ενώ για τις συνεχόμενες και τις πολυκατοικίες χρησιμοποιήθηκαν το τσιμέντο και η τσιμεντόπετρα. Η οροφή στις μονοκατοικίες, διπλοκατοικίες, συνεχόμενες, πολυκατοικίες και υποστατικά που χρησιμοποιούνται μερικώς για διαμονή ήσαν κυρίως η ταράτσα, ενώ στα βοηθητικά εκτός από ταράτσα ήταν τα κεραμίδια, οι τσίγκοι ή αμιαντότσιγκοι. Η μεγάλη πλειονότητα όλων των τύπων κατοικιών εξ άλλου διέθετε σύγχρονα μέσα υγιεινής.

 

Στην πόλη μέσα στα τείχη δεν υπάρχουν καθόλου δημόσιοι ανοιχτοί χώροι, ενώ έξω από τα τείχη είναι αισθητή η έλλειψη πλατειών και πάρκων, εκτός του Δημοτικού Κήπου και των κήπων της τάφρου. Στη δημιουργία νέων οικισμών, ωστόσο, κατά το διαχωρισμό οικοπέδων, λαμβάνεται πρόνοια για τη δημιουργία ανοιχτών δημοσίων χώρων και πάρκων.