Λευκωσία πόλη

Πρωτεύουσα των βυζαντινών

Η Λευκωσία ήταν υποχρεωμένη να περιμένει να φθάσει ο καιρός κατά τον οποίο η παράκτια θέση θα έπαυε ν’ αποτελεί πλεονέκτημα για μια πόλη, πολύ περισσότερο για μια πόλη που θα ήταν και το διοικητικό κέντρο του νησιού. Είναι φανερό ότι η Λευκωσία επελέγη από τους Βυζαντινούς ως η νέα πρωτεύουσα της Κύπρου γιατί απεδείχθη ασφαλέστερη από όλες τις υπόλοιπες πόλεις κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών. Εξάλλου η κεντρική της θέση διευκόλυνε την καλύτερη διοίκηση της Κύπρου ολόκληρης. Ο κίνδυνος για την Κύπρο ερχόταν πάντοτε από τη θάλασσα˙ η πλησιέστερη θάλασσα προς τη Λευκωσία είναι η θάλασσα της Κερύνειας, απ' όπου όμως η νέα πρωτεύουσα βρισκόταν αποκομμένη με το φυσικό τείχος της οροσειράς του Πενταδάκτυλου. Ακριβώς δε στην απέναντι της Λευκωσίας κορυφή της οροσειράς, είχε ανεγερθεί και το κάστρο του Βουφαβέντο με το οποίο η νέα πρωτεύουσα είχε και οπτική επαφή για έγκαιρη προειδοποίηση σε περίπτωση κινδύνου.

 

Πότε ακριβώς έγινε πρωτεύουσα η Λευκωσία, δεν είναι γνωστό με απόλυτη βεβαιότητα. Το γεγονός όμως αυτό, το τόσο σημαντικό για την ιστορική πορεία της πόλης, θα πρέπει να συνέβη μετά την τελική συντριβή των Αράβων από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, του οποίου ο στρατηγός Νικήτας Χαλκούτζης* απάλλαξε και την Κύπρο από τον αραβικό κίνδυνο το 965, αποδίδοντας και πάλι το νησί στους Βυζαντινούς. Με την επανένταξη της Κύπρου στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, ολόκληρο το νησί άρχισε ν’ αναζωογονείται. Μερικές παλαιές πόλεις, όπως το Κίτιον και η Πάφος, πήραν νέα πνοή˙ άλλες όμως, όπως η Κωνσταντία και το Κούριον, παρέμειναν σωροί ερειπίων. Σ’ αυτή την περίοδο της αναγέννησης των κυπριακών πόλεων που είχαν επιβιώσει, η Λευκωσία άρχισε ν’ αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία. Από αναφορές σε βυζαντινά κείμενα, προκύπτει ότι μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα η Λευκωσία είχε εξελιχθεί σε σημαντικό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο.

 

Το 1092 ο κυβερνήτης της Κύπρου Ραψομάτης*, που επαναστάτησε και προσπάθησε να αποσπάσει την Κύπρο από την αυτοκρατορία προς ίδιον όφελος, είχε την έδρα του στη Λευκωσία. Σ’ αυτήν επέστρεψε ο στρατός του μετά την ήττα που υπέστη στη βόρεια ακτή από τις δυνάμεις του Μανουήλ Βουτουμίτη* κι από αυτήν ο Ιωάννης Δούκας* επανέφερε την τάξη σ’ ολόκληρο το νησί. Λίγο αργότερα, το 1156, όταν κυβερνήτης του νησιού ήταν ο Ιωάννης Κομνηνός (βλέπε γι’ αυτόν στο λήμμα Κομνηνοί και Κύπρος) και βοηθός του ο Μιχαήλ Βρανάς*, συνέβη η καταστροφική επιδρομή στην Κύπρο του Γάλλου «ευγενούς» τυχοδιώκτη Ρεϋνάλδου (Ρενώ) ντε Σιατιγιόν*. Το αρχηγείο των δυο Βυζαντινών αξιωματούχων βρισκόταν στη Λευκωσία, αλλά ο επιδρομέας αντιμετωπίστηκε μακριά από την πρωτεύουσα. Ο Κομνηνός και ο Βρανάς τον καταδίωξαν πάντως μέχρι τη Λευκωσία, όπως διηγείται ο Κίνναμος, όμως η ορμητικότητά τους οδήγησε στην ήττα και σύλληψή τους, προπετεστέρως ἤ ἔχρην ἐπί Λευκουσίαν τοῦ Βρανᾶ ποιησαμένου τήν δίωξιν, κατά τον ιστορικό. Οι μεγάλης εκτάσεως καταστροφές, λεηλασίες και ατιμίες των δυνάμεων του ντε Σιατιγιόν, θα πρέπει να είχαν πλήξει καίρια και την ίδια τη Λευκωσία.

 

Δεν είναι βέβαιο εάν κατά την τελευταία περίοδο της κυριαρχίας των Βυζαντινών στην Κύπρο, η Λευκωσία είχε οχυρωθεί με τείχη, μετά μάλιστα που έγινε πρωτεύουσα του νησιού, παρά το ότι η ανέγερση τειχών ήταν επιβεβλημένη. Αναφέρεται όμως ότι υπήρχε φρούριο — πιθανότατα έδρα των Βυζαντινών διοικητών — δεν είναι όμως γνωστή η θέση στην οποία βρισκόταν. Έγινε επίσης η εισήγηση ότι το παλάτι των δουκών (=κυβερνητών) πιθανώς βρισκόταν κάπου στον νοτιοανατολικό τομέα της σημερινής εντός των τειχών πόλης.

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός αποδίδει στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό την οικοδόμηση ορθόδοξης εκκλησίας στον χώρο της Αγίας Σοφίας (καθεδρικού ναού των Λατίνων) και αναφέρει ότι νομίσματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και της αγίας Ελένης είχαν βρεθεί κατά την κατεδάφιση των τειχών των Λουζινιανών από τους Βενετούς τον 16ο αιώνα. Φαίνεται ότι ο Κυπριανός είχε συνδέσει την Αγία Σοφία των Λατίνων στη Λευκωσία — λόγω ονόματος — με τον Ιουστινιανό, κτήτορα της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς επαρκή μαρτυρία. Ωστόσο αντικείμενα των Βυζαντινών χρόνων που βρέθηκαν στη Λευκωσία, προέρχονται κυρίως από την ίδια περιοχή απ’ όπου προέρχονται αντικείμενα από τις αρχαίες Λέδρες, δηλαδή από τα νότια και ανατολικά της σημερινής πόλης, έξω από τα τείχη, από τους Αγίους Ομολογητές, τις ενορίες Κουπάτι και Ελένειον, μέχρι την Παλλουριώτισσα. Συνεπώς μόνο η βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας (αν υπήρξε) και μικρό μόνο τμήμα της πόλης, βρίσκονταν στη βόρεια όχθη της αρχικής κοίτης του Πεδιαίου ποταμού. Αργότερα, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, ήταν που η πόλη εξαπλώθηκε προς τα βόρεια, με αποτέλεσμα ο ποταμός να την διασχίζει χωρίζοντάς την σε δυο τμήματα.