Λευκωσία πόλη

Η Λευκωσία πρωτεύουσα του μεσαιωνικού βασιλείου της Κύπρου

Τον Γκυ ντε Λουζινιάν διαδέχθηκε ο αδελφός του Αμωρύ ντε Λουζινιάν ως κύριος της Κύπρου (1194-1197) και στη συνέχεια ως βασιλιάς του νησιού (1197-1205). Έτσι, το μεσαιωνικό κυπριακό βασίλειο συγκροτήθηκε επίσημα το 1197, με την ανακήρυξη του Αμωρύ σε πρώτο βασιλιά του, στη συνέχεια δε οργανώθηκε με βάση τα πρότυπα των δυτικοευρωπαϊκών μεσαιωνικών βασιλείων. Η Λευκωσία έγινε η πρωτεύουσα του βασιλείου. Σ’ αυτήν εγκαταστάθηκε το ανώτατο σώμα του βασιλείου, δηλαδή ο ίδιος ο βασιλιάς και η υψηλή Αυλή του αποτελούμενη από τους ευγενείς, ανάμεσα στους οποίους ο βασιλιάς ήταν «πρώτος μεταξύ ίσων» (για τους θεσμούς και την οργάνωση του μεσαιωνικού βασιλείου της Κύπρου, βλέπε στα λήμματα βασίλεια Κύπρου [μέρος Β΄, μεσαιωνικό βασίλειο] και Φραγκοκρατία).

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1192-1489) η Λευκωσία γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και ακμή ως πρωτεύουσα του βασιλείου. Η πόλη οχυρώθηκε με τείχη (βλέπε κεφάλαιο για τις οχυρώσεις, πιο κάτω) που ήσαν εντελώς διάφορα από τα μεταγενέστερα βενετσιάνικα τείχη που σώζονται ως σήμερα. Κοσμήθηκε επίσης με το βασιλικό παλάτι που έκτισαν οι Λουζινιανοί (υπολογίζεται ότι βρισκόταν στο δυτικό τμήμα της πόλης, στην περιοχή της πύλης Πάφου), με πύργους και άλλα μέγαρα, με ωραίες κατοικίες των ευγενών, με ναούς (λαμπρότερος των οποίων ήταν ο γοτθικός καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας στον οποίο γίνονταν οι σημαντικότερες τελετές, όπως οι στέψεις και οι γάμοι των βασιλέων), καθώς και με αρκετά μοναστήρια των διαφόρων λατινικών ταγμάτων που εγκαταστάθηκαν στο νησί.

 

Η κοίτη του Πεδιαίου φαίνεται ότι έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολεοδομία των Λουζινιανών. Ο ποταμός τότε, πριν την εκτροπή του από τους Βενετούς, κατέβαινε από το σημείο όπου κάποτε βρισκόταν το κέντρο «Ανεμόμυλος», ακολουθούσε την οδό Βύρωνος, περνούσε μπροστά από το Κυπριακό Μουσείο κι έμπαινε στην πόλη από τη σημερινή πύλη Πάφου. Ακολουθούσε περίπου την οδό Πάφου και συνέχιζε στην οδό Ερμού, βγαίνοντας από τα παλαιά τείχη στην περιοχή Παλλουριώτισσας, σ’ απόσταση 300 περίπου μέτρων ανατολικά της σημερινής πύλης Αμμοχώστου.

 

Ο Πεδιαίος, αν και τότε χείμαρρος όπως σήμερα, αποτελούσε σημαντικό στοιχείο της μεσαιωνικής πόλης. Ένας σπουδαίος δρόμος, ο flumen publicum όπως υποδηλώνει το όνομά του, βρισκόταν πάνω στην όχθη του ποταμού (Mas-Latrie). To κάστρο της Λευκωσίας, το οποίο περιέκλειε το βασιλικό παλάτι και το μοναστήρι του Αγίου Δομινίκου, σύμφωνα με τον Felix Faber είχε τον ποταμό από την εξωτερική πλευρά του και κατά τον Μαχαιρά, τα βασιλικά διαμερίσματα έβλεπαν προς αυτόν.

 

Ο Πεδιαίος αναπλήρωνε τα υπόγεια νερά της πρωτεύουσας, κάποτε όμως έκανε και καταστροφές με τις πλημμύρες του, κι ίσως γι’ αυτό το λόγο κυρίως οι Βενετοί μετακίνησαν την κοίτη του από την πόλη. Οι πλημμύρες ήσαν φαίνεται τότε συχνές, γι’ αυτό η Ασσίζα της Βουργεσίας περιείχε ειδική πρόνοια για τον άνθρωπο που εκαλείτο στην Αυλή για δίκη κι ο πλημμυρισμένος ποταμός δεν του επέτρεπε να περάσει. Ο Μαχαιράς μιλά για την καταστρεπτική πλημμύρα τη νύχτα της 10.11.1330:

 

... Εἰς τούς ατλ΄ Χριστοῦ  ἐκατέβην ὁ ποταμός τῆς Χώρας τόσον μέγας καί ἐξηρίζωσεν πολλά δεντρά, καί ἐκατέβασέν τα καί ἐφέραν τα εἰς τήν χώραν, καί ἐστούππωσεν τό γιοφύριν τοῦ σινεσκάρδου˙ καί ὁ ποταμός ἐπῆγεν τριγύρου τῆς χώρας καί ἐχάλασεν πολλά σπιτία καί ἔπνιξεν πολλύν λαόν καί τό ψῆλος τοῦ νεροῦ  ἔχει σημάδιν ἕναν καρφίν εἰς τόν Ἄγιον Γεώργιον τῶν Ὀρνιθίων καί ἄλλον καρφίν εἰς τό σπίτιν τοῦ κούντη τῆς Τρίπολις, κατά πρόσωπα τοῦ καστελλίου˙ καί διά ἐκεῖνες τές ψυχές καί διά τήν ἀθθύμησιν ὣς τήν σήμερον γινίσκεται λιτανεία εἰς τές ι΄νοεμβρίου... (Χρονικόν, παρ. 65).

 

Ακόμη, τα νερά του Πεδιαίου χρησιμοποιούνταν τόσο για άρδευση όσο και για να γεμίζουν με νερό την τάφρο που περιέβαλλε τα τείχη, όπως δείχνουν και παλαιοί χάρτες της Λευκωσίας με τις μεταγενέστερες κυκλικές οχυρώσεις των Βενετών.