Λευκωσία πόλη

Μοναστήρια

Στην πόλη της Λευκωσίας, μεταξύ των πολλών ξένων, εγκαταστάθηκαν και ιερωμένοι των ακολούθων λατινικών ταγμάτων: Αυγουστινιανών, Βενεδικτίνων, Καρθουσιανών, Κιστερκιανών, Δομινικανών, Φραγκισκανών, Οψερβαντίων, Καρμηλιτών. Επίσης είχαν δικές τους ιδιοκτησίες στην πρωτεύουσα και οι Ναΐτες, οι Ιωαννίτες και άλλοι. Τα περισσότερα από τα τάγματα αυτά απέκτησαν περιουσίες και ίδρυσαν αββαεία σε διάφορα μέρη της Κύπρου, στη Λευκωσία όμως είχαν είτε τις έδρες τους, είτε και μοναστήρια. Ένα από τα πιο σημαντικά ήταν εκείνο των Δομινικανών που περικλειόταν στο ίδιο κάστρο όπου και το βασιλικό παλάτι των Λουζινιανών, στην περιοχή της σημερινής πύλης Πάφου. Όταν δε η Λευκωσία περιτειχίστηκε, η πύλη που βρισκόταν σ’ εκείνη την περιοχή ονομάστηκε πύλη του Αγίου Δομινίκου. Στο μοναστήρι των Δομινικανών θάβονταν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας της Κύπρου, όπως και στο μοναστήρι των Φραγκισκανών που περιγράφεται ως ωραίο οικοδόμημα από τον Felix Faber το 1483. Οι Φραγκισκανοί είχαν και δεύτερο ίδρυμα, γνωστό ως La Cava, κοντά στη Λευκωσία, περί το 1 χμ. προς τα νοτιοδυτικά της. Το μοναστήρι των Κιστερκιανών στην πρωτεύουσα ήταν γνωστό ως Παναγία του Beaulieu που παρεφθάρη σε Bialeuq (= Παναγία των Κάμπων), φημιζόταν δε ιδιαίτερα για την κατοχή του λειψάνου του αγίου Ιωάννη* ντε Μόντφορτ. Αργότερα το μοναστήρι περιήλθε στην κατοχή των Οψερβαντίων. Στην πρωτεύουσα είχε ιδρυθεί και γυναικείο μοναστήρι των Κιστερκιανών, όπως γυναικείο μοναστήρι είχαν και οι Φραγκισκανοί (το γυναικείο μοναστήρι των Φραγκισκανών ήταν εκείνο της Αγίας Κλάρας, που μνημονεύεται από τους χρονογράφους και με την ονομασία Αγία Φωτεινή, ενώ υπήρχε και δεύτερο γυναικείο).

 

Οι Βενεδικτίνοι είχαν τουλάχιστον δυο μοναστήρια στη Λευκωσία (ανδρικό και γυναικείο ίσως, αν και ο Στ. Λουζινιανός αναφέρει δυο γυναικεία). Το ένα ήταν εκείνο της Marie de Dragonaria και το δεύτερο του Ευαγγελιστή Ιωάννη (Αγ. Ιωάννη του Πίπη — S. Johan Evangeliste de Bibi). O ναός του μοναστηριού αυτού, που ανακαινίσθηκε, είναι ο σημερινός καθεδρικός ναός του Αγίου Ιωάννη, στον περίβολο της Αρχιεπισκοπής. Τα δυο γυναικεία των Βενεδικτίνων, που αναφέρει ο Λουζινιανός στην πρωτεύουσα, ήσαν η Nostra Donna di Sur και η Santa Anna. Δεν διεσώθη η ονομασία του μοναστηριού των Αυγουστινιανών που ο περιηγητής Felix Faber γράφει ότι βρισκόταν στο μέσο ζαχαροκαλαμιώνος. Θεωρείται όμως ότι σ’ αυτούς ανήκε η εκκλησία των Αυγουστινιανών* όπως ονομάστηκε, το γνωστό Ομεριέ (Εμερκέ) τζαμί που σώζεται ως σήμερα. Ένα άλλο μοναστήρι, του San Giuliano, ανήκε στους Σταυροφόρους (τάγμα των Cruciferi). Οι Πρεμονστρατιανοί (κάτοχοι του αββαείου στο Πέλλα Πάις), είχαν ξενώνα στη Λευκωσία. Λίγο έξω από τη Λευκωσία υπήρχε και μικρό μοναστήρι με την ονομασία delle Spine (=των Βάτων), άγνωστο όμως σε ποιο τάγμα ανήκε. Το μοναστήρι των Καρμηλιτών στη Λευκωσία ήταν αφιερωμένο στην Παναγία του Καρμήλου όρους (Sancte Marie de Monte Carmelo).

 

Μεταξύ των στρατιωτικών θρησκευτικών λατινικών ταγμάτων, είχαν ιδιοκτησίες στην πρωτεύουσα οι Ναΐτες, οι Ιωαννίτες (Νοσοκόμοι), το τάγμα του Αγίου Θωμά του Μάρτυρος (Hospitalis Sancti Thomae de Aeon) στο οποίο ανήκε η σωζόμενη μέχρι σήμερα εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην τουρκική συνοικία της Λευκωσίας.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου αναφέρεται ότι είχε, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, τέσσερα ανδρικά μοναστήρια στη Λευκωσία. Το ένα απ’ αυτά, αφιερωμένο στη Θεοτόκο, ήταν γνωστό ως μοναστήρι Ανδρείων*, δεν είναι όμως γνωστό πού ακριβώς βρισκόταν. Το δεύτερο, που κτίστηκε από τη βασίλισσα Ελένη* Παλαιολογίνα κατά τα μέσα του 15ου αιώνα, ήταν ο Άγιος Γεώργιος των Μαγγάνων* που βρισκόταν έξω από τα τείχη της πρωτεύουσας. Το τρίτο ήταν ο Σέργιος Φλάτρος που η εκκλησία του (ή εκείνη των Ανδρείων), κατά τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό είναι ο σημερινός ναός του Τρυπιώτη. Το τέταρτο ήταν εκείνο του Αγίου Ιωάννη του Πίπη που ανεφέρθη πιο πάνω ότι ήταν αρχικά λατινικό. Εξ άλλου, στη Βούλλα Σύπρια του πάπα Αλεξάνδρου Δ΄ (1260), μνημονεύεται και ναός ή μοναστήρι Ορθοδόξων στη Λευκωσία στο όνομα του Αγίου Βαρνάβα, πιθανώς το ίδιο με το αναφερόμενο κατά τον 3ο/4ο μ.Χ. αιώνα, το σχετικό με τον Αριστοκλή τον μάρτυρα, τον Δημητριανό και τον Αθανάσιο Αναγνώστη. Ακόμη, ο Στέφανος Λουζινιανός αναφέρει ότι υπήρχαν στη Λευκωσία και τέσσερα γυναικεία Ορθόδοξα μοναστήρια: της Παλλουριώτισσας, των Αγίων Πάντων, της Φανερωμένης κι ένα ακόμη που μνημονεύεται απλώς ως Γυναικείον.

 

Είναι λοιπόν φανερό ότι μέσα στην πόλη και γύρω απ’ αυτήν συνωθούντο τότε ένας μεγάλος αριθμός μοναστηριών, εκτός από τον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας και άλλες εκκλησίες, πολλών δογμάτων, που ασφαλώς θα έδιναν στην πρωτεύουσα μια εικόνα έντονης θρησκευτικότητας. Οι αποστολές της Λατινικής Εκκλησίας πλήθυναν ιδιαίτερα, τόσο στη Λευκωσία όσο και στη Λεμεσό και σε άλλα μέρη της Κύπρου, μετά την πτώση της Άκρας (Πτολεμαΐδος) στα χέρια του σουλτάνου Χαλίλ το 1291. Τότε πολλοί φυγάδες κληρικοί, καθώς και άλλοι, κατέφυγαν στην Κύπρο όπου κι εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι στη Λευκωσία και στη Λεμεσό.

Φώτο Γκάλερι