Λευκωσία πόλη

Τουρκοκρατία- πλήρης παρακμή

Image

Κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής της Κύπρου (1570/71-1878) ολόκληρο το νησί περιήλθε σε κατάσταση πλήρους παρακμής την οποία, βέβαια, δεν ήταν δυνατό ν’ αποφύγει ούτε η Λευκωσία. Η παρακμή —οικονομική, πολιτιστική και γενικότερη — οφειλόταν στις νέες συνθήκες. Ως μικρό μόνο τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η Κύπρος αφέθηκε χωρίς καμιά αναπτυξιακή προσπάθεια και χωρίς φροντίδα. Δεν ήταν παρά μια επαρχία στην οποία κυριάρχησε η ανατολίτικη νοοτροπία (που περιελάμβανε τα ήθη, τα έθιμα, τις τέχνες, τα επαγγέλματα, τον αρχιτεκτονικό ρυθμό, τον τρόπο ζωής) και από την οποία αναμενόταν μόνο να συνεισφέρει στο σουλτανικό θησαυροφυλάκιο. Η αποκοπή από την Ευρώπη και το γεγονός ότι και ο υπόλοιπος Ελληνισμός βρισκόταν υπό τουρκική κυριαρχία (η Κωνσταντινούπολη έπεσε το 1453), συνέβαλαν και στην πνευματική παρακμή. Η κακή διοίκηση, η αρπαγή, οι δυσβάστακτοι φόροι, η απουσία οποιασδήποτε ευκαιρίας ανάπτυξης, η μη εκτέλεση οιωνδήποτε έργων και, επί πλέον, οι επιδημίες, οι ανομβρίες, οι επιδρομές των ακρίδων που κατέστρεφαν την παραγωγή ολοσχερώς καθώς και άλλες θεομηνίες, όλα αυτά μαζί, οδήγησαν το νησί σε συνθήκες εξαθλίωσης.

 

Η Λευκωσία παρέμεινε καθ’ όλη την περίοδο πρωτεύουσα του νησιού και έδρα των εκάστοτε Τούρκων κυβερνητών. Μετά δε την εκδίωξη των Λατίνων, αμέσως ύστερα από την τουρκική κατάκτηση, επετράπη η αναδιοργάνωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου, εις δε την πρωτεύουσα μετεφέρθη η έδρα του Ορθόδοξου αρχιεπισκόπου, όπου και εξακολουθεί να ευρίσκεται μέχρι σήμερα.

 

Ωστόσο για μια ακόμη φορά η πρωτεύουσα έμελλε ν’ αλλάξει όψη. Ως προς το μέγεθος και το σχήμα, παρέμεινε στο πλαίσιο των οχυρώσεων των Βενετών, που διατηρήθηκαν από τους Τούρκους. Οι νέοι κατακτητές όμως, που εγκαταστάθηκαν στην πόλη, την προσάρμοσαν στα δικά τους μέτρα και στον δικό τους τρόπο ζωής: μιναρέδες υψώθηκαν πάνω από τα επιβλητικά εκκλησιαστικά οικοδομήματα των Λατίνων που μετετράπησαν σε τζαμιά˙ το κτίσιμο των κατοικιών ήταν τώρα τέτοιο που προσαρμοζόταν στις συνήθειες των Μωαμεθανών και, γενικότερα, η πόλη προσαρμόστηκε στις θρησκευτικές και ηθικές αρχές και στον τρόπο ζωής του ισλαμικού πολιτισμού, που κύρια χαρακτηριστικά του ήσαν: η άρνηση της μνημειακής μεγαλοπρέπειας και της ανοικτής κοινωνικής ζωής και ο κοινωνικός και θρησκευτικός διαχωρισμός που είχε ως αποτέλεσμα τον διαχωρισμό της πόλης σε «μαχαλάδες».

 

Οι Τούρκοι έκαμαν πρόχειρες επιδιορθώσεις στα υφιστάμενα οχυρωματικά έργα, αλλά διατηρήθηκαν οι κατοικίες των Φράγκων και των Βενετών μέχρι και τον 17ο αιώνα και εξακολουθούσαν μέχρι τότε να προσδίδουν στην πόλη ένα δυτικό χαρακτήρα ανάμεικτο με ανατολίτικα στοιχεία. Αργότερα προσετέθησαν πολύ περισσότερα τέτοια στοιχεία, εφόσον οι οικοδομές πάλιωναν κι επισκευάζονταν ή κατεδαφίζονταν κι αντικαθίσταντο με άλλες. Έτσι, τελικά ο ανατολίτικος χαρακτήρας υπερίσχυσε και μόνο οι μεγαλόπρεποι όγκοι μερικών ναών, λίγα οικοδομήματα όπως το κονάκι του κυβερνήτη που ήταν το πρώην βασιλικό παλάτι των Λουζινιανών και διάφορα άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία πνιγμένα στα νεότερα, θύμιζαν πλέον το λαμπρό παρελθόν της πόλης. Οι δρόμοι έγιναν τώρα πολύ στενοί, με πλάτος συνήθως 2-3 μέτρα, με πέτρινα τόξα σε πολλά σημεία. Παρ’ όλον ότι διατηρήθηκαν οι βασικοί άξονες της πόλης, οι στενοί δρόμοι της έδιναν τώρα μια χαώδη εντύπωση (λεπτομερέστερα βλέπε στο λήμμα αρχιτεκτονική).

 

Η καινούργια όψη της Λευκωσίας, με τα χαμηλά σπίτια, τους στενούς δρόμους και τους ψηλούς μιναρέδες που συναγωνίζονταν τα πολλά φοινικόδεντρα ήταν σχεδόν ειδυλλιακή όταν την αντίκριζε κανένας από μακριά ώστε να μη διακρίνει τις ακαθαρσίες, τις ασχήμιες των φτωχογειτονιών και τη μιζέρια των ανθρώπων. Κατέστη δε περισσότερο ανατολίτικη πόλη, έτσι που ένας περιηγητής την είχε χαρακτηρίσει ως «μικρή αδελφή της Δαμασκού».

 

Αναφορές περιηγητών: Από τις περιγραφές των ξένων επισκεπτών, που είναι αρκετές, ιδίως κατά τον 19ο αιώνα, ένας μπορεί να σχηματίσει μια εικόνα της Λευκωσίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο Ιταλός Dandini, το 1596, έβλεπε στη Λευκωσία τα χαρακτηριστικά μιας πόλης της Ανατολής, με τους μιναρέδες πάνω στην Αγία Σοφία κι άλλες καθολικές εκκλησίες. Για τον Ολλανδό Cotovicus, το 1599, η Λευκωσία ήταν μια πόλη της Δύσης που έπεσε στα χέρια ενός λαού της Ανατολής. Ο Άγγλος Sandys λίγο αργότερα, το 1615, υπογραμμίζει πως οι Τούρκοι άλλαξαν την όψη της Λευκωσίας, κι ότι για ασφάλεια τα σπίτια είχαν μικρά ξωπόρτια με σκαλιά για να δυσχεραίνεται η είσοδος. Ο Βέλγος Stochove, το 1630, μας διαβεβαιώνει ότι ως τότε διατηρούνταν ακόμη αρκετά κατάλοιπα των βενετικών χρόνων:

 

... Υπάρχουν πολλά μεγάλα σπίτια κτισμένα από πελεκητή πέτρα, κι οι δρόμοι είναι ωραίοι και πλατιοί. Δεν έχουν τίποτε το τούρκικο, ούτε τα κτίρια που είναι κατά κύριο λόγο βενετικά... Η πόλη έχει πολλούς κήπους, γεμάτους κυρίως με φοινικιές. Τόσα πολλά είναι τα κοράκια ώστε μαυρίζουν τα δέντρα όταν κουρνιάζουν. Είναι πολύ χρήσιμα ωστόσο για να σε ξυπνούν, αφού την αυγή δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Οι Τούρκοι έχουν την πρόληψη ότι είναι κακό να τα σκοτώσουν... (Excerpta Cypria).

 

Ως το 1844, διακόσια χρόνια αργότερα, όταν επισκέφθηκε τη Λευκωσία ο  Άγγλος Kinneir, κάθε τι το βενετικό στους δρόμους και στα κτίρια είχε εκλείψει. Το άλογό του τάφηκε σχεδόν μέσα στις λάσπες των δρόμων ενώ το παλαιό βασιλικό παλάτι, που έγινε σεράγιο, το βρήκε τόσο αλλαγμένο ώστε δε μπορούσε να σχηματίσει γνώμη πώς ήταν αρχικά. Πάνω στα παλαιά μέγαρα εξάλλου, ανεγείρονταν ταπεινά σπιτάκια από πλιθάρι. Η αγορά, προσθέτει, άνκαι σχετικά καλά εφοδιασμένη, αντί στέγη έχει καλάμια και ψάθες, οι οποίες αφήνουν τα νερά της βροχής να περάσουν... (Excerpta Cypria).

 

Ο R. Hamilton Lang, διευθυντής της Οθωμανικής Τράπεζας στο νησί και συνάμα Βρετανός πρόξενος, περιγράφει τη Λευκωσία ύστερα από τρεις αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας:

 

...Περνούμε από στενά δρομάκια χωρίς σχεδόν λιθόστρωτο και τα όργανα της όσφρησής μας πιστοποιούν ότι δεν δίνεται μεγάλη σημασία στην καθαριότητα της πόλης. Τα ερειπωμένα σπίτια εδώ κι εκεί και τα σπασμένα υδραγωγεία, αποτελούν τρανή απόδειξη του γεγονότος ότι βρισκόμαστε στα παραμελημένα εδάφη της ημισελήνου. Με δυσκολία περνούμε μέσα από τα παζάρια, γεμάτα φορτωμένα γαϊδούρια, μουλάρια και καμήλες, ενώ το θορυβώδες πλήθος επιδίδεται στις αγοραπωλησίες του... (Cyprus).

 

Την ακριβέστερη περιγραφή πλουσιόσπιτου της Λευκωσίας κατά τις αρχές του 19ου αιώνα, δίνει ο Ali Bey, στην πραγματικότητα ο Ισπανός ευγενής Don Domingo Badia Y Leÿblich, που ήταν φιλοξενούμενος του μεγάλου δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου:

 

... Στα σπίτια υπάρχουν δυο σειρές από παράθυρα, η μια πάνω από την άλλη. Τόσο συνηθίζεται αυτό, ώστε στο δωμάτιο όπου έμενα, που είχε διαστάσεις 24 επί 12 πόδια, μέτρησα 14 παράθυρα και μια πόρτα. Η πάνω σειρά είχε γρίλιες απ’ έξω και χρωματιστά τζάμια από μέσα. Η πιο κάτω είχε γρίλιες, παραθυρόφυλλα και τζάμια. Αυτό ταιριάζει σε δωμάτιο με ψηλό ταβάνι. Κι οι εσωτερικοί τοίχοι έχουν παράθυρα όπως οι εξωτερικοί. Η στέγη και μέρος της σκάλας, είναι από ξύλο. Οι ηλιακοί κι οι διάδρομοι κλείουν επίσης με γρίλιες. Τα πατώματα είναι από μάρμαρο, καθώς κι οι ορθοστάτες των θυρών και παραθύρων κι η βάση των τοίχων. Το κύριο μέρος του τοίχου είναι από ακατέργαστη πέτρα ή μισοψημένο τούβλο κι ασβέστη. Η στέγη δεν είναι καλυμμένη με κεραμίδια και συνήθως επίπεδη και πολύ βαρειά. Η καταστρεπτική αυτή συνήθεια είναι ο λόγος γιατί εξαφανίστηκαν τα αρχαία κτίρια, από τα οποία απομένει μόνο το σεράγιο. Αυτό είναι ένα τεράστιο συγκρότημα ακανόνιστων κτιρίων και χρησιμοποιείται σαν κατοικία του κυβερνήτη... (Excerpta Cypria).

 

Ο Stochove μας μιλά και για το σεράγιο, όταν αυτό διατηρούσε ακόμη την αρχική του φραγκική μορφή:

 

... Το σεράγιο που ήταν προηγουμένως κατοικία του βασιλιά της Κύπρου, είναι μεγάλο και ωραίο. Πάνω από την είσοδο βλέπεις το οικόσημο των Λουζινιανών μαζί μ’ εκείνο του Οίκου της Σαβοΐας. Μέσα σ’ αυτό ζει ο πασάς ή αντιβασιλιάς του νησιού. Μπροστά του βρίσκεται μια μεγάλη κι ωραία πλατεία, στο μέσο της οποίας στέκει ένας οβελίσκος, σαν εκείνους που βλέπουμε στη Ρώμη. Εδώ κάθε Παρασκευή oι Τούρκοι γυμνάζουν τ’ άλογά τους...

 

Υπάρχουν αναφορές στις βιοτεχνίες της Λευκωσίας από τον 18ο αιώνα και μετά, οι περισσότερες από τις οποίες υπήρχαν και προηγουμένως και περιελάμβαναν κυρίως την κατασκευή υφασμάτων μάλλινων, βαμβακερών, δίμιτων και σατέν, ειδών από δέρμα και ειδών πολυτελείας, όπως καλλυντικών και κοσμημάτων για τους ευκατάστατους Τούρκους και λίγους Έλληνες και άλλους. Το 1767 ο Mariti πρόσεξε εμπόριο βαμβακερών υφασμάτων, μερικά από τα οποία κατασκευάζονταν στην πόλη και μερικά στα γύρω χωριά. Και συνεχίζει:

 

...Κατέχουν επίσης την τέχνη της βαφής κόκκινων και κίτρινων δερμάτων με σουμάκι, κι όλοι συμφωνούν ότι τα χρώματα είναι πιο λαμπρά ακόμη κι απ’ εκείνα της Μπαρμπαριάς. Τα βαμβακερά υφάσματα τα βάφουν με ανεξίτηλα χρώματα, τα οποία με το πλύσιμο γίνονται ακόμη ωραιότερα. Βάφουν επίσης τα κόκκινα υφάσματα, που είναι γνωστά σαν «μπουκασσέν», και για τα οποία χρησιμοποιούν τη ρίζα του ερυθρόδανου, που παράγεται επιτοπίως αφού το αναμείξουν με αίμα βοδιού. Τα άλλα προϊόντα συγκεντρώνονται στη Λευκωσία μαζί με τις εισαγωγές από την Καραμανιά, καταλήγουν ωστόσο στη Λάρνακα, της οποίας οι έμποροι κάνουν τη διανομή... (Travels In the Island of Cyprus).

 

Ο αρχιδούκας Ludwig Salvator της Αυστρίας μας μιλά λεπτομερώς για την επεξεργασία του βαμβακιού στη Λευκωσία το 1873, η οποία γινόταν σε δυο εργοστάσια, ένα κοντά στον Άγιο Ιάκωβο κι ένα κοντά στη Φανερωμένη, για την κατασκευή βαμβακερών και μεταξωτών υφασμάτων και βαμβακερών σάκκων και μάλλινων κουβερτών. Μας μιλά επίσης για τα κεντήματα από μετάξι, για την κατασκευή υποδημάτων όλων των τύπων, επίπλων, ιδιαίτερα καρεκλών και σκαλιστών κουτιών. Μας μιλά εξάλλου για τον τρόπο κατασκευής διαφόρων αντικειμένων από σίδηρο, χαλκό και λευκοσίδηρο, και για το έργο των χρυσοχόων της πόλης.

 

Στην πρωτεύουσα, εκτός από τους Έλληνες και τους Τούρκους, υπήρχαν και δυο μικρές κοινότητες: οι Καθολικοί και οι Αρμένιοι. Δεκαπέντε μόνο χρόνια μετά την κατάκτηση, οι Τούρκοι επέτρεψαν σε λίγους Καθολικούς να κατοικήσουν στο νησί. Οι επισκέπτες από τη Δύση, οι περισσότεροι από τους οποίους ήσαν Καθολικοί, αναφέρονται στο μοναστήρι των Φραγκισκανών κοντά στην πύλη Πάφου, το οποίο τους πρόσφερε φιλοξενία. Ο Ισπανός Φραγκισκανός μοναχός P. Joan Lopez που έμεινε σ’ αυτό το 1770/71, γράφει:

 

...Ο ξενώνας της Λευκωσίας, κοντά στην πύλη Πάφου, είναι ωραίος κι ευχάριστος, με περιποιημένο κήπο που βλέπει προς τη δύση...(Experta Cypria).

 

Οι Αρμένιοι, σύμφωνα με αναφορές των συγχρόνων, ευδοκιμούσαν στο εμπόριο. Κατά τις αρχές του 19ου αιώνα, ένας Αρμένιος έμπορος με το όνομα Σαρκίς, ήταν από τους προύχοντες της Λευκωσίας, τουλάχιστον για τους επισκέπτες από τη δύση. Ο Dr. J. Sibthorp που τον γνώρισε το 1787, γράφει γι’ αυτόν:

 

...Στη Λευκωσία φιλοξενηθήκαμε από έναν Αρμένιο έμπορο με τ’ όνομα Σαρκίς, που είναι πράκτορας της Αγγλίας, κάτω από την προστασία της οποίας απέκτησε μεγάλη περιουσία και σήμερα ζει πολυτελώς, αυτός δε κι οι συγγενείς του κατέχουν τα σπουδαιότερα αξιώματα που μπορούν να δοθούν σε Χριστιανούς. Τέτοια είναι του διερμηνέα, και του τραπεζίτη, του κυβερνήτη (μουτασελλίμ) ή αναπληρωτή του καπουτάν πασά, του εισπράκτορα των φόρων των Χριστιανών, του αρχηγού της χριστιανικής κοινότητας κ.ο. κ. (Excerpta Cypria).

 

Οι Μαρωνίτες ήσαν σημαντική μειονότητα στο νησί στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι περισσότεροι όμως ζούσαν στην ύπαιθρο κι ελάχιστοι στη Λευκωσία.

 

Γεγονότα: Κατά τους τρεις αιώνες της τουρκικής κυριαρχίας, η Λευκωσία, όπως και κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια, είχε το μερίδιό της σε επιδημίες, πλημμύρες, ανομβρίες κι ακρίδες, που έπλητταν το νησί. Λεπτομερείς πληροφορίες έχουμε από τον 19ο αιώνα. Στις 10 Νοεμβρίου του 1859, ο Πεδιαίος πλημμύρισε και προκάλεσε καταστροφές, αφού τα νερά του ξεπέρασαν το ύψος της πύλης Πάφου. Ο ποταμός ακολούθησε την παλιά του κοίτη μέσα από την πόλη, τις οδούς Πάφου και Ερμού, και βγήκε από την πύλη Αμμοχώστου, προκαλώντας καταστροφές, απομάκρυνε όμως συνάμα και τις ακαθαρσίες που είχαν στοιβαχθεί σ’ αυτήν. Ο ποταμός πλημμύρισε ξανά το 1865. Από την πλημμύρα του 1859 πνίγηκαν 16 άτομα, αλλά ο τότε Τούρκος κυβερνήτης Ισιάκ πασάς παρακολουθούσε την καταστροφή και την τραγωδία απαθής από το σεράγιο, καπνίζοντας τον ναργιλέ του, επειδή δεν μπόρεσε να βρει νομική βάση για να επέμβει˙ είναι τούτο δείγμα ανικανότητας στη διοίκηση κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, άλλος ένας λόγος που συνέβαλε στην παρακμή της Λευκωσίας και ολόκληρου του νησιού.

 

Από τα Μεσαιωνικά χρόνια το νησί, περιλαμβανομένης της πρωτεύουσάς του, μαστιζόταν από την ελονοσία και τους ελώδεις πυρετούς ενώ, κατά καιρούς, πληττόταν από σοβαρές επιδημίες (πανώλης κ.α.) που κάποτε έπαιρναν τραγικές διαστάσεις και αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό. Τέτοιες επιδημίες συνέβησαν και σχετικά πρόσφατα, το 1813, το 1835 και το 1865. Άλλα γεγονότα που έπλητταν και την ύπαιθρο αλλά είχαν σοβαρότατες επιπτώσεις και στη ζωή της ίδιας της πρωτεύουσας, ήσαν οι συχνές επιδρομές των ακρίδων (το 1841 κατέφαγαν όχι μόνο όλες τις σοδειές αλλά και τα φύλλα των δέντρων), οι ανομβρίες (όπως εκείνες του 1818, του 1838 και η μεγάλη ανομβρία τεσσάρων χρόνων, από το 1874 μέχρι το 1878) και οι πλημμύρες.

 

Με τις νέες συνθήκες, εκείνη από τις πόλεις της Κύπρου που άρχισε ν’ αναπτύσσεται περισσότερο και να ευρίσκεται σε κάπως καλύτερη μοίρα κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, ήταν η Λάρνακα που απέκτησε σημασία ως λιμάνι ήδη από τον 14ο αιώνα, μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου από τους Γενουάτες. Η παρουσία στη Λάρνακα των ξένων εμπόρων και των διαφόρων προξενείων πολλών χωρών, ήταν ένας από τους λόγους που ώθησαν τον Γάλλο πρόξενο Δοαζάν (Doazan) στα μέσα του 19ου αιώνα, να εισηγηθεί όπως η Λάρνακα γίνει πρωτεύουσα της Κύπρου, αφαιρώντας τον τίτλο από τη Λευκωσία. Ο Δοαζάν έπεισε μάλιστα τον τότε Τούρκο κυβερνήτη Οσμάν Σιερίφ πασά να κάμει σχετική επίσημη εισήγηση στους ανωτέρους του. Κατά τον Δοαζάν, η Λάρνακα ήταν προοδευτικότερη της Λευκωσίας κι αν η έδρα της κυβέρνησης μεταφερόταν εκεί, η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων του 1841 και του 1856 θα ήταν ευκολότερη κι οι ραγιάδες θα προστατεύονταν καλύτερα από τις αδικίες. Οι επόμενοι Τούρκοι κυβερνήτες Ταλαάτ εφέντης και Τζεμάλ πασάς είχαν επίσης αντικρίσει θετικά την ιδέα του Δοαζάν. Μάλιστα επί ημερών του τελευταίου, η Λάρνακα διετέλεσε για 6 μήνες περίπου, ανεπίσημα, πρωτεύουσα της Κύπρου. Τελικά η εισήγηση του Δοαζάν απερρίφθη από την Πύλη με τη δικαιολογία (που θεωρήθηκε γελοία από τον Γάλλο πρόξενο) ότι στη Λάρνακα δεν υπήρχε σεράγιο. Οι λόγοι, ωστόσο, της πρωτοβουλίας του Δοαζάν ήσαν βαθύτεροι, όπως βαθύτεροι ήσαν και οι λόγοι της απόρριψής της, για τους οποίους τελικά η Λευκωσία διατήρησε τον τίτλο της (βλέπε σχετικά στο λήμμα Λάρνακα πόλη, κεφάλαιο ιστορία της πόλης). Ένας από τους λόγους της απόρριψης της εισήγησης του Δοαζάν, ήταν ότι στη Λευκωσία υπερτερούσε σημαντικά το τουρκικό στοιχείο μέχρι και την αγγλική κατοχή.

 

Καθ’ όλη την περίοδο των τριών περίπου αιώνων της τουρκικής κατοχής, η Λευκωσία ήταν πόλη που παρέμεινε περιορισμένη εντός των κυκλικών τειχών της, χωρίς καθόλου ν’ αναπτυχθεί έξω απ’ αυτά. Ολόγυρα, και σε κάποια απόσταση, υφίσταντο βέβαια τα χωριά που αποτελούν σήμερα προάστια ενωμένα με την πρωτεύουσα, καθώς και καλλιέργειες. Η πόλη όμως παρέμενε κλειστή μέσα στα τείχη της, των οποίων οι τρεις πύλες έκλειαν τα βράδια για λόγους ασφάλειας των Τούρκων.

 

Διάφορα πολιτικά γεγονότα, τραγικά κυρίως, γνώρισε η Λευκωσία κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής, αποκορύφωμα των οποίων ήταν οι εκτεταμένης κλίμακας σφαγές του Ιουλίου του 1821 οπότε, μεταξύ πολλών άλλων, είχαν εκτελεστεί στην πρωτεύουσα ο τότε αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός και οι άλλοι εκκλησιαστικοί ηγέτες. Άλλο σοβαρό γεγονός που συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη Λευκωσία ήταν το αγροτικό κίνημα του 1804, οπότε μάζες αγροτών - χωρικών (Τούρκων-Λινοβαμβάκων και Ελλήνων) εισήλθαν στη Λευκωσία στρεφόμενοι κατά του τότε μεγάλου δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου. Στις 10 Μαρτίου έβαλαν φωτιά στο αρχοντικό του, διαμαρτυρόμενοι για την αύξηση των φόρων, και στη συνέχεια πολιόρκησαν την πρωτεύουσα, στρεφόμενοι τόσο κατά των Τούρκων όσο και κατά των Ελλήνων ηγετών (βλέπε λεπτομερέστερα στο λήμμα Κορνέσιος Χατζηγεωργάκης). Το κίνημα κατεστάλη από στρατό που εκλήθη και ήλθε από τη Μικρά Ασία. Γενικότερα, για τις διάφορες εξεγέρσεις, μερικές από τις οποίες συνδέθηκαν ιδιαίτερα και με την πρωτεύουσα Λευκωσία, βλέπε στο λήμμα Τουρκοκρατία.

 

Ένα άλλο γεγονός που αξίζει επίσης ν’ αναφερθεί εδώ, ήταν η προσπάθεια του Τούρκου κυβερνήτη Τζηλ Οσμάν* να δολοφονήσει το 1764 τον αρχιεπίσκοπο Παΐσιο* και τους λοιπούς εκκλησιαστικούς ηγέτες του νησιού που είχαν αποδυθεί σε έντονο αγώνα ενάντια στην άκρατη αρπακτικότητά του. Τους είχε όλους προσκαλέσει στο σεράγιο για σύσκεψη, είχε όμως πριονίσει το πάτωμα με αποτέλεσμα να καταρρεύσει. Από τους αρχιερείς δεν σκοτώθηκε κανένας αλλά όλοι τραυματίστηκαν. Ο λαός όμως ξεσηκώθηκε, με αποτέλεσμα να δολοφονηθεί ο Τζηλ Οσμάν και να σκοτωθούν και 18 άνθρωποί του, ενώ το σεράγιο λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε. Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, που είχε πάρει μέρος στη σύσκεψη στο σεράγιο, αφηγείται ως εξής τα γεγονότα:

 

...Συναχθέντων λοιπόν εἰς ἀκρόασιν τοῦ  ὁρισμοῦ τῶν προειρημένων, καί ἀναγνωσθέντος, ὁ ἡγεμών εἶτα ἄρχισεν ἐλλεγκτικῶς νά ἐρωτᾷ τόν ἀρχιεπίσκοπον τί βλάβην ἐπροξένησε τοῦ ραγιᾶ καί τόν ἐγκάλεσαν εἰς τήν Πόρταν. Ὁ δέ ἀπεκρίθη «μή γένοιτο, ἡμεῖς ἐπροσκλαύθημεν» εἰπών, «ζητοῦντες ἔλεος διά τόν πτωχόν ραγιᾶν, ἀλλ’ ὄχι πῶς ἐγκαλέσαμεν». Μόλις ταῦτα εἶπε καί ἰδού  ἔξαφνα τό ἔδαφος ἐφ’ ὦ  ἱστάμεθα, κατά τό μέρος τῶν Ρωμαίων (ἢμην γάρ κἀγώ παρών) ἄρδην ἐγκρεμνίσθη καί εἰς βάραθρον σκοτεινότατον ἐμπεπτώκαμεν, ἀρχιερεῖς καί ὑπηρέται καί Χριστιανοί καί Τοῦρκοι, καί ἐφ’ ἡμᾶς ἄλλοι καί τά ξύλα τῆς στέγης σορηδόν. Καί ὄχι μετ’ ὀλίγης βλάβης καί κινδύνου τῆς ζωῆς ἐρρύσθημεν. Κατασκονιασμένοι, καταλερωμένοι, κατάστικτοι ὡς θεάματα ἐλεεινά, ἐκεῖθεν ἑλκυσθέντες ἐφέρθημεν εἰς τήν οἰκίαν. Τίς πονεῖ τήν πλάτην, τίς τόν πόδα ἀλγεῖ, καί τίς ἐξ ἐγκάτων ἀναστενάζει, ἄλλος τεθορυβημένος τοῦ φαίνεται νά βλέπῃ  ἐπικείμενον τόν θάνατον.

 

Τό Ντιβάνι διελύθη, πάντες ἔντρομοι ἔφυγον καί ὁ λαός, ἀκούσας τό συμβάν καί τόν θόρυβον, νομίσας πανουργίαν τοῦ Τζήλη προετοιμασμένην διά νά θανατώσῃ τούς ἀρχιερεῖς, ἀρματώθη μέ ξύλα καί ἄρματα, ἔδραμε μανιώδης εἰς τό σαράγιον καί εὑρών τήν πόρταν κλεισμένην, ἔδωσε φωτίαν, ἄναψε τό σαράγιον, ἐχύθη, ἐφόνευσε τόν ταλαίπωρον Τζήλην μέ ἄλλους δεκαοκτώ ἀνθρώπους του καί ἐδιαγούμησε ἁρπάσας πᾶν τό εὑρεθέν εἰς τό σαράγι καί αὐθεντικόν καί ἐδικόν του καί τῶν ἀνθρώπων του... Ὤ τραγωδία ἐλεεινή! Πάντες ἔμειναν νεκροί, ἄφωνοι εἰς τό ἄκουσμα, καί οὐλαμάδες, καί ἀγάδες καί ραγιάδες˙ ἐβυθίσθησαν εἰς ἀθυμίαν καί φόβον τοιοῦτον, ὣστε μηδέν ἄλλο ἐπρόσμενον, εἰμή ἄφευκτον τήν κραταιάν μάχαιραν εἰς ὅλους πανδημῇ, διά νά ἐκδικηθῇ τό αἶμα τῶν φονευθέντων μέ ἀντάξιον ὠμότητα.

 

Μόλις μετά τρεῖς ἤ τέσσαρας ὣρας μικρόν ἡσύχασεν ὁ  ἀλαλαγμός, ἡ  ἀγχολογή τῶν δρόμων ἀπό τά τρεξίματα καί τάς φωνάς ἐκείνων ὁποῦ  ἔτρεχαν εἰς τό καιόμενον σαράγι νά ἁρπάξωσιν. Τά παζάρια κλεισμένα καί οἱ τίμιοι ἀπό ἕνα φόβον σπασμώδη κλεισμένοι εἰς τούς οἴκους των, ἐνόμιζον κοινήν τῆς πόλεως ἐπανάστασιν, φόνον καί λεηλατισμόν. Καί οἱ μεγάλοι τῶν Τουρκῶν ἀγκαλά εἰς μίαν ὀδυνηράν κατήφειαν βυθισμένοι, εὐθύς ἐστοχάσθησαν νά διασκορπίσουν τόν λαόν, διά νά μή αὐξήσῃ  ἡ  ὁρμή περισσότερον καί εἰς τά ὀσπήτια τῶν πλουσίων καί τιμημένων. Ὃθεν ὁ μουλλᾶς διά τοῦ διαλαλητοῦ  ἢ τελλάλη, εὐθύς ἐπρόσταξεν ὅλοι οἱ χωριανοί Τοῦρκοι καί Χριστιανοί ἐπ’ ὀνόματι τοῦ βασιλέως, νά ἤθελαν ὑπακοῦσι νά πορευθῶσιν εἰς τά χωρία των ἕκαστος, καί ὁ χωρίτης λαός [=χωρικοί] ὑπακούων ἀνεχώρησεν ἀπό τῆς Λευκωσίας πάραυτα. Ἐδιωρίσθη ἡ ταφή τοῦ μουσελλίμη καί τῶν λοιπῶν θανατωθέντων, ἐσβέσθη ἡ φωτία τοῦ σαραγίου καί ἐτάχθησαν φύλαξες καθ’ ὃλην τήν Χώραν καί ἔξωθεν ἡμέρα καί νύκτα νά φυλάττουσι καί νά ἐξετάζουσιν τόν καθ’ ἕνα ὁποῦ  ἔμβαινεν εἰς τήν Χώραν μέ πᾶσαν ἀκρίβειαν νά μή φέρῃ  ἄρματα...

 

Τέτοιου είδους γεγονότα συνέβαιναν στη Λευκωσία επειδή ήταν η πρωτεύουσα, έδρα του Τούρκου διοικητή και των λοιπών Τούρκων αξιωματούχων, έδρα του αρχιεπισκόπου — αρχηγού των Ελλήνων του νησιού — και του μεγάλου δραγομάνου. Εκτός όμως από εξεγέρσεις και κινήματα, η Λευκωσία γνώρισε και πολλά άλλα γεγονότα όπως οι δημόσιες εκτελέσεις που γίνονταν στο σεράγιο. Αναφέρουμε, εκτός από τις δημόσιες εκτελέσεις του αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των επισκόπων στις 9 Ιουλίου του 1821, και την εκτέλεση του Καρπασίτη επαναστάτη καλόγερου Ιωαννίκιου* το 1833 που, σύμφωνα και προς την παράδοση, πέθανε στον πάλλον, που αποτελούσε οδυνηρότατο τρόπο εκτελέσεως: ο καταδικασμένος τοποθετείτο καθιστός σε ένα όρθιο μυτερό πάσσαλο που εισχωρούσε στο σώμα του εξαιτίας του βάρους του, και σιγά-σιγά έβγαινε από τους ώμους του.

 

Στη Λευκωσία συνήθως παραπέμπονταν για εκδίκαση όλες οι σοβαρές υποθέσεις από όλη την Κύπρο. Η φυλακή βρισκόταν στο σεράγιο, την κατοικία δηλαδή του Τούρκου κυβερνήτη που ήταν το πρώην ανάκτορο των Λουζινιανών βασιλιάδων και των Βενετών κυβερνητών.

 

Η Αρχιεπισκοπή, στην περιοχή όπου βρίσκεται και σήμερα, αποτελούσε το κέντρο της πολιτικής και της πενιχρής πνευματικής ζωής των υπόδουλων Ελλήνων του νησιού. Στην ίδια περιοχή ιδρύθηκε και η πρώτη σημαντική ελληνική σχολή στη Λευκωσία, το σημερινό Παγκύπριο Γυμνάσιο, από τον εθνομάρτυρα αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας λειτούργησαν και άλλες σχολές στην πρωτεύουσα (βλέπε πιο κάτω, στο κεφάλαιο για την εκπαίδευση).

 

Καθ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Λευκωσία παρέμεινε μια μικρή πόλη (ωστόσο η μεγαλύτερη σε πληθυσμό στο νησί) περιορισμένη αποκλειστικά μέσα στα κυκλικά της τείχη. Εκτός των τειχών, η πόλη άρχισε ν’ αναπτύσσεται κατά την περίοδο της αγγλικής κατοχής.