Λευκωσία πόλη

Αγγλοκρατία

Κατά την περίοδο που ακολούθησε την αγγλική κατοχή (1878-1960), η Λευκωσία εξακολούθησε να είναι η πρωτεύουσα της Κύπρου. Κατά την ίδια περίοδο καθορίστηκαν τα σύνορα των έξι επαρχιών του νησιού που ισχύουν και σήμερα, η δε Λευκωσία έγινε και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Και τούτο γιατί κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής η σημερινή επαρχία Λευκωσίας ήταν διαχωρισμένη σε καζάδες ή κατηλλίκια (=διαμερίσματα), η δε πόλη της Λευκωσίας, ως πρωτεύουσα, αποτελούσε χωριστό κατηλλίκι (βλέπε λήμμα κατηλλίκι).

 

Τον τρόπο κατοχής της Λευκωσίας από τους Άγγλους περιγράφει ο Η. Dixon στο έργο του British Cyprus, αφηγούμενος τα γεγονότα που τα είχε ζήσει, αφού είχε πάρει μέρος στην όλη επιχείρηση. Αφού τα αγγλικά στρατεύματα, που έφθασαν στην Κύπρο το τέλος του Ιουνίου του 1878, αποβιβάστηκαν στη Λάρνακα, οι επικεφαλής τους κατάρτισαν σχέδιο για να βαδίσουν στη Λευκωσία της οποίας ο λαός, πρωτίστως τουρκικός, πληροφορήθηκαν ότι ήταν φανατικός και, συνεπώς, υπήρχε πιθανότητα να γίνουν ταραχές. Η πόλη, λέγει ο Dixon, ήταν ένα φρούριο οπλισμένο με αγγλικά και βενετικά κανόνια˙ τα τείχη ήσαν συμπαγή και οι προμαχώνες ισχυροί, φρουρά από 120 στρατιώτες φύλαττε τις πύλες, είχε δε πίσω της ένα μωαμεθανικό πληθυσμό που αριθμούσε όχι λιγότερους από 3.000 μάχιμους άνδρες. Όταν θα πηγαίναμε στη Λευκωσία, θα έπρεπε να υποστείλουμε τη σημαία τους και να υψώσουμε τη δική μας. Θα παρέμεναν όλοι αυτοί απαθείς και θα έβλεπαν τη σημαία τους να υποστέλλεται;

 

Ο επικεφαλής της όλης αποστολής, ναύαρχος Τζων Χέυ*, πρότεινε τότε να εισέλθουν οι Άγγλοι στην κυπριακή πρωτεύουσα με σάκκους γεμάτους νομίσματα των 6 πεννών και με υποσχέσεις για καλούς μισθούς! Εάν όμως επρόκειτο να υπάρξουν οπωσδήποτε αντιδράσεις, ο ναύαρχος ζήτησε την κατάληψη της πόλης με έφοδο. Λίγο αργότερα έφθασαν, ωστόσο, στη Λάρνακα από την Κωνσταντινούπολη ο απεσταλμένος της Πύλης Σαμή* πασάς και ο Βρετανός ομόλογός του Βάριγκ, φέρνοντας στο νησί τα σχετικά έγγραφα της αγγλοτουρκικής συμφωνίας για την Κύπρο. Οι δυο αυτοί πήγαν από τη Λάρνακα στη Λευκωσία, για να συναντήσουν τον κυβερνήτη Ριφάτ* πασά (που υπηρετούσε στο νησί μόνο 5 εβδομάδες) και να του επιδώσουν και τη σχετική εντολή του σουλτάνου του. Μαζί τους πήγε στην πρωτεύουσα και ο Άγγλος στρατιωτικός Ρώουσον με εντολή να αντλήσει όλες τις δυνατές πληροφορίες για τις αμυντικές δυνατότητες της Λευκωσίας. Όταν επέστρεψε στη Λάρνακα ο Ρώουσον, ανέφερε σχετικά στον ναύαρχο, ο οποίος στη συνέχεια αναχώρησε για τη Λευκωσία. Έφθασε το μεσημέρι της Παρασκευής (ημέρας προσευχής των Τούρκων), 12 Ιουλίου του 1878. Επειδή ήταν αργία, ανέμενε μέχρι το απόγευμα. Εισήλθε με τη συνοδεία του στην πόλη, ενώ τα μουλάρια που είχε μαζί του στέναζαν — πάντοτε κατά τον Dixon —από το βάρος των αργυρών νομισμάτων που κουβαλούσαν. Η είδηση ότι ο σημαντικός αυτός Άγγλος θα μοίραζε χρήματα και θα εξοφλούσε όλους τους καθυστερημένους μισθούς των υπαλλήλων, από τον ζαπτιέ μέχρι τον καδή κι από τον καϊμακκάμη μέχρι τον πασά, διαδόθηκε αστραπιαία. Στο μεταξύ είχε φθάσει από τη Λάρνακα και δύναμη από 100 Άγγλους στρατιώτες που στάθμευσε στην πύλη Αμμοχώστου.

 

Ο ναύαρχος πήγε στο σεράγιο και η αλλαγή εξουσίας έγινε χωρίς προβλήματα. Η υποστολή της τουρκικής σημαίας, που έγινε το απόγευμα στις 5, και η ύψωση της αγγλικής, έγινε με ζητωκραυγές. Όπως δε ελέχθη, η βασίλισσα Βικτώρια ομίλησε στους νέους υπηκόους της με τη γλώσσα των ασημένιων νομισμάτων!

 

Ο πρώτος Αγγλος ύπατος αρμοστής σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ*, έφθασε στη Λευκωσία την Τρίτη, 25 Ιουλίου του 1878. Επειδή όμως δεν βρήκε κατάλληλο σπίτι για να εγκατασταθεί, πιθανώς δε και επειδή δεν ήθελε να παραμείνει μέσα στην πόλη από φόβο κάποιων ταραχών που ίσως δημιουργούνταν, κατέφυγε στο μετόχι του Κύκκου, τον Άγιο Προκόπιο, στα δυτικά της Λευκωσίας. Μόνο ο ηγούμενος και 2-3 μοναχοί κράτησαν τα κελλιά τους, το δε υπόλοιπο κτίριο παραχωρήθηκε στον σερ Γκάρνετ και το επιτελείο του. Στο μετόχι υψώθηκε η αγγλική σημαία. Ολόγυρα στρατοπέδευσε ο αγγλικός στρατός* σε σκηνές που στήθηκαν στην περιοχή.

 

Οι Έλληνες της Λευκωσίας, όπως εξάλλου και της λοιπής Κύπρου, υποδέχθηκαν τους νέους κυριάρχους με αισθήματα χαράς. Στη Λευκωσία τον σερ Γκάρνετ προσφώνησε ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος* που του ευχήθηκε και πρόσθεσε:

 

...Ἡ Κύπρος, ἐξοχώτατε, καίπερ, ἐν τῇ  ἐσχατιᾷ τῆς Μεσογείου ὡς μεταίχμιον κειμένη, ἔχει ὃμως μεγίστην ἀξίαν παρά τῇ  Ἀγγλικῇ κυβερνήσει διά πολλούς λόγους, καί διότι οἰκεῖται ὑπό λαοῦ φιλησύχου καί εὐαγώγου, ὃστις, χωρίς ν’ ἀρνηθῇ τήν καταγωγήν καί τούς πόθους αὐτοῦ, θέλει διατελῇ  ἀφωσιωμένος εἰς τήν νέαν πατρικήν αὐτοῦ κυβέρνησιν.

 

Στη συνέχεια ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος εξέφρασε την ελπίδα ότι με τους φιλελεύθερους θεσμούς της αγγλικής κυβέρνησης ο λαός θα προοδεύσει και θα ευημερήσει. Και συνέχισε:

 

... Ἐλπίζομεν, λοιπόν, ὅτι τουντεῦθεν ἄρχεται νέα ζωή διά τούς κατοίκους τῆς Κύπρου. Νέα ζωή εὐκλεής, ἥτις θέλει ἀφήσῃ  ἐποχήν εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Ἐλπίζομεν ὅτι θέλομεν διδαχθῇ πάντες ἄνευ ἐξαιρέσεως φυλῆς ἢ θρησκεύματος, ὅτι ὁ νόμος πάντων βασιλεύς. Ὅτι πάντες ἐνώπιον τοῦ νόμου θέλομεν ἔχῃ  ἴσα δικαιώματα νά ἐξασκῶμεν καί ἴσα καθήκοντα νά φυλάττωμεν. Διότι τῶν δικαιωμάτων ἡ  ἰσότης συνεπάγεται τήν ἰσότητα τῶν καθηκόντων. Οὓτω τοίνυν θέλομεν ἐθισθῇ εἰς τήν ὁδόν τήν εὐθεῖαν, εἰς τήν ὁδόν δηλονότι τῆς ἀληθείας, τοῦ καθήκοντος καί τῆς ἐλευθερίας.

 

Καί ἀληθῶς! Ὃταν ἡ δικαιοσύνη βασιλεύῃ  ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ὃταν ἡ εὐσυνειδησία, ἡ τάξις, ἡ  ἱκανότης, ἡ εἰλικρίνεια, ἡ φιλανθρωπία προεδρεύουσιν ἐν τῇ διοικήσει, τότε πάντα τά λοιπά παρακολουθοῦσι καί οἱ λαοί εὐημεροῦσιν. Ὕλη ὑπάρχει ἐν Κύπρω ἐπιτηδεία πρός οἰκοδομήν. Γῆ  ἀγαθή πρός καρποφορίαν. Μόνον χεῖρες δεξιαί ἀπαιτοῦνται πρός διευθέτησιν καί διεξαγωγήν ἔργου. Καί τοιαῦται πεποίθαμεν ὅτι θέλουσιν εἶναι αἱ τῆς ὑμετέρας ἐξοχότητος...

 

Ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος έκλεισε την προσφώνησή του με μια εισήγηση:

 

... Ἄν δέ οἱ νοημονέστεροι τῶν κατοίκων καί οἱ πεῖραν τῶν ἐντοπίων πραγμάτων κεκτημένοι, προσκαλῶνται, προβουλεύονται καί συμπράττωσι μετά τῆς ὑμετέρας ἐξοχότητος, εἰλικρινῶς, καί ὡς πρός τάς ἀνάγκας τοῦ τόπου, τήν γλώσσαν, τά ἤθη καί τά ἔθιμα, τό εἶδος τοῦ πολιτεύματος ἢ τῆς νομοθεσίας καί τά τοιαῦτα, τότε χρησάός ἐλπίδας τρέφομεν ὅτι ἐντός ὀλίγου θέλομεν ἴδῃ ταῦτα πάντα πραγματοποιούμενα ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν τε ἀρχόντων καί τῶν ἀρχομένων.

 

Ο σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ ήταν εκείνος που έκτισε το πρώτο κτίριο του κυβερνείου που απετέλεσε καθ’ όλη την περίοδο της αγγλικής κατοχής το κέντρο διοίκησης της Κύπρου και που έγινε, μετά την ανεξαρτησία, το προεδρικό μέγαρο. Και πάλι προτίμησε να εγκατασταθεί έξω από την πόλη παρά να κλειστεί και αυτός μέσα στα τείχη της. Η ενέργεια αυτή συνέβαλε στη γενικότερη «έξοδο» από τα τείχη και απετέλεσε την απαρχή ανάπτυξης της πόλης έξω απ’ αυτά, ιδίως προς τα νότια. Ως χώρος εγκατάστασης της διοίκησης επελέγη λόφος στα νοτιοδυτικά της πόλης, μεταξύ αυτής και του Στροβόλου, στη δεξιά (ανατολική) όχθη του Πεδιαίου ποταμού. Η τοποθεσία επελέγη όχι μόνο γιατί θεωρήθηκε περισσότερο υγιεινή αλλά κι επειδή θεωρήθηκε και ως καλή στρατηγική θέση αφού δέσποζε της Λευκωσίας και όλης της γύρω περιοχής. Το πρώτο κτίριο του κυβερνείου ήταν ξύλινη κατασκευή που είχε γίνει στην Αγγλία και μεταφέρθηκε στην Κύπρο σε τεμάχια μέσα σε κιβώτια για να συναρμολογηθεί επί τόπου. Ο συνταγματάρχης Sinclair που είχε τη φροντίδα αποστολής του οικοδομήματος στη Λευκωσία, γράφει ότι χρειάστηκε ένα μεγάλο καραβάνι από 125 κάρρα και 70 καμήλες για τη μεταφορά των κιβωτίων από τη Λάρνακα (όπου είχαν φθάσει με πλοίο) στην πρωτεύουσα. Το κτίριο, ισόγειο σε σχήμα Π, στήθηκε και άρχισε να χρησιμοποιείται από το Δεκέμβριο του 1878. Η ξύλινη αυτή κατασκευή υφίστατο μέχρι το 1931, οπότε πυρπολήθηκε κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Οκτωβρίου του χρόνου εκείνου, κι αντικαταστάθηκε τότε με πέτρινο κτίριο με ισόγειο και ένα όροφο, αυτό που υφίσταται και σήμερα. Ο σερ Γκάρνετ, πάντως, αναφέρεται ότι είχε στο μεταξύ χρησιμοποιήσει και το αρχοντικό του προύχοντα της Λευκωσίας Μιχάλη Σιακαλλή, κοντά στην εκκλησία του Τρυπιώτη, που είχε ενοικιάσει για ένα χρόνο, έναντι του υπερβολικού για την εποχή ενοικίου των 250 λιρών.

 

Στην εξάπλωση της πόλης της Λευκωσίας έξω από τα τείχη, συνέβαλαν σημαντικά και τρεις άλλες ενέργειες των Βρετανών που έγιναν κατά την πρώτη περίοδο της αγγλικής κατοχής και που ήσαν:

 

α) Η δημιουργία ανοιγμάτων στα τείχη (όπως τα ανοίγματα της πύλης Πάφου, του Κολοκάση, του Καϊμακλίου) και η δημιουργία γεφυρών πάνω από την τάφρο τους (πλατείας Ελευθερίας, ανοίγματος «ΟΧΙ», πλατείας παρά το άγαλμα Σολωμού).

 

β) Η εγκατάσταση πολλών κυβερνητικών και διοικητικών υπηρεσιών σε οικοδομήματα που κτίστηκαν έξω από τα τείχη (όπως η αρχιγραμματεία, το νοσοκομείο, η υπηρεσία γεωργίας, το κτίριο των φυλακών, ακόμη και η Αγγλική Σχολή).

 

γ) Η κατασκευή δρόμων αλλά και η λειτουργία του σιδηροδρόμου, βέβαια εκτός των τειχών.

 

Φυσικά με τις νέες συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί, στην ανάπτυξη της Λευκωσίας συνέβαλαν σημαντικά οι ευκαιρίες απασχόλησης που άρχισαν πλέον να παρουσιάζονται. Έτσι προσελκύστηκε πληθυσμός από άλλα μέρη της Κύπρου για εγκατάσταση στην πρωτεύουσα, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την ραγδαία αύξηση του πληθυσμού της (διπλασιάστηκε σε μισό αιώνα: 11.536 κάτοικοι το 1881 και 23.677 το 1931˙ και περίπου ξαναδιπλασιάστηκε στα άλλα 30 χρόνια: 45.629 το 1960). Οι νέες αυτές συνθήκες περιελάμβαναν και τη μεταφορά αρκετών από τα προξενεία της Λάρνακας — όσων δεν έκλεισαν —στην πρωτεύουσα. Η σιδηροδρομική δε σύνδεση της Λευκωσίας με την Αμμόχωστο (βασικότερο λιμάνι του νησιού) που άρχισε από το 1905, αλλά και με την ύπαιθρο, τόσο της πεδιάδας της Μόρφου όσο και της πεδιάδας της Μεσαορίας, απετέλεσε μια άλλη πολύ σημαντική εξέλιξη. Τόσο σημαντική, όσο υπήρξε λίγα χρόνια αργότερα η δημιουργία του διεθνούς αεροδρομίου Λευκωσίας (σε περιοχή του Γερολάκκου, δυτικά της Λευκωσίας).

 

Πολιτικά γεγονότα: Κατά τη διάρκεια των 82 χρόνων της αγγλικής κυριαρχίας, ως διοικητική πρωτεύουσα της Κύπρου η Λευκωσία απετέλεσε τον πυρήνα και της πολιτικής ζωής του νησιού. Ήταν το κέντρο λήψεως αποφάσεων της αποικιακής κυβέρνησης της Κύπρου και, κατ’ ακολουθίαν, το κέντρο και των ποικίλων προς αυτές αντιδράσεων. Εφ’ όσον δε και ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος ήταν, εκτός από θρησκευτικός, και ο αδιαμφισβήτητος πολιτικός ηγέτης των Ελλήνων της Κύπρου, το κτίριο της Αρχιεπισκοπής στη Λευκωσία ήταν το κέντρο της πολιτικής καθοδήγησης και της πολιτιστικής ζωής των Ελλήνων της Κύπρου. Στο κτίριο εκείνο συντηρήθηκε το ιδανικό της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα και στο ίδιο κτίριο λαμβάνονταν οι διάφορες αποφάσεις που είχαν πολύ συχνά και σχεδόν πάντοτε σοβαρότατες επιδράσεις στο λαό της Λευκωσίας και της Κύπρου ολόκληρης. Μεταξύ των σοβαροτέρων γεγονότων της περιόδου της Αγγλοκρατίας, που αναστάτωσαν ιδιαίτερα την πόλη της Λευκωσίας, αναφέρουμε την εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931, τα γνωστά Οκτωβριανά*, το ενωτικό δημοψήφισμα* του Ιανουαρίου του 1950 και τον ένοπλο τετραετή απελευθερωτικό αγώνα του 1955-1959. Εξάλλου κατά τα πρώτα 60 χρόνια του 20ού αιώνα, δηλαδή μέχρι την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος, η πρωτεύουσα Λευκωσία πολύ συχνά συγκλονιζόταν από εκδηλώσεις αντιδράσεως κατά της αποικιακής κυβέρνησης, από διαδηλώσεις και παναπεργίες και από μαζικές κινητοποιήσεις για απαίτηση της ελευθερίας και της αποδόσεως της Κύπρου στην Ελλάδα. Οι εκδηλώσεις αντιδράσεως οργανώνονταν εξαιτίας αποφάσεων της αποικιακής κυβέρνησης ή της ίδιας της κυβέρνησης της Μεγάλης Βρετανίας, όπως για παράδειγμα η απόφαση για προσάρτηση της Κύπρου στις αποικίες του στέμματος (1925).

 

Κατά τη διάρκεια του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959, σχεδόν μόνιμα κατά τα τέσσερα εκείνα χρόνια η πρωτεύουσα βρισκόταν στο επίκεντρο τραγικών γεγονότων: σ’ αυτήν γίνονταν οι περισσότερες δίκες των αγωνιστών, στις φυλακές της έγιναν οι απαγχονισμοί των ηρώων που εκτελέστηκαν, στους δρόμους και τις πλατείες της συνέβησαν οι περισσότερες βίαιες συγκρούσεις και διαδηλώσεις, αλλά και επιθέσεις των ανταρτών της ΕΟΚΑ.  Αντιδρώντας στα γεγονότα αυτά, οι Άγγλοι προχώρησαν στην πρώτη μορφή διχοτόμησης της Λευκωσίας. Tα χαράματα της 30ής Mαΐου 1956 τοποθέτησαν τα πρώτα συρματοπλέγματα από την οδό Πάφουμέχρι τον Άγιο Kασσιανό, διαχωρίζοντας την ελληνική και την τουρκική συνοικία της πόλης.

 

Επίσης, κατά τη διάρκεια του αγώνα — και με την ενθάρρυνση των Τουρκοκυπρίων από τους Άγγλους — ετέθησαν οι βάσεις του κοινοτικού διαχωρισμού που περιελάμβανε και τον διαχωρισμό της ίδιας της Λευκωσίας σε δυο τμήματα, τον ελληνικό και τον τουρκικό τομέα. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το πρώτο κύμα προσφύγων κατά τα νεότερα χρόνια σημειώθηκε το 1958, όταν Έλληνες Κύπριοι που κατοικούσαν σε περιοχές όπου υπερίσχυε το τουρκικό στοιχείο, εκδιώχθηκαν βίαια. Όπως για παράδειγμα από το χωριό Λεύκα αλλά κι από διάφορες περιοχές της Λευκωσίας, όπως η Ομορφίτα και ο Τράχωνας. Επηρεάστηκαν επίσης τότε και αρκετοί άλλοι Έλληνες Κύπριοι που είχαν επιχειρήσεις και καταστήματα στο εμπορικό κέντρο της παλαιάς εντός των τειχών πόλης όπου υπερτερούσε το τουρκικό στοιχείο. Παρά το ότι η επαφή μεταξύ των δυο τομέων της πόλης δεν είχε διακοπεί ολότελα από τότε, ουσιαστικά από τότε είχε συμβεί ο διαχωρισμός της Λευκωσίας σε βόρειο και σε νότιο τμήμα, οπότε έγιναν από τους Τούρκους και αρκετοί εμπρησμοί ελληνικών ιδιοκτησιών στη γραμμή του διαχωρισμού, με σκοπό ακριβώς να γίνει σαφής αυτή η γραμμή με τη δημιουργία «νεκρής ζώνης» κατά μήκος της εντός των τειχών πόλης. Οι Τουρκοκύπριοι είχαν επίσης ανεγείρει από τότε και τα πρώτα οδοφράγματα στις οδούς που ένωναν τους δυο τομείς της Λευκωσίας.

 

Έκτοτε, άρχισε να αναπτύσσεται γοργότερα το νότιο τμήμα της Λευκωσίας που εξελίχθηκε στη σημερινή σύγχρονη μεγαλούπολη των πολυκατοικιών, με παράλληλη επέκταση προς τα έξω. Σήμερα η διαφορά μεταξύ των δυο τομέων της πόλης, ως προς την ανάπτυξη, το είδος ανάπτυξης και, γενικότερα, την ποιότητα ζωής, είναι ιδιαίτερα εμφανής.

Φώτο Γκάλερι