Λευκωσία πόλη

Ανεξαρτησία- Η ανάπτυξη και η πτώση

Ιδιαίτερα αλματώδης υπήρξε η ανάπτυξη κι επέκταση της Λευκωσίας μετά την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος (1960), με αποτέλεσμα σήμερα η πόλη να είναι ενωμένη με τους οικισμούς που υφίσταντο γύρω απ’ αυτήν (Αγλαντζιά, Λατσιά, Στρόβολος — μέχρι τη Λακατάμια — Άγιος Δομέτιος). Στην ανάπτυξη αυτή συνέβαλε στον μεγαλύτερο βαθμό το γεγονός ότι η Λευκωσία παρέμεινε πρωτεύουσα του νέου ανεξάρτητου κράτους και συγκέντρωσε όλες τις διοικητικές και κυβερνητικές υπηρεσίες με αποτέλεσμα την εγκατάσταση σ’ αυτήν μεγάλου αριθμού οικογενειών νεοπροσληφθέντων δημοσίων υπαλλήλων. Τούτο ήταν φαινόμενο παράλληλο προς εκείνο της αστυφιλίας που άρχισε να παίρνει διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες κατά την περίοδο μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου (οπότε αλματώδης υπήρξε η ανάπτυξη και των άλλων πόλεων του νησιού, με παράλληλη μείωση του πληθυσμού των περισσοτέρων χωριών και ιδιαίτερα των περισσότερο απομακρυσμένων από τα αστικά κέντρα). Στη συγκέντρωση πληθυσμού στην πρωτεύουσα και γύρω απ’ αυτήν, ιδίως εργατικού δυναμικού, συνέβαλε και η επέκταση κι ανάπτυξη της βιομηχανίας αλλά και η δημιουργία και άλλων ευκαιριών απασχόλησης (όπως λ.χ. το διεθνές αεροδρόμιο), καθώς και η εγκατάσταση στη Λευκωσία των πρεσβειών και άλλων αποστολών διαφόρων χωρών.

 

Αλλά και οι χρόνοι μετά την ανεξαρτησία δεν ήσαν, δυστυχώς, χρόνοι ομαλής ζωής. Τρία μόλις χρόνια υστερότερα, τον Δεκέμβριο του 1963, από τη Λευκωσία άρχισε η ανταρσία των Τουρκοκυπρίων που επεκτάθηκε αμέσως και στις λοιπές πόλεις (πλην της Κερύνειας) και σε πολλά μεικτά και αμιγή τουρκικά χωριά. Η τουρκική συνοικία της Λευκωσίας ενωμένη με τους τουρκοκυπριακούς οικισμούς στα βόρεια της πόλης (Ορτά Κιογιού, Κιόνελι, Χαμίτ Μάντρες) όπως και με τους μεικτούς οικισμούς από τους οποίους είχε εκδιωχθεί μέρος του ελληνοκυπριακού πληθυσμού τους (Ομορφίτα, Τράχωνας), απετέλεσε τον ισχυρότερο τουρκοκυπριακό θύλακο απ’ όλους όσους δημιούργησαν στην Κύπρο οι Τουρκοκύπριοι με τη βοήθεια και την εποπτεία της Τουρκίας. Το 1963-64 η Ομορφίτα και άλλες περιοχές της πρωτεύουσας απετέλεσαν θέατρο αιματηρών συγκρούσεων και μαχών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου. Επεισόδια συνέβησαν και αργότερα, κατά καιρούς, το 1964 όμως την εποπτεία της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των δυο τομέων της πόλης (της «πράσινης γραμμής», όπως ονομάστηκε) ανέλαβε η ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών που είχε τότε συσταθεί, με τη σύμφωνη γνώμη και της κυπριακής κυβέρνησης. Έτσι ο διαχωρισμός της πόλης σε δυο τομείς έγινε επίσημος.

 

Οι Τουρκοκύπριοι έλεγχαν και τη βασική οδική αρτηρία που συνέδεε τη Λευκωσία με την Κερύνεια μέσω Κιόνελι, και για την επόμενη δεκαετία η επικοινωνία μεταξύ των δυο πόλεων γινόταν με αυτοκινητοπομπές που συνοδεύονταν από στρατιωτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών. Στο μεταξύ άρχισε να χρησιμοποιείται συχνότερα και ο μακρύτερος δρόμος Λευκωσίας-Κερύνειας μέσω Μύρτου, τελικά δε κατασκευάστηκε και δρόμος μέσω Κλεπίνης. Η ανταρσία των Τουρκοκυπρίων επηρέασε σοβαρά και την οδική σύνδεση της Λευκωσίας με την περιοχή Τηλλυρίας-Πόλεως Χρυσοχούς μέσω Ξερού-Κοκκίνων.

 

Παρά το ότι κατά τη δεκαετία 1964-1974 υπήρχε κάποια επαφή μεταξύ των δυο τομέων της πρωτεύουσας, μάλιστα αρκετοί Τουρκοκύπριοι εργαζόμενοι εργοδοτούνταν στον ελληνοκυπριακό τομέα, ωστόσο δεν υφίστατο πλέον συνεργασία των δυο τομέων, ούτε οργανική σχέση. Στον τουρκοκυπριακό τομέα αυτοεγκλωβίστηκαν οι Τουρκοκύπριοι, περιλαμβανομένων και των κρατικών αξιωματούχων και των δημοσίων υπαλλήλων που είχαν εγκαταλείψει τις εργασίες και τις θέσεις τους. Οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι δεν επέτρεπαν τη συνεργασία των δυο τομέων, αρνούμενοι ακόμη και την απλή είσοδο Ελληνοκυπρίων στον τομέα που έλεγχαν.

 

Ένα από τα αποτελέσματα της ανώμαλης αυτής πολιτικής κατάστασης, που εξυπηρετούσε τα σχέδια της Τουρκίας για διχοτόμηση της Κύπρου, ήταν η περαιτέρω ανάπτυξη του νότιου τμήματος της Λευκωσίας. Και τούτο, επειδή το παραδοσιακό εμπορικό κέντρο της πρωτεύουσας (κυρίως κατά μήκος των οδών Ερμού και Πάφου, όπου βρισκόταν και το μεγάλο δημοτικό παντοπωλείο) εγκαταλείφθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του.

 

Ο διαχωρισμός της κυπριακής πρωτεύουσας σε δυο τομείς (έτσι που μερικοί ονόμασαν τη Λευκωσία «μικρό Βερολίνο») διατηρήθηκε μέχρι και τις ημέρες της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής, το καλοκαίρι του 1974. Τον Ιούλιο του 1974 η Λευκωσία γνώρισε το στρατιωτικό πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης του προέδρου Μακαρίου, που απετέλεσε μια ακόμη ιδιαίτερα συγκλονιστική εμπειρία στην ιστορία της πόλης. Το πραξικόπημα ακολούθησε η τουρκική στρατιωτική εισβολή του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974, που είχε ως αποτέλεσμα την κατάκτηση ολόκληρου του βορείου τμήματος της Κύπρου από τον κόλπο της Μόρφου στα δυτικά, μέχρι τον κόλπο της Αμμοχώστου στα ανατολικά. Η μεγάλη αυτή διαχωριστική γραμμή — την οποία οι Τούρκοι θεωρούν ως «σύνορο» —περνά και από το κέντρο της εντός των τειχών Λευκωσίας. Το τουρκοκρατούμενο μάλιστα τμήμα της Λευκωσίας οι Τούρκοι θεωρούν και ως «πρωτεύουσα» του «τουρκοκυπριακού κράτους» τους.

 

Η τουρκική στρατιωτική εισβολή του 1974 έπληξε σοβαρά και τη Λευκωσία, μεταξύ δε των σημαντικών απωλειών ήταν η βιομηχανική περιοχή Μιας Μηλιάς, το κλείσιμο του διεθνούς αεροδρομίου (αντικαταστάθηκε από νέο αεροδρόμιο στη Λάρνακα) και η επέκταση της «νεκρής ζώνης» που κάλυψε τμήματα συνοικιών, περιλαμβανομένων εκκλησιών και εκπαιδευτηρίων. Ένα άλλο αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής, που ήταν σημαντικό για τη Λευκωσία, υπήρξε η συρροή σ’ αυτήν μεγάλου αριθμού Ελληνοκυπρίων προσφύγων από το κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου. Σταδιακά, γύρω από την πόλη κατασκευάστηκαν και διάφοροι μεγάλοι προσφυγικοί συνοικισμοί.

 

Οι απώλειες εξαιτίας της τουρκικής εισβολής του 1974 θα μπορούσαν ν’ αποδειχθούν μοιραίες για τη Λευκωσία, εάν αυτή δεν ήταν πρωτεύουσα της Κύπρου. Με τις νέες συνθήκες, η επαναδραστηριοποίηση στο νότιο τμήμα της Κύπρου ευνόησε περισσότερο τις ελεύθερες παραθαλάσσιες πόλεις (Λεμεσός, Πάφος, Λάρνακα) και άλλες παραθαλάσσιες περιοχές (Παραλίμνι, Αγία Νάπα) κυρίως επειδή εξ ανάγκης διοχετεύτηκε προς αυτές το τουριστικό ρεύμα (λαμβανομένου υπ’ όψιν του γεγονότος ότι ο τουρισμός είναι η σημαντικότερη βιομηχανία στην Κύπρο). Η απώλεια του αεροδρομίου Λευκωσίας, που παραμένει κλειστό από το καλοκαίρι του 1974, στέρησε την πόλη από τη διακίνηση, μέσω της, των χιλιάδων ταξιδιωτών. Η απουσία θάλασσας, εξάλλου, δεν παρέχει στη Λευκωσία δυνατότητες τουριστικής ανάπτυξης. Τα περισσότερα, επίσης, αξιοθέατα της βρίσκονται στην κατεχόμενη πλευρά της πόλης. Ως πρωτεύουσα όμως η Λευκωσία, αντικατέστησε τα μειονεκτήματα για τουριστική ανάπτυξη με την περαιτέρω βιομηχανική ανάπτυξη και, κατ’ ακολουθίαν, την παροχή περισσοτέρων ευκαιριών απασχόλησης, καθώς επίσης και με την παροχή υπηρεσιών ως διοικητικό κέντρο της Κύπρου, όπως και με την προβολή της ως κέντρου τοπικών, περιφερειακών και διεθνών συνεδρίων, τοπικών και διεθνών εκθέσεων και ποικίλων άλλων επαφών και δραστηριοτήτων.

Φώτο Γκάλερι