Λευκωσία πόλη

Οι παλαιοί «μαχαλλάδες»

Πριν από τις αρχές του 20ού αιώνα δεν υπήρχαν ονομασίες επίσημες για τους δρόμους και τα σοκάκια της εντός των τειχών πόλης (εκτός των τειχών δεν υπήρχαν παρά χωράφια και ακαλλιέργητες εκτάσεις). Ονομασίες σε δρόμους της πόλης δόθηκαν επίσημα το 1912 από το δημοτικό συμβούλιό της. Πιο πριν, οι διάφοροι κεντρικοί δρόμοι ήσαν γνωστοί με ονομασίες που είχαν καθιερωθεί εξαιτίας των επαγγελματικών καταστημάτων που τους χαρακτήριζαν, όπως οι δρόμοι των χρυσοχών, των γεμενιτζήδων, των τσαγγαράδων, των καζαντζήδων κ.α. Ο δρόμος των καζαντζήδων ονομάστηκε αργότερα, επιτυχώς, σε οδό Ηφαίστου, ο μακρύς δρόμος σε οδό Λήδρας, ο δρόμος της μανιφατούρας (προφανώς από το manufacture - βιομηχανία, επειδή πωλούνταν σ’ αυτόν εισαγόμενα υφάσματα και άλλα βιομηχανοποιημένα είδη) μετονομάστηκε, το ίδιο επιτυχώς, σε οδό Ερμού κλπ.

 

Η πρωτεύουσα ήταν όμως διαχωρισμένη σαφώς σε μαχαλλάδες (συνοικίες), σύμφωνα προς τα ιδιαίτερα στοιχεία που χαρακτήριζαν την κάθε μια απ’ αυτές. Από μεσαιωνικά κείμενα γνωρίζουμε για παράδειγμα τη συνοικία Αρμένικη που έχει αναφερθεί πιο πριν, όπως και τη συνοικία της Αγοράς στο ανατολικό τμήμα (στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ όπου βρισκόταν το παλάτι), όπου γίνονταν οι θορυβώδεις αγοραπωλησίες. Στην περιοχή όπου βρισκόταν το βασιλικό παλάτι (δυτικό τμήμα), κι εξαιτίας αυτού, η συνοικία ήταν γνωστή με την ονομασία Ρογιάτικο που περιελάμβανε την οδό που φέρει σήμερα (επιτυχώς και πάλι) την ονομασία οδός Ρηγαίνης (=βασίλισσας). Η ονομασία Ρογιάτικο προέρχεται αναμφίβολα από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, όπως και η ονομασία Φραγκομαχαλλάς μιας άλλης συνοικίας στην ίδια περιοχή και προς τα βόρεια, που περιλαμβάνει την οδό Βικτωρίας. Ο Φραγκομαχαλλάς εκτεινόταν από την περιοχή του δεύτερου παλατιού των Λουζινιανών (περιοχή πύλης Πάφου) προς την περιοχή του τρίτου παλατιού των Λουζινιανών (περιοχή Σεραγιού), όπου ασφαλώς θα κατοικούσαν κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και πολλοί Φράγκοι ευγενείς και αξιωματούχοι.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, περιορισμένη μέσα στα τείχη, η πόλη ζούσε τη σκληρή και δύσκολη ζωή που της επέβαλαν οι νέοι κατακτητές. Τα περιβόλια και οι μικρές πλατείες των εκκλησιών ήσαν οι μόνοι πνεύμονές της. Οι δρόμοι,εφόσον έπαυσαν να έχουν κοινωνικό ρόλο, αφήνονταν στενοί και χωματένιοι, αφού κι έτσι μπορούσαν να εξασφαλίσουν την επικοινωνία μεταξύ των σπιτιών, που ήταν κι ο μοναδικός τους σκοπός. Αν εξαιρέσουμε τους κύριους, οι άλλοι δρόμοι ήσαν πολύ στενοί και έδιναν την εντύπωση λαβυρίνθου. Το πλάτος τους, όπως συνέβαινε και στις άλλες πόλεις του νησιού, δεν ξεπερνούσε τα 2-3 μέτρα. Λογικό μέτρο για το φάρδος των δρόμων ήταν ένας γάιδαρος φορτωμένος ή ένα κάρο, τα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής.

 

Η πόλη ήταν διατεταγμένη γύρω από δυο βασικούς άξονες. Ο ένας ξεκινούσε από την πύλη της Κερύνειας στα βόρεια, περνούσε από το Κονάκι, το μεγάλο τζαμί (την Αγία Σοφία) και συνεχίζοντας, όχι βέβαια σε ευθεία, περνούσε από το τζαμί Ομεριέ και κατέληγε κοντά στον προμαχώνα Κωνστάντζο, στα νότια, όπου βρίσκεται το τζαμί του Μπαϊρακτάρη. Ο άλλος άξονας ξεκινούσε από την πύλη Αμμοχώστου στ’ ανατολικά και, διασχίζοντας την πόλη, κατέληγε στην άλλη πύλη που βρίσκεται στα δυτικά, την πύλη Πάφου. Πάνω σ' αυτό τον άξονα βρισκόταν ο πυρήνας του παζαριού της μεσαιωνικής Λευκωσίας. Κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, το παζάρι καταλάμβανε ακόμη μεγαλύτερη έκταση, που απλωνόταν τόσο στα βόρεια όσο και στα νότια του άξονα, μέσα σ’ ένα σύστημα δρόμων που ήσαν κάθετοι πάνω στον κεντρικό.

 

Η πόλη στο σύνολο της ήταν διαρθρωμένη σε γειτονιές, τους λεγόμενους μαχαλλάδες. Αυτοί αποτελούσαν κλειστές ενοριακές οντότητες, με κοινή εθνότητα, κοινή θρησκεία και σε μερικές περιπτώσεις κοινή ταξική συνείδηση. Με πλέγμα κοινωνικών αξιών, εθίμων, παραδόσεων και συμπεριφορών, οι ενορίες αυτές αποτελούσαν ενιαίο σύνολο που λειτουργούσε απόλυτα και αρμονικά. Παρόλο που ο διαχωρισμός της πόλης σε γειτονιές παρουσιάζει κοινά σημεία με τις κοινοτικές διευθετήσεις των Βενετικών χρόνων, φαίνεται πως αυτός σε μεγάλο βαθμό λειτούργησε κυρίως κατά την Τουρκοκρατία και τούτο εξαιτίας της ιδιαιτερότητας των τότε επικρατουσών συνθηκών.

 

Η οργάνωση των κατοίκων σε συνεκτικές ομάδες που αποτελούσαν τους μαχαλλάδες, ήταν αποτέλεσμα των αντίξοων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών καταστάσεων που πέρασε η πόλη κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας και ιδιαίτερα κατά τους δύσκολους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Οι δυσμενείς αυτές συνθήκες και τα πολλά και σοβαρά προβλήματα με τα οποία ήταν συνυφασμένη η ζωή των κατοίκων της πρωτεύουσας, ιδιαίτερα μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους, και οι διάφοροι κίνδυνοι που συνεπαγόταν η ζωή σε μια πόλη με έντονη την παρουσία των Τούρκων στρατιωτών και την αριθμητική υπεροχή του τουρκικού στοιχείου, καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη αλληλοϋποστήριξης και βοήθειας μεταξύ των Ελλήνων κατοίκων της, πράγμα που ήταν δυνατό να επιτευχθεί μόνο μέσα από μια συστηματική και οργανωμένη διαβίωση. Η δυσπιστία που υπήρχε μεταξύ των δυο εθνοτήτων και η διαφορετική τους θρησκευτική τοποθέτηση, ωθούσαν τις δυο κοινότητες να οργανωθούν αρχικά σε αμιγείς γειτονιές, γύρω από τους αντίστοιχους χώρους λατρείας τους, τις εκκλησίες και τα τζαμιά, απ’ όπου οι διάφορες αυτές γειτονιές πήραν και τα ονόματά τους. Αργότερα, η επικοινωνία και συνεργασία που αναπτύχθηκε μεταξύ των διαφόρων ομάδων, αύξησε την αμοιβαία εμπιστοσύνη και κατέστησε τη συνύπαρξη πιο εφικτή, έτσι που σιγά-σιγά άρχισαν να δημιουργούνται και οι μεικτοί μαχαλλάδες.

 

Στα τέλη του 19ου αιώνα στη Λευκωσία υπήρχαν συνολικά 25 μαχαλλάδες, από τους οποίους 14 ήσαν κατ’ εξοχήν μουσουλμανικοί, 7 χριστιανικοί ορθόδοξοι, 2 μεικτοί, ένας των Αρμενίων και ένας των Λατίνων. Δυο από τους αμιγείς χριστιανικούς ορθόδοξους μαχαλλάδες ήσαν οι λεγόμενες Κάτω Ενορίες της Χρυσαλινιώτισσας και του Αγίου Κασσιανού, που πήραν τις ονομασίες τους από τις αντίστοιχες ομώνυμες εκκλησίες τους.

 

Οι δυο αυτές ενορίες συνορεύουν μεταξύ τους. Τα σπίτια και άλλα υποστατικά, μέχρι και σήμερα ακόμη, από τη μια μεριά του δρόμου υπάγονται στην ενορία Χρυσαλινιώτισσας και από την άλλη στην ενορία Αγίου Κασσιανού. Και οι δυο ενορίες βρίσκονται μέσα στα τείχη, βορειοδυτικά της πύλης Αμμοχώστου, μεταξύ των προμαχώνων Καράφφα και Φλάτρο. Η Χρυσαλινιώτισσα εκτείνεται κατά μήκος των τειχών με τα οποία συνορεύει στ’ ανατολικά, αρχίζοντας από την πύλη Αμμοχώστου, ενώ ο Άγιος Κασσιανός βρίσκεται δυτικότερα των τειχών και συνορεύει με τη Χρυσαλινιώτισσα (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος ΑρχείουΡΙΚ).

 

Από τις αντίστοιχες ομώνυμες εκκλησίες τους, πήραν τις ονομασίες τους και οι άλλες χριστιανικές συνοικίες κι ενορίες της Λευκωσίας, όπως οι ενορίες Τρυπιώτη, Αγίου Ανδρέα, Αγίου Σάββα, Φανερωμένης, Αγίου Ιωάννη, Αγίου Αντωνίου. Άλλες συνοικίες πήραν τις ονομασίες των παλαιών φράγκικων ναών που μετετράπησαν από τους Τούρκους σε τζαμιά, όπως το Ομεριέ (=Εμερκέ, όπως λέγεται από τον λαό), το Αράπ Αχμέτ, το Γενί Τζαμί.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, κι εξαιτίας επαγγελμάτων που άρχισαν να ασκούνται σε διάφορες περιοχές της πόλης, καθιερώθηκαν νέες ονομασίες σε διάφορες περιοχές. Γνωστότερη ήταν η περιοχή Τταπάχανας (περιοχή της πύλης Πάφου) όπου εργάζονταν βυρσοδέψες (=γναφκιάδες ή και τταπάκκηδες), γιατί το βυρσοδεψείο λεγόταν και γναφκειόν αλλά, στα τούρκικα, και τταπάχανας. Στην ίδια περιοχή, ένα χάνι ήταν γνωστό με την ονομασία Τταπακχανεσί.

 

Φώτο Γκάλερι