Λευκωσία πόλη

Οχυρώσεις

Δεν υπάρχουν πληροφορίες, ούτε και ενδείξεις που να φανερώνουν ότι η πόλη της Λευκωσίας είχε τειχισθεί κατά τα Βυζαντινά χρόνια, ή εάν διέθετε οποιεσδήποτε οχυρώσεις, εκτός του ότι υφίστατο ένα κάστρο κατά την τελευταία Βυζαντινή περίοδο. Δεν έχουμε όμως επαρκείς πληροφορίες ούτε και για το κάστρο αυτό. Πιθανότατα είχε κτιστεί μετά την επανένταξη της Κύπρου στη Βυζαντινή αυτοκρατορία (956 μ.Χ.), κι όταν πλέον η Λευκωσία είχε επιλεγεί ως νέα πρωτεύουσα του νησιού. Δεν γνωρίζουμε ούτε την ακριβή τοποθεσία στην οποία βρισκόταν. Υπάρχει πάντως η εντύπωση ότι το κάστρο αυτό ήταν εκείνο το οποίο χρησιμοποίησαν ως έδρα τους και οι Ναΐτες ιππότες όταν αγόρασαν την Κύπρο από το Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο το 1191, οπότε και το ενίσχυσαν. Στο κάστρο αναφέρεται μάλιστα ότι υφίστατο και η εκκλησία η αφιερωμένη στην Αγία Παρθένο, γνωστή αργότερα ως Καστελιώτισσα*. Την εκκλησία μνημονεύει ο Στέφανος Λουζινιανός, ως αφιερωμένη στην Αγία Κλάρα (‘l’ église Saincte Claire, appellee Castelliotisse’). Η εκκλησία αυτή είναι άγνωστο πού βρισκόταν.

 

Το ίδιο κάστρο που υπήρχε στη Λευκωσία, αφού επισκευάστηκε, ήταν εκείνο που, πιθανότατα, χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία (παλάτι) των πρώτων Λουζινιανών βασιλιάδων της Κύπρου, πριν από την οχύρωση της πρωτεύουσας. Ο Wilbrand von Oldenburg, που επισκέφθηκε την Κύπρο το 1211, γράφει ότι ένα ισχυρό κάστρο μόλις είχε κτιστεί τότε στη Λευκωσία. Δεν γνωρίζουμε όμως εάν το «νεόκτιστο ισχυρό κάστρο» που είχε δει ο ταξιδιώτης αυτός ήταν κάποια νέα οικοδομή ή επρόκειτο για το παλαιότερο βυζαντινό κάστρο που πιθανώς είχε ανακαινισθεί ή και επεκταθεί.

 

Η πόλη απέκτησε για πρώτη φορά τείχη κατά τον 14ο αιώνα, που κτίστηκαν από τον βασιλιά Ούγο Δ΄ (1324-1359) και ενισχύθηκαν από τον εγγονό του, βασιλιά Πέτρο Β΄ (1369-1382). Ο Λεόντιος Μαχαιράς (Χρονικόν, παρ. 41) αναφέρει ότι εκείνος που είχε αρχίσει να κτίζει τις οχυρώσεις της Λευκωσίας ήταν ο βασιλιάς Ερρίκος Β΄ (1285-1324), προκάτοχος του Ούγου Δ΄: ...καί ὁ αὐτός ρέ Χαρήν ἄρκεψεν τό τειχόκαστρον τῆς Λευκωσίας...

 

Τα τείχη όμως φαίνεται ότι κτίζονταν για πολλά χρόνια, γιατί πιο κάτω (Χρονικόν, παρ. 76), ο ίδιος χρονογράφος σημειώνει ότι επί ημερών του Ούγου Δ΄ ἀκομή ἡ χώρα δέν ἦτον πολλά κτισμένον τό τειχόκαστρον, καί ἐκτίζαν το...

 

Συνεπώς συμπεραίνουμε ότι οι οχυρώσεις της πόλης άρχισαν επί βασιλείας Ερρίκου Β΄ και ολοκληρώθηκαν επί βασιλείας Ούγου Δ΄. Ο γιος του Ούγου Δ΄, ο βασιλιάς Πέτρος Α΄ (1359-1369), αναφέρεται ότι είχε κτίσει ένα πύργο με φυλακή στα υπόγειά του, τον περίφημο πύργο Μαργαρίτα, με εκκλησία σ’ αυτόν (Μαχαιράς, Χρονικόν, παρ. 260):

 

... Τό λοιπόν ἔρισεν καί ἐκτίσαν του ἕναν πύργον, καί ἀπάνω ἔκτισεν ναόν ὀνόματι Μιζερικορδία... καί ἀπού κάτω τῆς γῆς εἶναι φυλακή, καί ἔκραξέν την Μαργαρίτα˙ καί ἐτελείωσέν τον καί ἦτον πολλά δυνατός...

 

Τον πύργο Μαργαρίτα, με την εκκλησία και την τάφρο του, μνημονεύει και ο Amadi (p. 422). Ο Φλώριος Βουστρώνιος επίσης (p. 271), γράφει ότι βρισκόταν κοντά στο κάστρο της πόλης, πράγμα που δεν είναι διαφωτιστικό. Ο Mas Latrie θεωρεί ότι ο πύργος αυτός βρισκόταν προς την κατεύθυνση του υψώματος της Αγίας Παρασκευής, στην τοποθεσία που οι Φράγκοι αποκαλούσαν 'La Marguerite', απέναντι από τους μεταγενέστερους προμαχώνες Κωνστάντζο και Ποδοκάταρο, ή στο ύψωμα βορειότερα, στην περιοχή της αγοράς του Αγίου Αντωνίου. Η εκκλησία «Μιζερικορδία» ήταν, προφανώς, αφιερωμένη στην Παναγία Ελεούσα (the Merciful), και πρέπει να περιλαμβανόταν σε όσα οι Βενετοί γκρέμισαν όταν σχεδίασαν τις δικές τους οχυρώσεις, το 1567.

 

Εξεφράσθη επίσης η άποψη ότι ο πύργος Μαργαρίτα ήταν το κάστρο Λα Κάβα* στο λόφο Άρωνα της Αθαλάσσας, που όμως δεν φαίνεται να ευσταθεί, αφού ο πύργος υπολογίζεται ότι βρισκόταν πολύ κοντά στην πόλη.

 

Σε μια άλλη αναφορά του ο Λεόντιος Μαχαιράς (Χρονικόν, παρ. 594), δίνει μια ένδειξη: ομιλεί για κατεδάφιση του πύργου Μαργαρίτα και για άλλες κατεδαφίσεις και απαλλοτριώσεις από τον βασιλιά Πέτρο Β΄ (γιο του Πέτρου Α΄), προκειμένου να κτιστεί το δεύτερο βασιλικό παλάτι των Λουζινιανών, το 1376:

...καί ἐπῆραν μερτικόν ἀπέ τό περιβόλιν τοῦ σίρ Πιέρ τε Κοῦντζες, καί ὡρίσαν τόν Θαδόκην τοῦ Φαύλα καί τόν ἀδελφόν του τούς πρώτους μαστόρους, καί ἐπολομοῦσαν τό κτίσμαν˙ καί ἐχαλάσαν τήν αὐλήν τοῦ κούντη τοῦ Γιαφά, καί ἐχαλάσαν τήν Μαργαρίταν, καί ἐθεμελιῶσαν τό αὐτόν κάστρον, ατός΄ [=1376] Χριστοῦ...

 

Εάν λοιπόν έπρεπε να κατεδαφιστεί η Μαργαρίτα για να κτιστεί στη θέση της το νέο βασιλικό παλάτι, τότε μπορούμε να υπολογίσουμε ότι βρισκόταν στο δυτικό τμήμα της πόλης, στην περιοχή της πύλης Πάφου, κι όχι στο ανατολικό ή νοτιοανατολικό της.

 

Το νέο (δεύτερο) παλάτι των Λουζινιανών κτίστηκε από τον βασιλιά Πέτρο Β΄ ύστερα από καταστροφή του πρώτου (που μερικοί προτείνουν ότι βρισκόταν στην περιοχή του παλαιού δημαρχείου) εξαιτίας της εισβολής των Γενουατών το 1373-74. Το δεύτερο αυτό παλάτι βρισκόταν στο δυτικό τμήμα της πόλης και ήταν ισχυρά οχυρωμένο κάστρο στην έκταση του οποίου περιλαμβανόταν και το μοναστήρι του Αγίου Δομινίκου. Δεν γνωρίζουμε τη σχέση του κάστρου αυτού προς τις λοιπές οχυρώσεις της πόλης, φαίνεται όμως ότι αποτελούσε, τρόπον τινά, την «ακρόπολη» της μεσαιωνικής Λευκωσίας. Το παλάτι αυτό καταστράφηκε από τους Μαμελούκους το 1426.

 

Ο βασιλιάς Πέτρος Β΄ ενίσχυσε και δυνάμωσε τα τείχη της Λευκωσίας το 1373, εν όψει του κινδύνου εισβολής των Γενουατών. Αναφέρει και πάλι ο Μαχαιράς (Χρονικόν, παρ. 384):

 

... Καί πισαυρίου μετά τόν διαλαλημόν, τῇ δευτέρᾳ τῇ γ΄ ὀκτωβρίου, ἐκαβαλλίκευσεν ὁ ρήγας μέ τούς λᾶς του καί ἐγύρισεν τήν χώραν ἀππέσσω˙ καί οἱ τοῖχοι ἦσαν πολλά δυνατοί, ἀμμέ ἦσαν χαμηλοί, καί ἐμύνησεν εἰς τάς ἀνορίας καί ἐσυνπιάστησαν [=μαζεύτηκαν] καί ἔκτισάν το μέ πηλόν καί ματζακάνες [=πέτρες], καί ἐσγάψαν τό χαντάκιν καί ἐποῖκαν περδέσκες [=εξέδρες] ρλγ΄ [=133], διχῶς τούς πύργους...

 

Τα τείχη των Λουζινιανών που περιέκλειαν τη Λευκωσία υπολογίζεται ότι είχαν περίμετρο γύρω στα 7 1/2 χιλιόμετρα (4 μίλια περίπου). Φαίνεται ότι κατά διαστήματα ενισχύονταν με κυκλικούς πύργους. Δεν έχουμε όμως στοιχεία περισσότερα, ούτε και γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των πύργων και των πυλών. Από αναφορές μεσαιωνικών χρονογράφων γνωρίζουμε τις ονομασίες του πύργου του Αγίου Ανδρέα, του πύργου της Οπλαποθήκης (τῆς Τζαρδαχανᾶς κατά τον Μαχαιρά), του πύργου του Τράχωνα και, φυσικά, του πύργου Μαργαρίτα που δεν γνωρίζουμε όμως εάν ήταν εντελώς ανεξάρτητο από τις λοιπές οχυρώσεις οικοδόμημα ή όχι. Σ’ ό,τι αφορά τις πύλες, γνωρίζουμε τις ακόλουθες ονομασίες: πύλη Αγίου Δομινίκου, στα δυτικά όπου και το παλάτι με το ομώνυμο μοναστήρι, πύλη του Τράχωνα, στα βόρεια προς τον ομώνυμο οικισμό, πύλη του Αγίου Ανδρέα, πιθανότατα στα βορειοανατολικά, πύλη της Αγοράς (ή και Κάτω πύλη), στα ανατολικά, και πύλη της Αγίας Παρασκευής, στα νότια. Αναφέρεται επίσης και η Πάνω πύλη (σ’ αντίθεση προς την Κάτω πύλη), πιστεύεται όμως πως πρόκειται για άλλη ονομασία της πύλης του Αγίου Δομινίκου. Επίσης η αναφερόμενη πύλη του Φόρου ήταν η ίδια με εκείνη της Αγοράς, κατά πάσαν πιθανότητα.

 

Δυστυχώς δεν σώθηκαν ίχνη των τειχών και των πύργων των Λουζινιανών, αφού όπως φαίνεται οι Βενετοί χρησιμοποίησαν το υλικό τους για κατασκευή των μεταγενέστερων δικών τους οχυρώσεων (1567), κι ίσως μάλιστα σκόπιμα εξαφάνισαν και τυχόν υπολείμματά τους που πιθανώς θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα στους εχθρούς. Το 1562 ο στρατιωτικός μηχανικός Ascanio Savorgnano, που εστάλη από τη Βενετία για μελέτη των αμυντικών δυνατοτήτων της Κύπρου, σε έκθεσή του προς τις βενετικές αρχές, γράφει ότι διαπίστωσε μεγάλες αδυναμίες στις οχυρώσεις της Λευκωσίας, θεωρώντας τα τείχη της απηρχαιωμένα και άχρηστα κατά του πυροβολικού. Φαίνεται ακόμη ότι τα τείχη δεν συντηρούνταν ικανοποιητικά κατά τον 15ο αιώνα, αφού ο Otto von de Phalz που τα είδε το 1460, τα θεώρησε μεν ισχυρά αλλά εύκολο να καταρρεύσουν, συνεπώς δεν πρόσφεραν ικανοποιητική προστασία.

 

Οι Βενετοί, όταν έγιναν κύριοι της Κύπρου, κι αφού μελέτησαν τις αμυντικές δυνατότητες της πρωτεύουσας, αποφάσισαν να γκρεμίσουν ολότελα τα τείχη των Λουζινιανών που δεν ήσαν μόνο σε κακή κατάσταση αλλά και ξεπερασμένα πλέον, ως ακατάλληλα μπροστά στις νέες πολεμικές εξελίξεις όπως ήταν η χρήση πυροβολικού και να τα αντικαταστήσουν με εντελώς νέες οχυρώσεις. Επίσης θεώρησαν ότι τα τείχη των Λουζινιανών ήσαν μεγάλης περιμέτρου (συνεπώς δυσκολότερα επανδρώνονταν και προστατεύονταν), και ότι βρίσκονταν αρκετά κοντά στα υψώματα στα ανατολικά και νοτιοανατολικά της πόλης. Τις αδυναμίες αυτές διαπίστωσε το 1565 και ο Giulio Savorgnano, αδελφός του Ascanio. To 1567, όταν πλέον ο κίνδυνος εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο ήταν ορατός, οι βενετικές αρχές είχαν αναθέσει στον Sforza Pallavicino (Σφόρτζα Παλλαβιτσίνο*) την ετοιμασία ολοκληρωμένου σχεδίου για την άμυνα του νησιού. Ταυτόχρονα ο Giulio Savorgnano (Τζούλιο Σαβορνιάνο*) διορίστηκε διοικητής της Λευκωσίας και ανέλαβε τον σχεδιασμό και την κατασκευή των νέων οχυρώσεων της πόλης. Η εργασία του άρχισε αμέσως με γοργό ρυθμό: τα λουζινιανικά τείχη γκρεμίστηκαν, όπως επίσης γκρεμίστηκαν και πολλά κτίρια, περιλαμβανομένων εκκλησιών και μοναστηριών που βρίσκονταν είτε στην περίμετρο των νέων οχυρώσεων είτε παρέμεναν έξω από αυτές. Τα νέα οχυρωματικά έργα σχεδιάστηκαν κι άρχισαν να κτίζονται. Ο Savorgnano όμως τελικά ανακλήθηκε από την Κύπρο λίγο πριν από την τουρκική εισβολή του 1570 και πριν τελειώσουν εντελώς οι εργασίες για τις νέες οχυρώσεις της. Το έργο του συνέχισε ο τότε τοποτηρητής Νικόλαος Δάνδολος* (Ν. Dandolo) που σκοτώθηκε κατά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους στις 9 Σεπτεμβρίου του 1570. Για την ανέγερση των νέων οχυρώσεων συνέδραμαν, οικονομικά και άλλως πως, και διάφοροι ευγενείς και αξιωματούχοι των οποίων τα ονόματα δόθηκαν τιμητικά στους έντεκα προμαχώνες της πόλης. Οι προμαχώνες αυτοί (αρχίζοντας από την πύλη Αμμοχώστου προς τα βόρεια) είναι:

 

01. Καράφφα (Caraffa) (Altun)

02. Φλάτρο (Flatro) (Seghutli)

03. Λορεντάνο (Loredano) (Dervish)

04. Μπάρμπαρο (Barbaro) (Mussalla)

05. Κουιρίνι (Quirini) (Jeb Khane)

06. Μούλα (Mula) (Zahra)

07. Ρόκκας (Roccas) (Kaitaz)

08. Τρίπολι (Tripoli) (Degirmen)

09. Ντάβιλα (D’ Avila) (Kara Ismail)

10. Κωνστάντζο (Constanzo) (Bayraktar)

11. Ποδοκάταρο (Podocataro) (Sazli)

 

ΣΗΜ.: Στη δεύτερη παρένθεση του καταλόγου σημειώνονται οι ονομασίες που έδωσαν στους προμαχώνες οι Τούρκοι.

 

Τα νέα τείχη της Λευκωσίας: Τα νέα τείχη της Λευκωσίας, αυτά που σώζονται μέχρι σήμερα όπως σχεδιάστηκαν από τον Savorgnano, είναι κυκλικά και ενισχύονται με 11 καρδιόσχημους προμαχώνες (Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείο ΡΙΚ). Έχουν περίμετρο τρία μίλια (ένα περίπου μίλι μικρότερη από την περίμετρο των προηγουμένων τειχών) και περιβάλλονται από τάφρο πλάτους 80 μέτρων, που προβλεπόταν να γεμίζει με τα νερά του ποταμού Πεδιαίου (όταν ο ποταμός θα έτρεχε) του οποίου οι Βενετοί άλλαξαν την κοίτη το 1567 αποκόπτοντας τη ροή του μέσα από την πόλη. Τα τείχη είναι κατασκευασμένα από χώμα, με τοίχο αντιστήριξης από πέτρες στο κάτω μισό του ύψους τους. Το υπόλοιπο άνω τμήμα τους είχε παραμείνει σκόπιμα χωρίς πέτρινη επένδυση, παρουσιάζοντας έτσι μια επιφάνεια χωμάτινη και συνεπώς μαλακή, άρα πιο ανθεκτική στους κανονιοβολισμούς. Τούτο αναφέρεται σε επιστολή του ίδιου του Savorgnano προς τον δούκα της Πάρμας, αλλά η μη επένδυση με πέτρες του άνω τμήματος των τειχών είχε εκληφθεί από χρονογράφους σαν παράλειψη και σαν ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην άλωση της πόλης. Ωστόσο η τεχνική αυτή είχε, αργότερα, πλατιά εφαρμογή. Εξάλλου τα τείχη της Λευκωσίας παρά το ότι είχαν κτιστεί χωρίς να ολοκληρωθούν, στο σύντομο διάστημα των οκτώ μηνών, θεωρήθηκαν αργότερα ως πρότυπο οχυρωματικών έργων του 16ου αιώνα. Ορισμένα επίσης έργα που προβλέπονταν να γίνουν εξωτερικά, γύρω από τα τείχη, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Ένα τέτοιο έργο ήταν η πέτρινη εσωτερική επένδυση του ύψους της τάφρου απέναντι από τα τείχη, που φαίνεται σε σχέδια της εποχής.

 

Τα βενετσιάνικα τείχη είχαν τρεις πύλες: στα νοτιοανατολικά η σημαντικότερη από τις τρεις, η πύλη Τζουλιάνα (Αμμοχώστου), που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Τζούλιο Σαβορνιάνο, που αποτελεί και το πιο εντυπωσιακό έργο των οχυρώσεων· στα βόρεια η porta del Proveditore (πόρτα ντελ Προβεντιτόρε - Κερύνειας), που ονομάστηκε έτσι από τον προβεντιτόρε (προβλεπτή) Fr. Barbaro, το επίθετο του οποίου φέρει ο παρακείμενος προμαχώνας˙ στα δυτικά η πύλη Αγίου Δομινίκου (Πάφου), που πήρε το όνομα της προηγούμενης πύλης των Λουζινιανών στην ίδια περιοχή, όπου υφίστατο το μοναστήρι του Αγίου Δομινίκου (για τις πύλες αυτές βλέπε χωριστά λήμματα Αμμοχώστου πύλη, Κερύνειας πύλη και Πάφου πύλη˙ βλέπε επίσης και χωριστά λήμματα για τον κάθε ένα από τους προμαχώνες της πόλης).

 

Οι νέες οχυρώσεις των Βενετών μίκρυναν την έκταση της εντός των τειχών Λευκωσίας, αφού είχαν μικρότερη περίμετρο από τις προηγούμενες. Η σμίκρυνση αυτή έγινε βασικά στο ανατολικό και νοτιοανατολικό - νότιο τμήμα της πόλης, σε μια προσπάθεια να την απομακρύνουν όσο γινόταν περισσότερο από τα γύρω υψώματα.

 

Οι Τούρκοι, μετά την άλωση της Λευκωσίας και την κατάκτηση της Κύπρου, επένδυσαν με πέτρες το κεκλιμένο άνω τμήμα των τειχών της πόλης. Εξάλλου δυο από τους προμαχώνες της χρησιμοποιήθηκαν αργότερα από τους Τούρκους ως νεκροταφεία ενώ στον προμαχώνα Κωνστάντζο κτίστηκε αρχικά μνημείο για τον σημαιοφόρο (=μπαϊρακτάρη) που ύψωσε πρώτος εκεί τη σημαία των νέων κατακτητών κατά τη μεγάλη έφοδο κατάληψης της Λευκωσίας. Μετά το 1769 ο χώρος μετατράπηκε σε κήπο και κτίστηκε τέμενος στον τάφο - μνημείο του Τούρκου μπαϊρακτάρη.

 

Η τάφρος γύρω από τα τείχη χρησιμοποιείται σήμερα για σκοπούς αθλοπαιδιών (γήπεδα ποδοσφαίρου, γυμναστικής και αντισφαίρισης), ως χώρος στάθμευσης, ενώ άλλα τμήματά της είναι κήποι.

 

Λευκωσία, Πάλμα νόβα, Χάνδακας

Τα  Ενετικά  Τείχη  της  Λευκωσίας  του Σαβορνιάνο με  τον  στρογγυλό οχυρωματικό  περίβολο  και  τους  προεξέχοντες πεντάπλευρους καρδιόσχημους προμαχώνες θεωρούνται ως πρότυπο  της αστεροειδούς πόλης. Ο Σαβορνιάνο είχε προηγουμένως εργαστεί στην οχύρωση του Χάνδακα στο Ηράκλειο της Κρήτης και υπέργηρος πιά έκτισε στα 1593 εξ επαρχής την Palmanova στην Βόρεια Ιταλία και την οχύρωσε με τείχη πανομοιότυπα με αυτά της Λευκωσίας.  Οι μόνες διαφορές μεταξύ των δύο πόλεων, είναι πως η Πάλμα έχει 9 αντί 11 προμαχώνες, ενώ ο πολεοδομικός της ιστός αναπτύσσεται γύρω από μία κεντρική πλατεία την οποία καταλήγουν όλοι οι ακτινωτοί δρόμοι της πόλης.

Τα τείχη της Κρήτης άρχισαν να κατασκευάζονται το 1462 και ουσιαστικά ολοκληρώθηκαν το 1669, με την κατάληψη του Χάνδακα από τους Οθωμανούς. Τα αρχικά σχέδια των ενετικών τειχών ήταν του Τζάνο ντα Κομποφρεγκόζο, ενώ στη συνέχεια τροποποιήθηκαν από τον Μικέλε Σανμικέλι και η τελική χάραξη είναι έργο του Τζούλιο Σαρβονιάν. Τα τείχη έχουν περίγραμμα που προσομοιάζει ένα ισοσκελές τρίγωνο, με τη βορεινή πλευρά να είναι παραθαλάσσια και να αποτελεί τη βάση του τριγώνου και τον προμαχώνα Μαρτινέγκο, στο νότιο άκρο να αποτελεί την κορυφή του τριγώνου. Η παραθαλάσσια πλευρά των τειχών και έχει μήκος περίπου 2,7 χλμ. Το συνολικό μήκος των τειχών είναι περίπου 7 χλμ. Στις χερσαίες πλευρές του υπάρχουν επτά προμαχώνες, ο μεγαλύτερος στην κορυφή του τριγωνικού περιβόλου είναι ο προμαχώνας του Μαρτινέγκο. Το τείχος διέθετε τις εξής πύλες, τις Σαμπιονάρα, του Αγίου Γεωργίου, Ιησού, Μαρτινένγκο, Βηθλεέμ, Παντοκράτορα, Αγίου Ανδρέα, Δερματά και του λιμανιού ή Μώλου.

 

Η Πάλμα Νόβα, έχει πολλά στοιχεία που θυμίζουν τη Λευκωσία. Οι μόνες διαφορές μεταξύ των δύο πόλεων, είναι πως η Πάλμα έχει 9 αντί 11 προμαχώνες, ενώ ο πολεοδομικός της ιστός αναπτύσσεται γύρω από μία κεντρική πλατεία την οποία καταλήγουν όλοι οι ακτινωτοί δρόμοι της πόλης. Ο Τζούλιο Σαβορνιάνο, είχε προσπαθήσει να ολοκληρώσει το οχυρωματικό έργο που εφάρμοσε σε Λευκωσία και Πάλμα Νόβα, και στον Χάνδακα της Κρήτης. Το προμαχωνικό σύστημα εφαρμόστηκε από τον Βενετό αρχιτέκτονα για πρώτη φορά στην κρητική περιοχή, για να εξυπηρετηθεί καλύτερα η χρήση κανονιών.

Φώτο Γκάλερι