Σίλβεστρος αρχιεπίσκοπος

Image

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κατά το πρώτο μισό του 18ου αιώνα (περίοδος Τουρκοκρατίας) και συγκεκριμένα από το 1718 μέχρι τον θάνατό του το 1733. Ο Σίλβεστρος διαδέχθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο τον (παπα) Ιάκωβο Β' *, ενώ αυτού διάδοχος ήταν ο Φιλόθεος*.

 

Πριν ανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ο Σίλβεστρος είχε διατελέσει για 10 περίπου χρόνια (1709-1718) επίσκοπος Κιτίου. Ως επίσκοπος Κιτίου, μας είναι γνωστός από συμμετοχή του σε σύνοδο στη Λευκωσία (6 Μαϊου 1713) υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου Ιακώβου Β', που μεταξύ άλλων αποφάσισε την πώληση στο μοναστήρι του Κύκκου του μοναστηριού του Αρχαγγέλου στη Λακατάμια (κοντά στη Λευκωσία). Μας είναι επίσης γνωστός από έντονη δραστηριότητά του, ως επίσκοπος, στην ανέγερση ή και ανακαίνιση εκκλησιών στην επισκοπική του περιφέρεια. Αναφέρονται επιδιορθώσεις αλλά και κτίσεις πολλών εκκλησιών (Πραστειόν, Κοιλάνι, Κίτι, Λάρνακα, Κολόσσι, Μονιάτη, Καπηλειό, κ.α. σύμφωνα προς αναφορές στον Κώδικα της επισκοπής Κιτίου). Οικοδομήσεις κι ανοικοδομήσεις πολλών ναών έκαμε ο Σίλβεστρος κι ως αρχιεπίσκοπος­· μεταξύ δε των κτισμάτων του περιλαμβάνεται και η ανοικοδόμηση της (παλαιάς) Αρχιεπισκοπής, όπως μαρτυρείται από επιγραφή στη θύρα του παλαιού συνοδικού:

 

Ἀνανεουργήθη ἡ παροῦσα Ἀρχιεπισκοπή

διά συνδρομῆς καί πολλοῦ πόθου καί

ἐξόδων τοῦ Μακαριωτάτου  Ἀρχιεπισκόπου

τῆς νέας Ἰουστινιανῆς καί πάσης Κύπρου

κυρίου κύρ Συλβέστρου...

 

Αναφέρεται επίσης (από τον Χάκκετ, τον Φίλ. Γεωργίου και τον Duckworth) ότι ο Σίλβεστρος είχε διακοσμήσει και το άγιο βήμα του καθεδρικού ναού του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία. Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός ( Ἱστορία Χρονολογική..., 1788, σ. 43), μνημονεύει ανακαίνιση από τον Σίλβεστρο και της εκκλησίας του μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνος στην Τρεμετουσιά το 1730. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει (ό.π.π., σ. 394) ότι ο ναός του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία είχε γίνει καθεδρικός επί Σιλβέστρου, οπότε και η αρχιεπισκοπική κατοικία (Αρχιεπισκοπή) μετεφέρθη εκεί όπου μέχρι σήμερα ευρίσκεται, πράγμα που μαρτυρείται και σε . άλλες πηγές.

 

Το 1728, όταν επίσκοπος Κιτίου εξελέγη ο Ιωαννίκιος*, συνέβη αναστάτωση στους κόλπους της Κυπριακής Εκκλησίας όταν τον ίδιο θρόνο αποπειράθηκε να καταλάβει κι ένας «λατινόφρων» (όπως χαρακτηρίστηκε) ιερομόναχος ονομαζόμενος Βαρνάβας Βίκος. Η απόπειρά του ενισχύθηκε και από τοπικούς παράγοντες προς τους οποίους ο Βαρνάβας είχε υποσχεθεί χρηματικές αμοιβές. Ο αρχιεπίσκοπος αντιμετώπισε το σοβαρό αυτό πρόβλημα που προκάλεσε αναστάτωση για 2 χρόνια περίπου και που έληξε με επέμβαση του Οικουμενικού πατριαρχείου (στο οποίο προσέφυγε ο Ιωαννίκιος) που καθαίρεσε τον Βαρνάβα.

 

Αμέσως μετά δημιουργήθηκε άλλο σοβαρό ζήτημα για την Εκκλησία της Κύπρου που οδήγησε (το 1730) στην εξορία τόσο τον αρχιεπίσκοπο Σίλβεστρο όσο και τον επίσκοπο Κιτίου Ιωαννίκιο. Και οι δυο εξορίστηκαν από τους Τούρκους στο Αβράτ-Οτασί της Μικράς Ασίας.

 

Η εξορία του αρχιεπισκόπου Σιλβέστρου οφειλόταν αφενός στην πολιτική-εθνική του δραστηριότητα κι αφετέρου στη φιλοδοξία κι αυθαιρεσία των άλλων δυο Κυπρίων επισκόπων, του Κυρηνείας Νικηφόρου* και του Πάφου Ιωακείμ*. Οι δυο αυτοί κληρικοί κατέλαβαν τότε ο μεν πρώτος και τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ο δε δεύτερος και τον θρόνο Κιτίου.

 

Συγκεκριμένα, κατά το 1730 ο αρχιεπίσκοπος Σίλβεστρος έκρινε ως απόλυτα απαραίτητο να τεθεί επικεφαλής κυπριακής αποστολής που θα πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη όπου και θα επεδίωκε την ελάττωση των φορολογικών απαιτήσεων της Πύλης, με διάβημα προς τον μέγα βεζύρη. Η οικονομική κατάσταση της Κύπρου ήταν άθλια και τέτοιες αποστολές για οικονομικές κι άλλες ανακουφίσεις του πληθυσμού της Κύπρου ανελαμβάνοντο συχνά από Κυπρίους αρχιεπισκόπους (λ.χ. από τον Νικηφόρον, τον Ιάκωβον Α' , τον Ιάκωβον Β′, τον Γερμανόν, και μετά τον Σίλβεσρον από τον Φιλόθεον, τον Παΐσιον και τον Χρύσανθον ۠۠  οι αρχιεπισκοπικές αυτές αποστολές απέβλεπαν, γενικότερα, στην εξασφάλιση κάποιας καλύτερης μεταχείρισης του λαού της Κύπρου κι ήσαν συνακόλουθο της αναγνώρισης από τις τουρκικές αρχές των Κυπρίων αρχιεπισκόπων ως των πνευματικών αλλά και πολιτικών εκπροσώπων [εθναρχών] των Ελλήνων Κυπρίων). Τον αρχιεπίσκοπο Σίλβεστρο συνόδευσαν στην Κωνσταντινούπολη και οι τρεις επίσκοποι, ο Κιτίου   Ιωαννίκιος, ο Πάφου Ιωακείμ και ο Κυρηνείας Νικηφόρος. Η αναχώρησή τους, σύμφωνα προς σημείωμα στον Κώδικα του μοναστηριού του Κύκκου, έγινε την 1η Απριλίου 1730.

 

Δεν είναι γνωστή η όλη δραστηριότητα του Σιλβέστρου και των τριών επισκόπων που τον συνόδευσαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός αναφέρει απλώς ότι η αποστολή απέβλεπε μόνο στην ανακούφιση του λαού από τους υπερβολικούς φόρους. Όμως το αποτέλεσμα της αποστολής, που ήταν η εξορία των Σιλβέστρου και Ιωαννικίου, φανερώνει ότι είχαν μάλλον προβληθεί κι άλλα αιτήματα που οι αρχές έκριναν ως επαναστατικά. Ο Κυπριανός γράφει ότι ο αρχιεπίσκοπος και ο Κιτίου συκοφαντηθέντες ἐξωρίσθησαν εἰς Ἀβράτ-Ὁτασί. Όμως από ποιους και γιατί συκοφαντήθηκαν είναι άγνωστο. Οι δυο άλλοι επίσκοποι, ο Πάφου Ιωακείμ και ο Κυρηνείας Νικηφόρος, κατά τον Λοΐζο Φιλίππου: φαίνεται ὅτι δέν ἦσαν ἀνεύθυνοι διά τήν ἐξορίαν τῶν συναδέλφων των... (Ἡ  Ἐκκλησία Κύπρου ἐπί Τουρκοκρατίας, 1975, σ. 91).

 

Γεγονός πάντως είναι ότι στην Κύπρο κατόρθωσαν να επιστρέψουν μόνο ο Ιωακείμ και ο Νικηφόρος, οι οποίοι κατέλαβαν τότε και τους άλλους δυο θρόνους και προέβησαν σε σωρεία αυθαιρεσιών. Σύμφωνα μάλιστα προς σχετική γραπτή αναφορά (βλέπε Κ. Δελικάνη,  Ἔγγραφα Πατριαρχικά Ἐκκλησιῶν, Β', 1904, σ. 578), οι Νικηφόρος και Ιωακείμ ἣρπαζον καί τά ἐσύναζον τά εἰσοδήματα τῶν ξένων ἐπαρχιῶν [= της αρχιεπισκοπής και της περιφέρειας Κιτίου] καί ἐπόμπευον ἐθνικῶς καί ἐβεβήλουν ἐν τοῖς ἱεροῖς καί ἐμόλυνον τόν ναόν τοῦ Κυρίου κατά τό εἰρημένον παίζοντες ἀνόσιοι καί βέβηλοι ἐν τοῖς οὐ παικτοῖς καί χλευάζοντες καί κωμῳδοῦντες τά ἱερά...

 

Ο εξόριστος Σίλβεστρος έγραψε γράμματα προς αυτούς, προσπαθώντας να τους νουθετήσει, αλλά μάταια. Όμως λίγο αργότερα, και ύστερα από προσπάθειες του Οικουμενικού   Πατριαρχείου προς την Πύλη, επετράπη η επάνοδος στην Κύπρο του αρχιεπισκόπου και του επισκόπου Κιτίου, μέσα στον ίδιο χρόνο. Επέστρεψαν από την εξορία ακριβώς την ημέρα των Χριστουγέννων (25 Δεκεμβρίου) του 1730, σύμφωνα προς σημείωμα στον Κώδικα Α' της επισκοπής Κιτίου όπου αναφέρεται και ότι τα έξοδά τους κατά τη διάρκεια της εξορίας τους ανήλθαν σε 5.872 γρόσια.

 

Μετά την επάνοδο των δυο ιεραρχών οι άλλοι δυο καθαιρέθηκαν από το οικουμενικό πατριαρχείο. Μάλιστα στο σχετικό έγγραφο της καθαίρεσής τους και οι δυο «κοσμούνται» με βαρύτατους χαρακτηρισμούς: ... ὡσάν ἐπιβάται καί μοιχοί ξένων ἐπαρχιῶν, ὡσάν ἐπίβολοι καί προδόται καί ἀχάριστοι καί φατριασταί καί καταφρονηταί καί παραβάται τῶν θείων νόμων καί ἱερῶν κανόνων, ὡσάν ἱερόσυλοι καί κλέπται καί ἀφανισταί τοσούτων ἐκκλησιῶν... (βλ. Κ. Δελικάνη, ό.π.π., σσ. 576-580, όπου ολόκληρο το έγγραφο καθαιρέσεώς τους). Ωστόσο και ο Πάφου και ο Κυρηνείας αναφέρονται κι αργότερα ως επίσκοποι, πράγμα που σημαίνει ότι η καθαίρεσή τους τελικά είτε δεν εφαρμόστηκε, είτε ακυρώθηκε ύστερα από μεταμέλειά τους. Πιθανότατο δε είναι ότι ο Σίλβεστρος, όταν επανήλθε από την εξορία, ακολούθησε συμφιλιωτική πολιτική και δεν επέμενε στην απομάκρυνση των δυο επισκόπων.

 

Όταν βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη το 1730, ο Σίλβεστρος γνωρίστηκε με τον τότε πατριάρχη Ιεροσολύμων, προς τον οποίο αργότερα έστειλε Σύντομον περιγραφήν τῆς Νήσου Κύπρου.

 

Την ίδια εποχή η Κύπρος μαστιζόταν για μια ακόμη φορά από ανομβρία και κατά το 1731 έγινε περιφορά της αγίας εικόνας της Παναγίας του Κύκκου σε πολλά μέρη της Κύπρου και ψάλλονταν δεήσεις και παρακλήσεις, και γίνονταν ολονύκτιες τελετές και αγρυπνίες.

 

Επί Σιλβέστρου ανεκαλύφθη στην Καρπασία (Άγιος Ανδρόνικος) ο τάφος της αγίας Φωτεινής*. Σύμφωνα προς τη σχετική αναφορά, ο τάφος ανεκαλύφθη σε σπήλαιο, με την επιγραφή: Φωτεινή Παρθένος νύμφη Χριστο. Απεφασίσθη τότε να τιμάται η Φωτεινή ως αγία κι ορίσθηκε ως ημέρα εορτασμού της μνήμης της στις 2 Αυγούστου. Η αγία Φωτεινή ήταν γνωστή από τα Μεσαιωνικά χρόνια, φαίνεται όμως ότι αργότερα είχε λησμονηθεί, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί ξανά ως αγία επί αρχιεπισκοπείας του Σιλβέστρου.