Πάφος επαρχία

Προϊστορικοί χρόνοι (7000 π.Χ.-1050 π.Χ.)   

Image

Ο πολιτισμός της Προϊστορικής Κύπρου έχει ηλικία που αρχίζει γύρω στα 7.000 χρόνια προ Χριστού. Ωστόσο στην επαρχία Πάφου δεν έχουν ακόμη μέχρι σήμερα ανασκαφεί και αποκαλυφθεί οποιαδήποτε ίχνη συνοικισμών της Νεολιθικής εποχής, δηλαδή αρχαιότερα του 3900 π.Χ. Τούτο δεν σημαίνει, κατ' ανάγκην, ότι η επαρχία αυτή δεν ήταν κατοικημένη κατά τη Νεολιθική εποχή. Αντίθετα, οι ενδείξεις πείθουν ότι και η περιοχή αυτή της Κύπρου εκατοικείτο από τότε, ίσως όμως όχι στην ίδια πυκνότητα όπως άλλες περιοχές του νησιού.

 

Σε διάφορες τοποθεσίες, κυρίως κοντά στις νοτιοδυτικές ακτές, έχουν βρεθεί αρχαιολογικά κατάλοιπα που αποδεικνύουν την κατοίκηση της περιοχής αυτής της Κύπρου τουλάχιστον από τη Χαλκολιθική περίοδο (3900-2500 π.Χ.). Μεταξύ των σημαντικότερων αρχαίων ευρημάτων που έχουμε μέχρι σήμερα από την επαρχία Πάφου, είναι τα προερχόμενα από τους τάφους ενός σημαντικού νεκροταφείου στην τοποθεσία Βαθυρκάκας του χωριού Σουσκιού που βρίσκεται στα βορειοδυτικά του χωριού Κούκλια. Κοντά στο νεκροταφείο αυτό, της Χαλκολιθικής περιόδου, έχει επισημανθεί και ο αντίστοιχος συνοικισμός στην τοποθεσία Λαόνα. Μεταξύ των διαφόρων ευρημάτων από τον αρχαιολογικό χώρο της Σουσκιού, ιδιαίτερου ενδιαφέροντος είναι πολλά σταυρόσχημα ειδώλια από στεατίτη ή πικρόλιθο που αποτελούν εξαίρετα δείγματα ανεπτυγμένης μικρογλυπτικής. Βρέθηκαν επίσης πήλινα αγγεία, περιδέραια, λίθινα κύπελλα και άλλα αντικείμενα. Οι τάφοι, που χρησιμοποιούνταν για επανειλημμένες ταφές, είναι φιαλόσχημοι λάκκοι λαξευμένοι στο σκληρό ασβεστολιθικό πέτρωμα της περιοχής.

 

Στην τοποθεσία Λάκκους του χωριού Λέμπα, σε μικρή απόσταση από τη σημερινή πόλη της Πάφου και κοντά στη θάλασσα, βρέθηκε συνοικισμός που χρονολογείται στα 3000-2500 π.Χ. Ήταν συνοικισμός ανθρώπων που ασχολούνταν με τη γεωργία, τη κτηνοτροφία, το κυνήγι και το ψάρεμα. Οι κατοικίες τους ήσαν μικρές κυκλικές καλύβες που η διάμετρός τους κυμαίνεται από 3 μέχρι 9 μέτρα. Οι μικρότερες απ' αυτές ήσαν, πιθανώς, εργαστήρια. Τα θεμέλια και το κάτω μέρος των τοίχων είχαν κτιστεί από πέτρες, ενώ το πάνω μέρος με πλινθάρια. Οι στέγες ήσαν πιθανότατα κωνικού σχήματος, κατασκευασμένες από κλαδιά δέντρων και πηλό. Τα δάπεδα ήσαν επιστρωμένα με πηλό και στο κέντρο τους υπήρχε πάσσαλος που στήριζε τη στέγη. Μεταξύ των κινητών ευρημάτων περιλαμβάνονται λίθινα και οστέινα εργαλεία, οικιακά σκεύη, ειδώλια και κοσμήματα.

 

Όχι μακριά από τη Λέμπα, στις τοποθεσίες Μοσφύλια και Μηλούδκια του χωριού Κισσόνεργα, βρέθηκαν τα κατάλοιπα δυο άλλων συνοικισμών της Χαλκολιθικής περιόδου. Στα Μοσφύλια υπήρξε — όπως και στη Λέμπα — πρώτη και δεύτερη φάση. Κατά την πρώτη φάση, οι κατοικίες ήσαν κυκλικές καλύβες με διάμετρο από 8 έως 11 μέτρα, ενώ κατά τη δεύτερη φάση οι καλύβες κτίστηκαν πιο μικρές, με μέση διάμετρο 5 μέτρα. Αντίθετα, στα Μηλούδκια αντί κυκλικές καλύβες βρέθηκαν μεγάλα ορύγματα ακανόνιστων σχημάτων, μήκους μέχρι 16 μέτρα, πλάτους από 3 έως 6 μέτρα και μέσου βάθους 1,5 μέτρο. Μέσα στα περίεργα αυτά ορύγματα βρέθηκαν λίθινα αγροτικά εργαλεία, οικιακά σκεύη, πήλινα και λίθινα ειδώλια, όστρακα, κόκκαλα αιγών, προβάτων, ελαφιών και χοίρων, απανθρακωμένοι σπόροι σιταριού, κριθαριού και φακής και άλλα αντικείμενα. Μεταξύ αυτών, βρέθηκε κι ένα χάλκινο αγκίστρι, το παλαιότερο που έχει βρεθεί στην Κύπρο. Επίσης, κάτω από το δάπεδο μιας καλύβης στα Μοσφύλια, βρέθηκαν δυο θαλαμοειδείς τάφοι.

 

Αρχαιολογικά ευρήματα της Χαλκολιθικής περιόδου έχουν βρεθεί και σε άλλες τοποθεσίες της επαρχίας Πάφου. Μεταξύ αυτών, λίγα δείγματα στις τοποθεσίες Ασπρογή και Ευρετή του χωριού Κούκλια, όπως και δείγματα στα κατώτερα στρώματα των αρχαιολογικών χώρων στο νησάκι Άγιος ΓεώργιοςΓερόνησος [=ιερή Νήσος]) και στη Μάα-Παλαιόκαστρο.

 

Κατά την εποχή του Χαλκού (2500-1050 π.Χ.) κύριο χαρακτηριστικό της ζωής στην Κύπρο ήταν η ανόρυξη σε μεγάλη κλίμακα, η επεξεργασία, η χρησιμοποίηση και η εμπορία του χαλκού. Το μέταλλο αυτό, του οποίου τώρα είχε αρχίσει η εντατική εκμετάλλευση, βρισκόταν άφθονο στο νησί. Η Κύπρος, εμπορευόμενη τον χαλκό, διεύρυνε στον μέγιστο βαθμό τις επαφές με τις γειτονικές χώρες κι απέκτησε πλούτο που έφερε την ευημερία. Περί το τέλος της περιόδου το νησί δέχθηκε μεγάλα κύματα Αχαιών αποίκων από την Ελλάδα. Ο αποικισμός αυτός, που δημιούργησε μια νέα εντελώς κατάσταση και οδήγησε στον τελεσίδικο εξελληνισμό της Κύπρου, συνδυάστηκε με το τέλος του περίφημου Τρωικού πολέμου και την επιστροφή από την πυρπολημένη και λεηλατημένη Τροία των Ελλήνων ηρώων.

 

Μα ήδη η Παλαίπαφος, που βρισκόταν στην περιοχή όπου το σημερινό χωριό Κούκλια, ευημερούσε. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Λ, 15-28) περιγράφει τον θώρακα που ο Κύπριος βασιλιάς Κινύρας είχε στείλει ως δώρο στον Αγαμέμνονα, τον αρχηγό των Ελλήνων, πριν ακόμη αρχίσει ο Τρωικός πόλεμος.

 

...Κι εβόησε των Αχαιών ν' αρματωθούν ο Ατρείδης

και με χαλκόν αστραφτερό ο ίδιος οπλιζόταν.

Τα σκέλη πρώτα με λαμπρές κνημίδες έζωσε όλα

οπού εθηλυκώνονταν με ολάργυρες περόνες.

Το στήθος σκέπασε έπειτα με θώρακα οπού δώρο

φιλοξενίας άλλοτε του έδωσε ο Κινύρας,

ότι το μέγα άκουσμα στην Κύπρο είχε φθάσει

πως αρμενίζαν οι Αχαιοί ν' ανέβουν εις την Τροία.

Ὁθεν εφιλοδώρησε αυτός τον βασιλέα

και δώδεκα είχε ο θώρακας κλωστές από χρυσάφι,

δέκα από μαύρον χάλυβα κι είκοσι κασσιτέρου,

και δράκοντες χαλυβικοί τρεις από κάθε μέρος

ως τον λαιμό απλώνονταν, ως Ίριδες, που ο Δίας

σταίνει στα νέφη φοβερό σημάδι στους ανθρώπους...

 

Το ακριβό δώρο του Κινύρα, αντάξιο του αρχιστρατήγου των Ελλήνων, φανερώνει μεταξύ άλλων και τις συνθήκες ευημερίας του νησιού.

 

Μετά το τέλος του Τρωικού πολέμου η αρχαία παράδοση κατονομάζει αρκετούς τρωικούς ήρωες που με τα καράβια και τον λαό τους αποίκησαν την Κύπρο όπου ίδρυσαν φημισμένες πόλεις. Μεταξύ αυτών κατονομάζεται ο Αγαπήνωρ από την Αρκαδία της Πελοποννήσου, ως ιδρυτής της Πάφου. Ιδρυτής, δηλαδή, της Νέας Πάφου, δυτικότερα της Παλαιάς Πάφου (ή Παλαιπάφου) που ήδη υφίστατο. Τον διαχωρισμό Νέας και Παλαιάς Πάφου αναφέρουν σαφώς ο Παυσανίας και ο Στράβων. Ο δεύτερος σημειώνει:

 

...εἶθ' ἡ Πάφος, κτίσμα Ἀγαπήνορος καί λιμένα ἔχουσα καί ἱερά εὐ κατεσκευασμένα·διέχει [= απέχει] δέ πεζῇ σταδίους ἑξήκοντα [=11 χιλιόμετρα περίπου] τῆς Παλαιπάφου...

 

Συνεπώς εδώ γίνεται σαφής διαχωρισμός των δύο πόλεων: της αρχικής Πάφου (Παλαιπάφου, στην τοποθεσία όπου το σημερινό χωριό Κούκλια) και της Πάφου (Νέας Πάφου, περί τα 11 χιλιόμετρα δυτικότερα, στη θέση της σημερινής Κάτω Πάφου).

 

Σ' ό,τι αφορά τα αρχαία κατάλοιπα, στην περιοχή της Πάφου λίγα δείγματα απαντώνται, τουλάχιστον από τις μέχρι σήμερα ανασκαφές, από τις περιόδους της Πρώιμης εποχής του Χαλκού (2500-1900 π.Χ.) και της Μέσης εποχής του Χαλκού (1900-1650 π.Χ.). Όμως η Ύστερη εποχή του Χαλκού (1650-1050 π.Χ.), εκπροσωπείται με σημαντικά ευρήματα που περιλαμβάνουν —εκτός των ιδίων των αρχαιολογικών χώρων — εξαίρετα δείγματα αγγειοπλαστικής, μεταλλοτεχνίας, μικροτεχνίας και άλλα κινητά αντικείμενα που προέρχονται από τα νεκροταφεία της Παλαιπάφου, από τάφους στη Γεροσκήπου και από τον αρχαιολογικό χώρο της Μάας-Παλαιοκάστρου. Τα ευρήματα αποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, τις πυκνές σχέσεις της Κύπρου με τις γειτονικές της χώρες και με την Ελλάδα, ιδιαίτερα τον Μυκηναϊκό πολιτισμό. Αποδεικνύουν επίσης την ακμή της ίδιας της Παλαιπάφου.

 

Η δεύτερη φάση της Ύστερης εποχής του Χαλκού (Ύστερη εποχή του Χαλκού II), που αρχίζει περί το 1400 π.Χ., συμπίπτει χρονολογικά με το τέλος του Μινωικού πολιτισμού στην Κρήτη και την επικράτηση των Μυκηναίων στη θάλασσα. Τους Μυκηναίους (Αχαιούς) είλκυσε, όπως ήταν φυσικό, ο ορυκτός πλούτος της Κύπρου, συγκεκριμένα ο χαλκός. Σύντομα Μυκηναίοι έμποροι, ίσως και τεχνίτες, εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη της Κύπρου, κυρίως όμως στα «αστικά» παραθαλάσσια κέντρα. Λίγο αργότερα ακολούθησε ο μαζικός αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς που, μεταξύ άλλων περιοχών, εγκαταστάθηκαν και σε παραθαλάσσιες τοποθεσίες της επαρχίας Πάφου (όπως η Μάα-Παλαιόκαστρο) και στην ίδια την Παλαίπαφο. Οι ανασκαφές στην Μάα-Παλαιόκαστρο έφεραν στο φως και οχυρωματικά έργα με «κυκλώπεια» τείχη που απαντώνται και σε άλλα μέρη της Κύπρου (Έγκωμη, Κίτιον, Σίντα).

 

Στη Μάα-Παλαιόκαστρο, που είναι μικρό ακρωτήρι κοντά στον κόλπο των Κοραλλίων, βρέθηκαν και τα κατάλοιπα συνοικισμού που προστατευόταν με οχυρώσεις. Χρονολογείται στα τέλη του 13ου και τις αρχές του 12ου π.Χ. αιώνα, στην εποχή δηλαδή κατά την οποία συνέβη ο κυρίως αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς.

 

Στις αρχές του 12ου π.Χ. αιώνα τοποθετείται χρονικά και το κτίσιμο του περίφημου ναού της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο. Από το αρχικό αυτό κτίσμα σώζονται λίγα κατάλοιπα. Έκτοτε, ο ναός αυτός κατέστη παγκύπριο αλλά και διεθνές κέντρο λατρείας της θεάς Αφροδίτης και διατηρήθηκε σαν τέτοιο μέχρι και τα Ρωμαϊκά χρόνια, δηλαδή μέχρι την εξάπλωση και διάδοση του Χριστιανισμού.

 

Πριν από τον αποικισμό της Κύπρου από τους Αχαιούς/ Έλληνες και τη δημιουργία των πολλών μικρών πόλεων-βασιλείων, το νησί ολόκληρο πιθανώς αποτελούσε ένα ενιαίο βασίλειο που αναφέρεται με την ονομασία Αλάσια. Μας είναι γνωστός από τις φιλολογικές πηγές ένας μόνο βασιλιάς, ο Κινύρας*, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με την Πάφο και που ίσως όμως να ήταν και βασιλιάς ολόκληρης της Κύπρου. Ο Κινύρας ήταν, σύμφωνα προς την παράδοση, υπερήλικας στα χρόνια του Τρωικού πολέμου. Κοντά στο όνομα του Κινύρα θα πρέπει, ωστόσο, να προστεθούν και μερικά άλλα μυθικά ονόματα που σχετίζονται με την Πάφο των Προϊστορικών χρόνων. Είναι το όνομα του Αερία, μυθικού προσώπου το οποίο οι Πάφιοι της Αρχαιότητας είχαν προβάλει για κάποια περίοδο ως «πιο αρχαίο κι από τον Κινύρα». Κατά τον Τάκιτο οι Πάφιοι, όταν το 22 μ.Χ. είχαν ζητήσει από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο την παροχή του δικαιώματος ασυλίας για τον ναό της Αφροδίτης στην Πάφο, υποστήριξαν ότι ιδρυτής του ναού ήταν ο Αερίας· γι' αυτό, κατά τον Τάκιτο, η θεά έφερε και το επίθετο Αερία το οποίο, σε άλλες ελληνικές αρχαίες πηγές, αναφέρεται ως επίθετο ολόκληρης της Κύπρου. Το επίθετο αυτό προέρχεται μάλλον από το λατινικό όνομα του χαλκού (aes γενική aeris).

 

Ακόμη, θα πρέπει ν' αναφέρουμε τον Πάφον, άλλο μυθικό πρόσωπο που, σύμφωνα προς αρχαία παράδοση, ήταν ο ιδρυτής της πόλης της Πάφου στην οποία είχε δώσει το όνομά του. Ο Πάφος αυτός φέρεται και ως πατέρας του Κινύρα. Επίσης, θα πρέπει ν' αναφερθεί το όνομα του Αγαπήνορος, που θεωρείται ο ιδρυτής της Νέας Πάφου κι ο ανακαινιστής του ναού της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο. Εξάλλου η χερσόνησος του Ακάμα οφείλει την ονομασία της, σύμφωνα προς μια εκδοχή, σε άλλο ήρωα του Τρωικού πολέμου, τον Αθηναίο Ακάμαντα, γιο του Θησέως και της Φαίδρας. Στη χερσόνησο του Ακάμα πιθανώς είχε ιδρυθεί κι άλλη πόλη από Αχαιούς αποίκους, η Ακαμαντίς, που ωστόσο δεν έχει εντοπισθεί από την αρχαιολογική σκαπάνη. Η ονομασία Ακαμαντίς αναφέρεται από τον Πλίνιο ως ονομασία ολόκληρης της Κύπρου. Ότι, πάντως, η περιοχή της χερσονήσου του Ακάμα ήταν κατοικημένη κατά τα Προϊστορικά χρόνια, αποδεικνύεται από την ύπαρξη εκεί αρχαίων καταλοίπων. Αν και δεν έχουν γίνει συστηματικές ανασκαφές, ωστόσο σε μερικές περιπτώσεις αρχαία ερείπια είναι ευδιάκριτα. Στη μικρή χερσόνησο της Λάρας*, για παράδειγμα, είναι ορατά ίχνη οχυρωματικών έργων των Προϊστορικών χρόνων, πιθανότατα σύγχρονα εκείνων της Μάας-Παλαιοκάστρου, ίσως κι αυτά κτίσματα Αχαιών αποίκων που παραπέμπουν στον μυθικό ήρωα Ακάμαντα.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image