Φασούλα

Άλλη ονομασία που εχρησιμοποιείτο στην Κύπρο για το δρεπάνιν*, το παραδοσιακό γεωργικό εργαλείο του θερισμού των δημητριακών.

 

*Η λέξη φασούλ(λ)α (η) σημαίνει και το στόμωμα στην κόψη μεταλλικών εργαλείων εξαιτίας χτυπήματος.