Λεμεσός πόλη

Ίδρυση της πόλης

Image

Σε καμιά φιλολογική πηγή δεν αναφέρεται η Λεμεσός ως πόλη μέχρι και το τέλος της Αρχαιότητας, δηλαδή μέχρι τον 4ο μ.Χ. αιώνα κι αργότερα ακόμη. Μόνο στον (μεταγενέστερο) Βίο του αγίου Αυξιβίου αναφέρεται ο οικισμός της Νεαπόλεως - Λεμεσού) ως ένας από εκείνους που απετέλεσαν επισκοπικές έδρες τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Αν και στα κείμενα για τις αποστολικές περιοδείες των Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου στην Κύπρο δεν γίνεται καμιά μνεία της Λεμεσού (στις απόκρυφες Πράξεις Βαρνάβα αναφέρεται ότι ο απόστολος επεσκέφθη το Κούριον και την Αμαθούντα, αγνοώντας τον μικρό συνοικισμό της Λεμεσού), ο Βίος του αγίου Αυξιβίου λέγει πως ο απόστολος Παύλος είχε στείλει στην Κύπρο τον Επαφρά, τον Τυχικό και μερικούς άλλους για ν' αναλάβουν επισκοπικές έδρες. Απ' αυτούς, ο Τυχικός* είχε σταλεί από τον απόστολο των Εθνών με εντολή να γίνει επίσκοπος στη Νεάπολη. Δεν έχουμε όμως καμιά άλλη ένδειξη ότι η Νεάπολις - Λεμεσός ήταν τότε (1ος μ.Χ. αιώνας) τόσο σημαντικός συνοικισμός ώστε ν' αποτελέσει και επισκοπική έδρα, την περίοδο μάλιστα κατά την οποία δυο μεγάλες και κοντινές πόλεις, το Κούριον και η Αμαθούς, ήσαν κιόλας σημαντικές έδρες επισκόπων. Πουθενά, εν πάση περιπτώσει, δεν αναφέρεται ο συνοικισμός ως πόλη, τον αγνοούν δε και οι γεωγράφοι που έγραψαν τότε κι αργότερα γεωγραφική περιγραφή της Κύπρου (όπως ο Στράβων τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ο Κλαύδιος Πτολεμαίος τον 2ο μ.Χ. αιώνα, ο Στέφανος Βυζάντιος τον 5ο-6ο μ.Χ. αιώνα, ο Ιεροκλής τον 6ο μ.Χ. αιώνα, ο Γεώργιος ο Κύπριος τον 6ο-7ο αιώνα και άλλοι).

 

Ωστόσο κατά τα μέσα του 5ου μ.Χ. αιώνα η Λεμεσός αναφέρεται με την ονομασία Θεοδοσιανή ως επισκοπική έδρα, στα Πρακτικά της Δ' Οικουμενικής Συνόδου που πραγματοποιήθηκε στη Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ. Στα Πρακτικά σημειώνεται ότι στη σύνοδο είχε μετάσχει και ο επίσκοπος Θεοδοσιανής Σωτήρ*. που εκπροσώπησε μάλιστα και τους επισκόπους Ηλιόδωρον Αμαθούντος και Προέχιον Αρσινόης (=Πόλη Χρυσοχούς): 'Soter Theodosianae civitatis, agens vises Heliodori episcopi Amathuntis et Proechii episcopi Arsinoes...'.

 

Διάφορες υποθέσεις έγιναν κατά καιρούς σχετικά με την κυπριακή πόλη Θεοδοσιανήν και Θεοδοσιάδα) που δεν ανευρίσκεται σε άλλες πηγές ή καταλόγους αρχαίων κυπριακών πόλεων. Μερικοί υποστήριξαν ότι η πόλη αυτή πιθανώς δεν ήταν κυπριακή. Η άποψη αυτή δεν μπορεί όμως να γίνει αποδεκτή, γιατί δεν θεωρείται πιθανόν Κύπριοι ιεράρχες (οι Αμαθούντος και Αρσινόης) να είχαν εκπροσωπηθεί στη σύνοδο του 451 από μη Κύπριο ιεράρχη.

 

Μια αναφορά στον Βίο του αγίου Σπυρίδωνος τον οποίο έγραψε ο επίσκοπος Πάφου Θεόδωρος τον 7ο αιώνα (εξεδόθη για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1901), διευκρινίζει το ζήτημα. Μιλώντας για έναν επίσκοπο Ιωάννη* του 7ου μ.Χ. αιώνα, ο επίσκοπος Θεόδωρος σημειώνει ότι αυτός είχε γίνει επίσκοπος Θεοδοσιάδος, ἥτοι Νέας πόλεως τῆς Κυπρίων ἐπαρχίας... Η διευκρίνηση ότι η Θεοδοσιάς ήταν η Νέα πόλις (=Νεάπολις) της Κυπρίων [βυζαντινής] επαρχίας, ταυτίζει την Θεοδοσιάδα ή και Θεοδοσιανήν με την πόλη της Λεμεσού.

 

Εάν γίνει αποδεκτή χωρίς επιφυλάξεις η διευκρίνιση του επισκόπου Πάφου Θεοδώρου, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η πόλη είχε ιδρυθεί πιθανότατα τον 4ο ή 5ο μ.Χ. αιώνα κι είχε ονομασθεί Θεοδοσιάς ή και Θεοδοσιανή προς τιμήν ενός από τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου που έφεραν το όνομα Θεοδόσιος, ίσως προς τιμήν του Θεοδοσίου Α ' ή του Θεοδοσίου του Μικρού. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την ίδρυση της πόλης — γι΄αυτό και κάνουμε εδώ μόνο υποθέσεις — ούτε και πληροφορίες που να μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε τον λόγο για τον οποίο η πόλη είχε ονομασθεί Θεοδοσιανή και Θεοδοσιάς. Εάν όμως θεωρήσουμε ότι υπάρχει ένα τουλάχιστον προηγούμενο σε μετονομασία κυπριακής πόλης προς τιμήν Βυζαντινού αυτοκράτορα (Σαλαμίς - Κωνσταντία), μπορούμε να διατυπώσουμε μια θεωρία: Είναι γνωστό ότι η Σαλαμίς επλήγη σοβαρότατα από τους καταστροφικούς σεισμούς του 332 και του 342 μ.Χ. κι ανοικοδομήθηκε με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Κωνστάντιου, οπότε μετονομάσθηκε προς τιμήν του σε Κωνσταντία. Είναι επίσης γνωστό ότι από τους ίδιους καταστροφικούς σεισμούς, που σημαδεύουν την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου της ιστορίας της Κύπρου, επλήγησαν σοβαρά και το Κούριον και η Αμαθούς. Είναι λοιπόν πιθανό εάν υποθέσουμε ότι ένας από τους Θεοδοσίους του Βυζαντίου (ίσως ο Θεοδόσιος Α' ο Μέγας, αυτοκράτορας από το 379 μέχρι το 395 μ.Χ.) βοήθησε τότε στην ανοικοδόμηση ή έστω συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση της Αμαθούντος, με αποτέλεσμα αριθμός κατοίκων της πόλης αυτής να μετακινήθηκε λίγο πιο πέρα, να θεμελίωσε τη νέα πόλη, που ονομάσθηκε Θεοδοσιανή και, αργότερα, Νεάπολις (=νέα πόλη).

 

Αλλά η πόλη αναφέρεται και ως Θεοδοσιανή και ως Θεοδοσιάς. Να υποθέσουμε ότι, κατά κάποιον τρόπο, είχε ευεργετηθεί και από τους δυο Θεοδοσίους και πήρε δυο διαφορετικές διαδοχικές ονομασίες, ή απλώς πρόκειται για δυο τύπους της αυτής ονομασίας; Άγνωστο.

 

Προκύπτει πάντως ότι η πόλη ήταν ιδρυμένη κατά τα μέσα του 5ου μ.Χ. αιώνα κι αποτελούσε έδρα επισκόπου που, πιθανότατα, υπαγόταν στη μητρόπολη της γειτονικής Αμαθούντος που είχε διατελέσει τότε και έδρα Βυζαντινών κυβερνητών της Κύπρου για σύντομο διάστημα, και της οποίας τον επίσκοπο Ηλιόδωρο εκπροσώπησε στη σύνοδο της Χαλκηδόνος ο Σωτήρ της Θεοδοσιανής. Εξάλλου κατά τα τέλη του 6ου αιώνα και τις αρχές του 7ου, είναι γνωστός ο επίσκοπος της πόλης Λεόντιος*, ο συγγραφέας του Βίου του αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος, που καταγόταν από την Αμαθούντα.

Η Νέμεσος: Εάν λοιπόν η πόλη, με την ονομασία Θεοδοσιανή ή και Θεοδοσιάς, και λίγο αργότερα Νεάπολις, ήταν ιδρυμένη ήδη από τον 4ο ή 5ο μ.Χ. αιώνα, θα πρέπει και πάλι να ήταν αρχικά μικρός και δευτερεύων συνοικισμός μεταξύ των δυο μεγάλων πόλεων, της Αμαθούντος και του Κουρίου. Δεν γνωρίζουμε την τύχη της κατά τη διάρκεια των αραβικών επιδρομών (7ος-10ος μ.Χ. αιώνας) που έπληξαν μεταξύ άλλων την Αμαθούντα και κατέστρεψαν το Κούριον που εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του το δεύτερο μισό του 7ου μ.Χ. αιώνα. Είναι απίθανο να θεωρήσουμε ότι αυτή την περίοδο ειδικά κάτοικοι του Κουρίου είχαν μετακινηθεί προς τη Λεμεσό. Επειδή αυτή την περίοδο οι κάτοικοι όλων σχεδόν των παραλιακών οικισμών της Κύπρου μετακινούνταν προς τα ενδότερα, εξαιτίας ακριβώς των επιδρομών. Συνεπώς δεν φαίνεται λογικό να εγκαταλείφθηκε το Κούριον (που διέθετε ακόμη και φυσικές οχυρώσεις λόγω της μορφολογίας της ακτής) για να κατοικηθεί η Λεμεσός, χώρος περισσότερο ευάλωτος. Εξάλλου γνωρίζουμε πως αριθμός κατοίκων του Κουρίου απεσύρθη στην Επισκοπή, που ονομάστηκε έτσι επειδή μετεφέρθη σ' αυτήν και η επισκοπική έδρα του Κουρίου.

 

Πιθανότερο θεωρείται ότι από τις αραβικές επιδρομές του 7ου κυρίως αιώνα, επλήγη και ίσως κατεστράφη ολοσχερώς και ο μικρός συνοικισμός της Λεμεσού. Που όταν ξανακτίστηκε αργότερα, πήρε πλέον άλλες ονομασίες: Νεάπολις αλλά και Νέμεσος. Ως Νεάπολις αναφέρεται πάντως κατά τον 8ο αιώνα, οπότε μνεία της ως επισκοπικής έδρας υπάρχει στα Πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου το 787 μ.Χ.

 

Μήπως η ονομασία Νεάπολις (=νέα πόλη) υποδηλώνει καταστροφή της ίδιας της Θεοδοσιανής εξαιτίας των αραβικών επιδρομών και επανοικοδόμησή της αργότερα; Δεν γνωρίζουμε. Αλλά πιο ύστερα η ονομασία της ως νέας πόλης σχετίστηκε με την Αμαθούντα που εξακολουθούσε να είναι η παλαιά πόλη.

 

Τον 10ο αιώνα, πάντως, η πόλη αναφέρεται ως Νέμεσος από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, που την συγκαταλέγει μεταξύ των 15 κυπριακών πόλεων τις οποίες και μνημονεύει. Ήταν, συνεπώς, αρκετά μεγάλος συνοικισμός η Νέμεσος αυτή την εποχή, ώστε να περιλαμβάνεται μεταξύ των πόλεων της Κύπρου. Το Κούριον, όπως ήδη ανεφέρθη πιο πάνω, είχε παύσει να υφίσταται από τον 7ο μ.Χ. αιώνα, αλλά η Αμαθούς υπήρχε ακόμη. Όμως ο Πορφυρογέννητος, μεταξύ των 15 πόλεων της Κύπρου, κατονομάζει και το Κούριον. Τι μπορούμε να υποθέσουμε; Ότι ο συγγραφέας βασίστηκε σε προγενέστερό του κατάλογο των κυπριακών πόλεων; Αλλά αυτό θα σήμαινε ότι η Νέμεσος υφίστατο ως πόλη αρκετά πιο πριν, πριν ακόμη εγκαταλειφθεί το Κούριον, δηλαδή πριν από το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα. Μήπως πάλι ο Πορφυρογέννητος παρέθεσε παλαιότερο κατάλογο των πόλεων (αναφέρει και την Αμαθούντα και τους Σόλους και την Ταμασσό και άλλες αρχαίες πόλεις) που τον συμπλήρωσε, χωρίς να τον αναθεωρήσει, προσθέτοντας και τις νέες πόλεις όπως η Νέμεσος, η Κέρμια, η Τρεμιθούς; Δεν γνωρίζουμε.

 

Η ιστορία της Λεμεσού γίνεται σαφέστερη από τον 12ο αιώνα και εξής. Η πόλη μάς είναι γνωστή από τα γεγονότα του 1191 που τερμάτισαν τη Βυζαντινή περίοδο της κυπριακής ιστορίας: την άφιξη, εξαιτίας κακοκαιρίας, του καραβιού που μετέφερε στους Αγίους Τόπους τη Βερεγγάρια* της Ναβάρρας και την Ιωάννα*, αρραβωνιαστικιά και αδελφή αντιστοίχως του βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδου* του Λεοντόκαρδου· την άφιξη, λίγο αργότερα, του ίδιου του Ριχάρδου και δυνάμεών του (ήταν η περίοδος που επραγματοποιείτο η τρίτη Σταυροφορία)· την αποβίβαση στη Λεμεσό των δυνάμεων του Ριχάρδου που, με αφορμή προσβλητική συμπεριφορά του Ισαακίου Κομνηνού*, Βυζαντινού τυράννου της Κύπρου, επετέθη κατ' αυτού. Ο Ισαάκιος Κομνηνός προσπάθησε αρχικά να παρεμποδίσει την αποβίβαση των δυνάμεων του Ριχάρδου, οχυρώνοντας μάλιστα πρόχειρα την παραλία της Λεμεσού. Απέτυχε όμως και υποχώρησε στο εσωτερικό του νησιού. Τελικά ηττήθηκε στην Τρεμετουσιά και συνελήφθη αιχμάλωτος. Η Κύπρος ολόκληρη κατελήφθη από τον Ριχάρδο. Αναφέρεται πάντως ότι κατά το 1191, όταν ο Ριχάρδος έφθασε στη Λεμεσό, η πόλη διέθετε τείχος που όμως ήταν πιθανώς παλαιό, κτισμένο ασφαλώς από τους Βυζαντινούς, όμως ανίσχυρο ν' αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την επίθεση των Σταυροφόρων. Ο Άγγλος βασιλιάς, πριν αναχωρήσει για τους Αγίους Τόπους (τους οποίους απέτυχε ν' απελευθερώσει), νυμφεύθηκε τη Βερεγγάρια στη Λεμεσό. Η παράδοση θέλει τον γάμο αυτό να είχε γίνει στο υφιστάμενο ως σήμερα κάστρο της Λεμεσού. Αυτό δεν είναι όμως σωστό γιατί τότε το κάστρο δεν ήταν ακόμη κτισμένο. Αναφέρεται πάντως ότι ο γάμος είχε γίνει σε μια μικρή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

 

Σημαντικό για την ιστορία της Λεμεσού γεγονός, σε σχέση προς τον Ριχάρδο, ήταν η πλήρης καταστροφή της Αμαθούντος από τον  Άγγλο βασιλιά. Η Αμαθούς εγκαταλείφθηκε τότε οριστικά από τους κατοίκους της, που ίδρυσαν τον παραπλήσιο συνοικισμό του Αγίου Τύχωνα αλλά, κυρίως, ενίσχυσαν τον πληθυσμό της Λεμεσού που, έκτοτε, άρχισε μια δική της ανεξάρτητη πορεία ως νέα σημαντική πόλη.