Λεμεσός πόλη

Τουρκοκρατία

Image

Οι επισκέπτες του 17ου και του 18ου αιώνα που έγραψαν κείμενά τους για τη Λεμεσό, δίνουν τώρα μια άλλη εικόνα της πόλης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο Pietro della Valle, που επεσκέφθη την πόλη κατά τις πρώτες δυο δεκαετίες του 17ου αιώνα, γράφει:

 

...30 Σεπτεμβρίου. Αποβιβαστήκαμε πολύ πρωί και περπατήσαμε γύρω στην πόλη, που είναι αρκετά μεγάλη και με μεγάλο πληθυσμό. Είδαμε το μεγάλο τζαμί, που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα σε ωραίο, πλατύ δρόμο παράλληλα στην ακτή. Η περιοχή είναι γεμάτη χαρούπια, των οποίων γίνεται μεγάλο εμπόριο και φορτώνονται ολόκληρα καράβια για τη Βενετία κι άλλα μέρη. Ανάμεσα στα σπίτια ορθώνεται το κάστρο, μικρό τετράγωνο κτίριο, μάλλον τετράγωνος χαμηλός πύργος. Έχει ωστόσο από πάνω μερικά κανόνια. Πιο πέρα βρήκα τον καθεδρικό ναό. Αφού στη Λεμεσό υπάρχει Έλληνας επίσκοπος, του οποίου η δικαιοδοσία εκτείνεται στις επαρχίες της Λεμεσού, της Λάρνακας και δυο άλλες... Ο καθεδρικός ναός είναι μικρός, αφιερωμένος στην Παναγία, κτισμένος σύμφωνα με τον συνηθισμένο ρυθμό της χώρας. Σαν έδρα του επισκόπου, ο ναός ονομάζεται από τον λαό «Καθολική»...

 

Το κάστρο της πόλης είχε ανοικοδομηθεί από τους Τούρκους, και μιλά γι' αυτό ο della Valle. Βλέπουμε επίσης ότι ανθούσε τότε το εμπόριο των χαρουπιών. Είχε γίνει επίσης η ανασυγκρότηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου, μετά την εκδίωξη της Λατινικής, και ήταν ήδη κτισμένος ο ναός της Καθολικής.

 

Ο αββάς Giovanni Mariti (Travels in the Island of Cyprus, 1769), γράφει:

 

To σημείο όπου στέκει η σημερινή πόλη Λεμεσός προηγουμένως ονομαζόταν Νεμοσία, λόγω των πολλών φυτειών. Μετά την καταστροφή της Αμαθούντος από τον Ριχάρδο, τον βασιλιά της Αγγλίας, ο Γουίδων Λουζινιανός τον 12ο αιώνα άρχισε να κτίζει τη νέα πόλη, την οποία οι Έλληνες ονόμαζαν Νεάπολη. Με τον καιρό αυτή μεγάλωσε από άλλους Λουζινιανούς, οχυρώθηκε και στολίσθηκε με παλάτια, λατινικές κι ελληνικές εκκλησίες, κι έγινε επισκοπή. Όταν ήλθαν οι Τούρκοι να καταλάβουν το νησί το 1570 στις 2 Ιουλίου, λεηλάτησαν κι έκαψαν τη Λεμεσό. Τώρα αυτή δεν είναι παρά φτωχό μέρος, με λίγα κατάλοιπα αρχαίων κτιρίων. Υπεύθυνος γι' αυτήν είναι ο διοικητής. Έχει επίσης καδή, αλλά οι υποθέσεις του πρέπει να παραπέμπονται στον κυβερνήτη στη Λευκωσία. Το λιμάνι είναι κατάλληλο επειδή προστατεύεται από τους πολύ δυνατούς ανέμους. Γι' αυτό τα καράβια καταφεύγουν εδώ σε κακοκαιρία. Τα χαρούπια κυρίως εξάγονται απ' εδώ, αφού στην περιοχή παράγονται τα καλύτερα. Μαζεύεται επίσης αλάτι από την αλυκή σε μικρή απόσταση, που δεν είναι τόσο μεγάλη όσο εκείνη κοντά στο Κίτι. Τελωνείο, με υπεύθυνο αγά, κατευθύνει το εμπόριο. Βαμβάκι, σιτάρι, κριθάρι και συκαμιές καλλιεργούνται με φροντίδα κι η εσοδεία είναι πλούσια. Παράγονται κι άλλα τρόφιμα. Στους λόφους και τα βουνά, σε κάποια απόσταση από τη Λεμεσό, παράγονται τα καλύτερα κρασιά στην Κύπρο. Τα σταφύλια, την κατάλληλη εποχή μεταφέρονται στη Λεμεσό, κι απ' εκεί στέλλονται στη Λάρνακα, όπου υπάρχουν μεγάλες κάβες κι απ' όπου διεξάγεται το μεγαλύτερο εμπόριο του κρασιού.

 

Ο Ουΐλλιαμ Τέρνερ (William Turner) γνώρισε την πόλη της Λεμεσού στις αρχές του 19ου αιώνα κι έγραψε το 1815:

 

...Η Λεμεσός είναι άθλια πόλη, με 150 πλιθαρένια σπίτια και με 100 ελληνικές και 50 τουρκικές οικογένειες. Από τα πενήντα φορτία κρασιού ωστόσο που εξάγει κάθε χρόνο η Κύπρος, τα είκοσι κατά μέσον όρο φεύγουν από τη Λεμεσό. Μέσα από την πόλη περνά βουνίσιο ποτάμι, με κατεστραμμένη βενετική γέφυρα από πάνω του. Σταματήσαμε για μια ώρα στο σπίτι του Άγγλου πράκτορα, και στις 9.30 ξεκινήσαμε πάλιν. Ως τις 11 συνεχίσαμε μέσα από την πεδιάδα της Λεμεσού, η οποία καλλιεργείται στην περιοχή της πόλης, πιο πέρα όμως είναι ολότελα άγονη...

 

Από τους Τούρκους στους Άγγλους: Η πόλη της Λεμεσού διατηρήθηκε σε παρακμή καθόλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι κατά καιρούς τουρκικές διοικήσεις του νησιού δεν ενδιαφέρθηκαν για κανένα απολύτως αναπτυξιακό έργο, όχι μόνο στη Λεμεσό και στην επαρχία της αλλά, γενικότερα, σ' ολόκληρη την Κύπρο. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τα μόνα άξια λόγου έργα που έγιναν στο νησί κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν η κατασκευή δρόμου μεταξύ Λάρνακας και Λευκωσίας (για τον οποίο είχε επιβληθεί στον λαό πολύχρονη και βαριά φορολογία) και η κατασκευή του υδραγωγείου της Λάρνακας (που έγινε με ιδιωτική κι όχι κυβερνητική πρωτοβουλία). Μπορούν επίσης ν' αναφερθούν μερικές ανοικοδομήσεις μισοκατεστραμμένων κάστρων (όπως εκείνα της Λεμεσού και της Πάφου) αλλά αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν αναπτυξιακά έργα. Έτσι, όπως προκύπτει και από τις μαρτυρίες των ξένων επισκεπτών, η πόλη ήταν περισσότερο ένα άθλιο χωριό.

 

Ενδιαφέρουσες είναι και οι εντυπώσεις του Αθανασίου Σακελλαρίσυ για τη Λεμεσό, που αφορούν την κατάστασή της κατά το τέλος της Τουρκοκρατίας και κατά τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας. Γράφει ο Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, τόμος Α', Αθήνα, 1890, σσ. 60-61):

 

... Ἡ Λεμησσός εἶνε πρωτεύουσα ὁμωνύμου ἐπαρχίας, ἔχουσα πρωτοδικεῖον, δημαρχεῖον, ἀξιόλογον ἐμπόριον καί 6.000 κατοίκους, ὧν τό τέταρτον εἶνε Μωαμεθανοί. Ἐν αὐτῇ δε ὑπάρχουσι δύο δημοτικά ἑλληνικά σχολεῖα ἀρρένων καί ἕν θηλέων, ἒτι δέ ἄξιον λόγου ἑλληνικόν Σχολαρχεῖον, διατηρούμενα καί διά δασμοῦ τινος, ὅν οἱ  Ἓλληνες ἔμποροι τῆς πόλεως ἑκουσίως εἰς ἑαυτούς ἐν τῷ τελωνείῳ  ἐπιβαλόντες ὑπέρ τῆς συντηρήσεως τῶν σχολείων τῆς πόλεώς των πληρώνουσιν. Ἔχουσι δέ καί ἀναγνωστήριον ἀξιόλογον.

 

Τῆς Λεμησσοῦ δέ δυτικῶς ρέει ὁ χείμαρρος Γαρίλλης, ὅστις πολλάκις τόν χειμῶνα πλημμυρῶν προξενεῖ μεγάλας καταστροφάς εἰς τήν πόλιν. Παρ' αὐτόν δέ κεῖται τό ἐν Κύπρῳ στρατιωτικόν ἐπιμελητήριον τῶν Ἄγγλων. Μίαν δέ καί ἡμίσειαν ὥραν μακράν τῆς Λεμησσοῦ παρά τά Πολεμίδια, ἐπί τοῦ λόφου Δοκίμου καλουμένου, τόν χειμῶνα στρατοπεδεύει ὁ  ἐν Κύπρῳ διαμένων ἀγγλικός στρατός, ἐν ᾦ τό θέρος μεταβαίνει πρός βορρᾶν τῆς κώμης Πλατρῶν, κειμένης ἐπί τοῦ  ὄρους Ὀλύμπου.

 

Ἐν τῇ Λεμησσῶ δ' ἐπί Τουρκοκρατίας ὑπῆρχον δύο μικρά φρούρια,  ἐν τῇ παραλίᾳ καί ἕτερον ἐν τῷ   μέσῳ τῆς πόλεως. Τούτων δέ τό ἐν τῇ παραλίᾳ οἱ  Ἄγγλοι κατεδαφίσαντες ἀνήγειραν ἐπί   τοῦ   ἐδάφους αὐτοῦ μέγα οἰκοδόμημα, ἐν ᾦ εἶνε τό διοικητήριον, τά δικαστήρια, τό τελωνεῖον,  τό ταμεῖον, τό λιμεναρχεῖον καί τά ἄλλα γραφεῖα τῆς διοικήσεως τῆς ἐπαρχίας ۬ τό δ' ἐν τῇ πόλει ἐπισκευάσαντες κατέστησαν φυλακάς τῶν καταδίκων τῆς πόλεως.

 

Ἔχει δέ νῦν ἡ Λεμησσός καί πηγαῖα ὕδατα καί κλῖμα ὑγιεινότατον. Ἐν αὐτῇ   δ' ἒτι ὑπάρχουσι καί ἱστιοφόρα τινά πλοῖα, διά τῶν ὁποίων ὡς καί δι' ἑλληνικῶν καί αὐστριακῶν πλοίων ὡς ἐπί τό πολύ ἐξάγονται τά προϊόντα τῆς ἐπαρχίας ۬ οἶον οἶνοι, σταφίδες, κεράτια κλπ. Ἵνα δ' εὐκολώτερον αὐτά ἐξάγωνται, ὡς μή ὑπάρχοντος ἀσφαλοῦς λιμένος, ἔστησαν ἐν αὐτῷ οἱ  Ἄγγλοι δύο μεγάλας σιδηρᾶς ἀποβάθρας. Ἐσχάτως δ' ἤρξατο ἐν αὐτῇ νά γίνηται καί εἰσαγωγή ἐμπορευμάτων ἐκ τῆς Εὐρώπης καί ἐξ' ἄλλων ἔτι χωρῶν...

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας εκείνη από τις πόλεις της Κύπρου που είχε γνωρίσει κάποια πρόοδο ήταν η Λάρνακα, κυρίως έδρα των ξένων εμπόρων, βασικότερο λιμάνι του νησιού και έδρα των ξένων διπλωματικών αποστολών (προξενεία και υποπροξενεία). Η Λεμεσός ήταν δευτερεύουσα πόλη, αν και βρίσκονταν εγκατεστημένες σ' αυτήν από τον 17ο αιώνα κι εξής, μερικές οικογένειες εμπόρων που οι δραστηριότητές τους αφορούσαν ειδικά τα προϊόντα της επαρχίας. Σαν λιμάνι η Λεμεσός εχρησιμοποιείτο ως ένα βαθμό. Στην πόλη λειτούργησαν και μερικά υποπροξενεία ξένων χωρών. Μεταξύ των γνωστότερων οικογενειών της Λεμεσού κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας και τις αρχές της Αγγλοκρατίας ήσαν η οικογένεια Φραγκούδη, η οικογένεια Πηλαβάκη, η οικογένεια Θεμιστοκλέους, κλάδος της οικογένειας Βοντιτσιάνου, η οικογένεια Λοφίτη, η οικογένεια Αποστολίδη, κλάδος της οικογένειας Καρύδη (ο Χριστόδουλος Καρύδης* υπήρξε ο πρώτος δήμαρχος της Λεμεσού από το 1878 μέχρι το 1885), η οικογένεια Λανίτη, η οικογένεια Αραούζου, η οικογένεια Παλαιολόγου, κλάδος της οικογένειας Περιστιάνη, η οικογένεια Ρωσσίδη, η οικογένεια Χατζηπαύλου (βλέπε Αρ. Κουδουνάρη, Μερικαί Παλαιαί Οἰκογένειαι τῆς Κύπρου, Λευκωσία, 1972).

 

Η Λεμεσός υπέφερε και αυτή από τις εκτεταμένες σφαγές των Τούρκων, που έγιναν σε παγκύπρια κλίμακα τον Ιούλιο του 1821. Ο Γ. Κηπιάδης αναφέρει στα απομνημονεύματα του μεταξύ των αποκεφαλισθέντων παραγόντων της Λεμεσού τον Χριστόφορον Αραπούδη, τον δημογέροντα Ανδρέα Δαβίδ, τον καλλίφωνον ψάλτην τῆς Ἀγίας Νάπας Γιονούζην, ενώ κατονομάζει και μερικούς άλλους που κατόρθωσαν, με διάφορους τρόπους, να σωθούν.

 

Το τέλος της Τουρκοκρατίας βρήκε τη Λεμεσό να είναι ένας ασήμαντος οικισμός με χαμηλά κι άσχημα σπίτια, με χωματόδρομους, κατοικημένη από Έλληνες και Τούρκους σε διαφορετικές συνοικίες. Ωστόσο καλύτερη εμφάνιση, με ωραία και καλά επιπλωμένα σπίτια, είχε η παραλιακή συνοικία της πόλης, όπου κατοικούσαν οι έμποροι, οι ναυτιλιακοί πράκτορες και οι υποπρόξενοι. Υπήρχε μάλιστα στην πόλη και μια άμαξα που είχε εισαχθεί από τη Βηρυτό. Η Λεμεσός, πάντως, είχε εντυπωσιάσει περισσότερο από κάθε άλλη πόλη της Κύπρου, τον S. Baker που έγραψε (Cyprus as I saw it in 1879) πως πρωτεύουσα [της Κύπρου] θα έπρεπε να είναι η Λεμεσός, η οποία θα γίνει το Λίβερπουλ της Κύπρου. Η Λευκωσία είναι εντελώς έξω από τις εμπορικές οδούς, είναι άχρηστη ως στρατηγική θέση ...είναι φρικωδώς θερμή ...υπάρχει απλώς διότι υπήρξε...

 

Αλλά και ο Η. Dixon (British Cyprus) θεωρεί τη Λεμεσό ως μοναδική στην Ανατολική Μεσόγειο, και όπως ο Baker, αντελήφθη και αυτός από την πρώτη επαφή του, με την έναρξη της αγγλικής κατοχής, τις προοπτικές που διαγράφονταν εξαιτίας των πολλών  πλεονεκτημάτων που συγκέντρωνε η πόλη και που είχαν παραμείνει για αιώνες αναξιοποίητα.

 

Η κατάληψη της Λεμεσού από τους Άγγλους έγινε με τον κατάπλουν στον κόλπο της του αγγλικού πολεμικού πλοίου «Παλλάς» στις 29 Ιουνίου 1878. Η είδηση για την αγγλική κατοχή του νησιού διεδόθη από το σπίτι του Πετράκη Λοΐζου, υποπροξένου της Αγγλίας στη Λεμεσό, και πολύς κόσμος συγκεντρώθηκε στην παραλία. Από το αγγλικό πολεμικό αποβιβάστηκε στρατιωτικό άγημα με επικεφαλής τον ταγματάρχη Sieger που πήγε στο μικρό φρούριο της πόλης (βρισκόταν στον χώρο που χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως αποθήκη του τελωνείου και — όπως ανεφέρθη και από τον Αθ. Σακελλάριο στο απόσπασμα που παρετέθη πιο πάνω — κατεδαφίστηκε από τους Άγγλους). Εκεί, αφού έγιναν οι πρώτες επαφές και συνεννοήσεις με τον Τούρκο διοικητή, υπεστάλη η τουρκική σημαία και υψώθηκε η αγγλική υπό τις ζητωκραυγές των Ελλήνων κατοίκων της πόλης. Σύντομα ανέλαβε καθήκοντα ο πρώτος Άγγλος διοικητής της Λεμεσού, που ήταν ο συνταγματάρχης Warren.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image