Λεμεσός πόλη

Εκπαίδευση, καλλιτεχνική ζωή, αθλητισμός, εκδηλώσεις

Image

Η Λεμεσός έχει να επιδείξει αξιόλογη πνευματική και καλλιτεχνική ζωή κατά τα τελευταία 120 περίπου χρόνια۬ σε διάφορους τομείς μάλιστα υπήρξε, σε μερικές περιπτώσεις, πρωτοπόρα.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας βρισκόταν, όπως εξάλλου και ολόκληρη η Κύπρος, σε πνευματικό και καλλιτεχνικό σκοτάδι. Οι σκληρές συνθήκες σκλαβιάς, η απομόνωση, η οικονομική εξαθλίωση, δεν επέτρεπαν καμιά πρόοδο και κανένα επίτευγμα στους τομείς της εκπαίδευσης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Καλύτερες συνθήκες δημιουργήθηκαν με την κατάληψη της Κύπρου από την Αγγλία το 1878, οπότε και δεν άργησε να διαφανεί και η ροπή των Λεμεσιανών προς τις πνευματικές και καλλιτεχνικές ενασχολήσεις.

 

Ωστόσο η πόλη, ως λιμάνι που ήταν, δεχόταν τους απόηχους τόσο από την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη, όσο και από τις γειτονικές χώρες και ιδιαίτερα την Αίγυπτο όπου υπήρχε αξιόλογη ελληνική παροικία. Από τα τέλη της Τουρκοκρατίας άρχισαν, ιδίως με πρωτοβουλία της Κυπριακής Εκκλησίας, ν' αναπτύσσονται τα γράμματα (στην πόλη ιδρύθηκε η πρώτη Ελληνική Σχολή το 1819). Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα έζησαν και δίδαξαν στη Λεμεσό αρκετοί ικανοί εκπαιδευτικοί, μερικοί από τους οποίους ήσαν και λόγιοι - συγγραφείς. Οι κυριότεροι μνημονεύονται στο επόμενο κεφάλαιο για την εκπαίδευση στην πόλη της Λεμεσού και οι αξιολογότεροι περιλαμβάνονται και σε χωριστά λήμματα στη Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια.

 

Μεταξύ των πρωτοπόρων πνευματικών δημιουργών που έζησαν και έδρασαν στη Λεμεσό ήσαν ο Γεώργιος Λουκάς* από το Όμοδος, ο Ευρυβιάδης Φραγκούδης* που διετέλεσε και προξενικός πράκτωρ της Σουηδίας και της Νορβηγίας στη Λεμεσό, ο Δημήτριος Νικολαΐδης, σπουδασμένος στην Ιόνιο Ακαδημία, ο Δημήτριος Θεμιστοκλής* και ο γιος του, μεγάλος δάσκαλος της Λεμεσού Ανδρέας Θεμιστοκλέους*, ο νομικός, ποιητής και βουλευτής Ονούφριος Ιασονίδης*, ο γιατρός, δήμαρχος της πόλης και ποιητής Ιωάννης Καραγεωργιάδης*, ο Μενέλαος Φραγκούδης*, η εκπαιδευτικός και ποιήτρια Πολυξένη Λοϊζιάς* και άλλοι.

 

Στη Λεμεσό έζησε κι εργάστηκε για πολλά χρόνια, μέχρι τον θάνατό του στο πτωχοκομείο της πόλης, ο εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης* που καταγόταν από το Λευκόνοικο. Στη Λεμεσό έγραψε τα σημαντικότερα ποιήματά του κι εξέδωσε κι εφημερίδα.

 

Η πρώτη εφημερίδα που εκδόθηκε στη Λεμεσό ήταν η Ἀλήθεια*. Εξεδόθη από τον Αριστοτέλη Παλαιολόγο* το 1880, που την διηύθυνε μέχρι το 1897, οπότε την ανέλαβε ο Μ. Φραγκούδης. Ο Στυλιανός Χουρμούζιος* εξέδωσε την επίσης σημαντική εφημερίδα Σάλπιγξ*, ενώ στα 1885 και η αγγλόφωνη Cyprus Herald. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης εξέδωσε το 1891 την έμμετρη σατιρική αλλά βραχύβια εφημερίδα Ὁ Διάβολος. Το 1897 κυκλοφόρησε και άλλη εφημερίδα, η Ἀναγέννησις. Η έκδοση εφημερίδων στην πόλη συνεχίστηκε κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα: Ο Κήρυξ εξεδόθη το 1913, η Ἠχώ τῆς Κύπρου το 1920, όπως και το φως που ήταν και η πρώτη ημερήσια. Άλλες εφημερίδες της εποχής του Μεσοπολέμου ήσαν η Ἐργασία, η Μικρούλα, ο Πειρασμός, ο Πυρσός, ο Μῶμος, ο Ρόκανος, ο Νέος Ἄνθρωπος, ο Χρόνος του Δ. Δημητριάδη*, γνωστού με το ψευδώνυμο «Ντόριαν», ο Παρατηρητής του Πάνου Φασουλιώτη*, η αξιόλογη γελοιογραφική εφημερίδα του Γιώργου Φασουλιώτη* Τό Γέλιο, επίσης η Καμπάνα και η Ἀνατολή.

 

Το πρώτο τυπογραφείο λειτούργησε στη Λεμεσό το 1880, κι ήταν εκείνο της εφημερίδας Ἀλήθεια. Λίγο αργότερα λειτούργησε και το τυπογραφείο της Σάλπιγγος. Σε τυπογραφείο της Λεμεσού εξεδόθη το 1909, από τον Ηρακλή Χατζηγιώργη, ο πρώτος χάρτης της Κύπρου στην ελληνική γλώσσα. Ο Στυλιανός Χουρμούζιος εισήγαγε τα πρώτα τυπογραφικά στοιχεία βυζαντινής μουσικής κι εξέδωσε το 1915 το πρώτο στην Κύπρο βιβλίο βυζαντινής μουσικής, που ήταν δικό του κι είχε τίτλο Ἐθνική Μοῦσα. Στην πόλη άρχισαν να εκδίδονται και αρκετά βιβλία και σύντομα λειτούργησαν και βιβλιοπωλεία (πρώτο το βιβλιοπωλείο της εφημερίδας Ἀλήθεια, αμέσως μετά το βιβλιοπωλείο του Ελευθεριάδη κι ένα τρίτο που ονομάστηκε «Ἡ Πρόοδος». Ένα τέταρτο που άνοιξε λίγο αργότερα, ονομαζόταν «Ἡ Σύγχυση»! Τα περισσότερα βιβλία εισάγονταν άδετα από την Ελλάδα και την Αίγυπτο και γρήγορα εμφανίστηκαν στην πόλη και τα πρώτα βιβλιοδετεία.

 

Τα τέλη του 19ου αιώνα εργάστηκαν στη Λεμεσό και μερικοί ζωγράφοι - αγιογράφοι. Γνωστός ήταν ο αγιογράφος Χαράλαμπος που παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στη Γερμανία, αλλά στη Λεμεσό ακολούθησε τη συνηθισμένη μοίρα των καλλιτεχνών και πέθανε πάμπτωχος το 1891. Το 1898 έφθασε στην πόλη ο αγιογράφος Μπιλίρης από την Κάλυμνο, που ζωγράφισε αρκετές εικόνες αλλά έκανε και τον ταμπελογράφο. Επίσης Καλυμνιώτης ήταν και ο σύγχρονός του Μιχαήλ Κουφός, που άνοιξε στη Λεμεσό σχολή ζωγραφικής. Στα τέλη του 19ου αιώνα έγινε έκθεση έργων των μαθητών του, στο οίκημα της λέσχης «Ισότης». Ήταν, ίσως, η πρώτη έκθεση ζωγραφικής που έγινε στην Κύπρο. Στην πόλη εργάστηκαν και δυο Ιταλοί ζωγράφοι, ο Ιωσήφ Κωνστάντζο και Υιός, που κατασκεύαζαν πορτραίτα, διόρθωναν εικόνες, διακοσμούσαν καθρέφτες και έφτιαχναν και ταμπέλες καταστημάτων. Ο Μιχαήλ Κουφός άρχισε, λίγο αργότερα, να διδάσκει ιχνογραφία και καλλιγραφία στα σχολεία της πόλης και μετά απ' αυτόν δίδαξαν αρκετοί άλλοι: ο παπά Μακούλης, ο ζωγράφος Λουκάς, ο Καρλετίδης, ο Γιαβόπουλος κ.ά. Προσωπογραφίες έφτιαχνε κι ένας άλλος ζωγράφος, ο Αφάμης. Με τη ζωγραφική ασχολήθηκε κι ο εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης.

 

Στον τομέα της γλυπτικής τα πράγματα ήσαν πιο δύσκολα. Στις αρχές του 20ού αιώνα είχε εργαστήριο στην πόλη ο Όθων Σπύρου κι αργότερα εργάστηκε, χρησιμοποιώντας την πέτρα, ο Χρυσόστομος Περδίος.

 

Από τα τέλη του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και ο πρωτοπόρος φωτογράφος — ιταλικής καταγωγής — Ι. Φώσκολος στον οποίο οφείλεται μια μοναδική και τόσο πολύτιμη σειρά φωτογραφιών/ καρτών από τη Λεμεσό και από ολόκληρη την Κύπρο, αξιόλογη μαρτυρία μιας ολόκληρης εποχής. Ο Φώσκολος εργάστηκε και κατά τις αρχές του 20ού αιώνα και το 1901 άνοιξε και δεύτερο φωτογραφείο στη Λεμεσό με βοηθό του τον Θεοδωρίκο. Μαθητής του Φώσκολου υπήρξε και ο γνωστός φωτογράφος της Λεμεσού, ο Αρμένιος Εδουάρδος Βοσκεριτσιάν. Από τα τέλη του 19ου αιώνα άνοιξε φωτογραφείο στη Λεμεσό και ο επίσης Αρμένιος Παπαζιάν. Κοντά σ' αυτούς τους επαγγελματίες φωτογράφους εργάστηκαν βέβαια και αρκετοί πλανόδιοι, που για χρόνια αποτελούσαν οι ίδιοι γραφικές φιγούρες.

 

Οι Άγγλοι έφεραν μαζί τους στην Κύπρο το 1878 τον «αέρα» της Ευρώπης και νέους τρόπους ψυχαγωγίας και διασκεδάσεως. Παράδειγμα οι ιπποδρομιακοί αγώνες που άρχισαν να οργανώνονται στη Λεμεσό από το 1879 με συμμετοχή, αρχικά, μόνο Άγγλων, σύντομα όμως άρχισαν να τους συναγωνίζονται και οι Λεμεσιανοί. Εὐχόμεθα ἐπιτυχίαν εἰς τούς ἡμετέρους ἵππους καί τούς ἀναβάτας στάς — όπως τις ονόμαζε ἱπποδρομιακάς διασκεδάσεις η εφημερίδα, πράγμα που σημαίνει ότι άρχισαν από τότε να συμμετέχουν και Κύπριοι, με κυπριακά άλογα. Το 1912 ιδρύθηκε η Ιππική Εταιρεία Λεμεσού που δεν έζησε όμως για πολύ αφού αργότερα μονοπώλησε τις ιπποδρομίες η πρωτεύουσα Λευκωσία.

 

Στο μεταξύ εμφανίστηκαν στην πόλη και νέου είδους μαγαζιά. Μια ξένη, ονόματι Ρόζα,   άνοιξε την πρώτη μπυραρία στα τέλη του 19ου αιώνα. Το Μπαρ Σκυριανίδη απετέλεσε χώρο διαφόρων εκδηλώσεων. Το Ακταίον στην παραλία έγινε διάσημο με το πρόγραμμά του στο οποίο μετείχαν ξένες χορεύτριες, ακροβάτες και άλλοι. Το 1888 άρχισε να λειτουργεί χοροδιδασκαλείο από τον Χρ. Γεωργιάδη. Σχολή χορού άνοιξε λίγο αργότερα και κάποιος Συμεωνίδης. Άρχισαν να οργανώνονται πλέον στην πόλη συχνότερα διάφορες χοροεσπερίδες. Το 1912 ιδρύθηκε ο Χορευτικός Όμιλος Λεμεσού που οργάνωνε τακτικά χορούς. Το 1898 ιδρύθηκε το πρώτο Κομιτάτο που ανέλαβε να διοργανώνει το Καρναβάλι*. Το 1906 σχηματίστηκε άλλο Κομιτάτο που κατόρθωσε να ξεπεράσει σιγά - σιγά τις δυσκολίες και να καθιερώσει το Καρναβάλι ως ετήσιο θεσμό και μια από τις πιο σημαντικές εκδηλώσεις της Λεμεσού. Το 1904 έγινε στο καφενείο Αθήναιον η πρώτη έκθεση ανθέων που εξελίχθηκε στα κατοπινά χρόνια σε γιορτή των ανθεστηρίων.

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα και για αρκετά χρόνια, ακόμη και μέχρι τα χρόνια μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, δημοφιλές θέαμα στη Λεμεσό ήταν κι ο Καραγκιόζης*. Παραστάσεις έδιναν τακτικά Ελλαδίτες και Κύπριοι καραγκιοζοπαίκτες.

 

Από τα τέλη του 19ου αιώνα ανακάλυψαν τη Λεμεσό και αρκετοί ξένοι περιοδεύοντες ταχυδακτυλουργοί, υπνωτιστές, μάγοι και ακροβάτες, που έδιναν κάθε τόσο παραστάσεις.

 

Το θέατρο υπηρετήθηκε επίσης πιστά στη Λεμεσό, για πολλές δεκαετίες. Κάποιες ερασιτεχνικές προσπάθειες είχαν αρχίσει από την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας και παρά τις δυσκολίες — με κυριότερη την αντίδραση των τουρκικών αρχών — δίνονταν μερικές παραστάσεις αποκλειστικά από άνδρες «ηθοποιούς», σε σπίτια. Το 1878 οι Άγγλοι στρατιωτικοί της περιοχής Λεμεσού ίδρυσαν ένα «Βασιλικό Θέατρο» (!) που έδωσε παράσταση με θέμα τον γάμο του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου και της Βερεγγάριας στη Λεμεσό. Επρόκειτο για παντομίμα που οι Λεμεσιανοί παρακολούθησαν με πολλή περιέργεια. Αργότερα άρχισαν να επισκέπτονται την πόλη ελλαδικοί θίασοι, καθοδόν από ή προς την Αίγυπτο. Άλλοι από τους θιάσους ήσαν περισσότερο μπουλούκια, άλλοι όμως ήσαν σοβαροί, με γνωστούς πρωταγωνιστές και αξιόλογο πρόγραμμα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν και μουσικοί θίασοι. Στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα επισκέφτηκαν τη Λεμεσό οι αθηναϊκοί θίασοι «Θέσπις» (με έργα όπως τις «Δυο Ορφανές»), «Θίασος Καζούρη και Ποφάντη» (με κωμειδύλλια), ξανά ο «Θέσπις» (με έργα Σαίξπηρ), ο θίασος «Αθήναι» («Άμλετ» του Σαίξπηρ), οι ηθοποιοί Αγγελάκης και Απέργης κ.α. Στις αρχές του 20ού αιώνα επισκέφτηκαν τη Λεμεσό θίασοι με επικεφαλής μεγάλα ονόματα της αθηναϊκής σκηνής (Κοτοπούλη, Παντόπουλος, Βεάκης, Νέζερ, Αργυρόπουλος κ.ά). Κοντά στους ελληνικούς θιάσους εμφανίζονταν και μερικοί ξένοι που παρουσίαζαν και όπερες που πολλοί τις παρακολουθούσαν κι ελάχιστοι τις καταλάβαιναν.

 

Στο μεταξύ εντάθηκε και η δραστηριότητα των Λεμεσιανών ερασιτεχνών, που συγκροτούσαν δικούς τους θιάσους περιστασιακά και παρουσίαζαν θεατρικά έργα τα οποία συχνά εμπλουτίζονταν και με απαγγελίες ή άσματα που συμπλήρωναν το πρόγραμμα. Γύρω στο 1890 άρχισε να δίνει παραστάσεις και η Ελληνική Σχολή της Λεμεσού (με έργα όπως το δράμα «Γάσπαρος ό Ἁλιεύς», το πατριωτικό «Μάρτυρες τοῦ Ἀρκαδίου», την κωμωδία «Ἀποκριάτικο Μασκαραλίκι» κ.ά.). Γιορτές με καλλιτεχνικό περιεχόμενο άρχισε να διοργανώνει και το Παρθεναγωγείο της Λεμεσού.

 

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε ζήτημα εξαιτίας τολμηρών παραστάσεων ελλαδικού θιάσου όταν νεαρή ηθοποιός που υποδυόταν την αρχαία εταίρα Φρύνη γυμνώθηκε στη σκηνή. Το ίδιο συνέβη και με το έργο «Δαλιδά», με αποτέλεσμα να προκληθούν επεισόδια και να οργανωθούν χωριστές παραστάσεις για άνδρες και για γυναίκες.

 

Το 1911 ιδρύθηκε από Λεμεσιανούς θεατρική ομάδα στην οποία μετείχαν οι αδελφοί Αριστείδης και Αλέκος Ζήνων (ο δεύτερος έγινε αργότερα δήμαρχος), ο Κλέων Περιστιάνης, ο Γιάγκος Ρωσσίδης, ο Αριστόδημος Πηλαβάκης και ο Μιχάλης Μακρίδης. Η ομάδα παρουσίασε με επιτυχία το έργο «Ο Ανακριτής». Σε λίγο τόλμησαν να εμφανισθούν στη σκηνή και οι πρώτες κοπέλες: οι αδελφές Γεωργία και Ελένη Λοφίτου, η Μαρία Ελευθερίου - Γκαφφιέρο, η Δρυάς Ευθυβούλου κ.α. Στα χρόνια που ακολούθησαν πρωτοστατούσε και ο Νίκος Νικολαΐδης, γνωστός για το μοναδικό σε πλούτο θεατρικό του αρχείο. Ο Αριστείδης Ζήνων δοκίμασε να ιδρύσει και δραματική σχολή το 1915, όμως δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος. Στο μεταξύ τα εκπαιδευτήρια της πόλης άρχισαν να ανεβάζουν αρχαίες τραγωδίες, ενώ από το 1920 έγινε γνωστή και η επιθεώρηση. Το 1936 είχε θεατρική ομάδα ακόμη και η αστυνομία της πόλης, ενώ από το 1938 άρχισαν να οργανώνουν εσπερίδες και οι δικηγόροι της Λεμεσού, με πολλή επιτυχία.

 

Από το 1913 άρχισε να λειτουργεί στην πόλη και το πρώτο θεατρικό κτίριο, το Θέατρο Χατζηπαύλου. Μέχρι τότε οι παραστάσεις δίνονταν σε κέντρα και σπίτια που διασκευάζονταν πρόχειρα σε «θεατρικούς» χώρους. Λίγα χρόνια αργότερα κτίστηκαν τα γνωστά κινηματοθέατρα της πόλης (Γιορδαμλή, Ριάλτο κ.ά.) που γνώρισαν ημέρες δόξας στις δεκαετίες του 1930-1960. Στις άνετες αίθουσές τους δίνονταν παραστάσεις επιπέδου, ακόμη και όπερες, με σκηνογραφίες κυρίως του Γιώργου Μαυρογένη. Ο Μαυρογένης και ο Ρασίτ συναγωνίζονταν και στον φαντασμαγορικό διάκοσμο των αιθουσών για τους μεγάλους καρναβαλίστικους χορούς που ήσαν πράγματι κάτι το εντελώς ξεχωριστό.

 

Από τις αρχές του 20ού αιώνα έγινε γνωστός στη Λεμεσό και ο κινηματογράφος.

 

Στη Λεμεσό υπηρετήθηκε επάξια και η μουσική. Ήδη από το 1891 άρχισε να διδάσκεται στα σχολεία της πόλης το μάθημα της μουσικής, με δάσκαλο τον Χρίστο Αποστολίδη. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να διδάσκει «ἐκκλησιαστικήν και ἐξωτερικήν μουσικήν, ἐνδώσας εἰς τάς προτροπάς πολλῶν», ο Στυλιανός Χουρμούζιος. Σύντομα και άλλοι άρχισαν να παραδίδουν διάφορα μαθήματα «κλειδοκυμβάλου (=πιάνου), κιθάρας, μαντολίνου και ὅλων των πνευστών», με δίδακτρα αρκετά ψηλά, αλλά «μέχρις εκμαθήσεως». Από δε τις αρχές του 20ού αιώνα άρχισαν να οργανώνονται και συναυλίες. Από το 1891 ιδρύθηκε η φιλαρμονική Εταιρεία ο Απόλλων, με διευθυντή τον μουσικό Θεόδωρο Γεράρδο. Η Εταιρεία, που φιλοδοξούσε όπως ἡΛεμεσός φθάσῃ τό μουσικόν ἐπίπεδον τῶν Λαρνακέων, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Το 1913 ο Γεώργιος Χουρμούζιος ίδρυσε τη Μεικτή Χορωδία και Μαντολινάτα που για αρκετά χρόνια έδινε συναυλίες κι έκανε περιοδείες στην Κύπρο. Σταθμό στα μουσικά πράγματα της πόλης απετέλεσε η ίδρυση του Αθλητικού και Μουσικού Συλλόγου «Άρης»* το 1930. Το μουσικό τμήμα του συλλόγου διηύθυνε πρώτος ο Λούβρης. Το 1939 το ανέλαβε ο κορυφαίος μουσουργός Σόλων Μιχαηλίδης*, μέχρι το 1956. Πρώτος ο «Άρης» ανέβασε στην Κύπρο όπερα («Διδώ και Αινείας») σε συνεργασία με τον μουσικό σύλλογο «Μότσαρτ» της Λευκωσίας, το 1951. Ο «Άρης» ανέβασε επίσης θεατρικά έργα. Η χορωδία του εξακολουθεί και σήμερα να πρωταγωνιστεί σε μουσικές δραστηριότητες.

 

Στον τομέα του αθλητισμού η Λεμεσός υπήρξε επίσης πρωτοπόρος. Το αθλητικό πνεύμα προώθησαν στην πόλη ο μεγάλος δάσκαλος Ανδρέας Θεμιστοκλέους, ο πολιτευτής Ν. Κλ. Λανίτης* κ.α. που από νωρίς ενέταξαν το μάθημα της γυμναστικής στα σχολεία. Μαθητικοί αγώνες άρχισαν να οργανώνονται από το 1890. Οι Θεμιστοκλέους, Λανίτης και άλλοι (μεταξύ των οποίων ο μετέπειτα δήμαρχος και ηρωικός νεκρός των Βαλκανικών πολέμων Χριστόδουλος Σώζος*) ίδρυσαν το 1892 τον Γ.Σ.Ο. (Γυμναστικός Σύλλογος «Ολύμπια»*), τον πρώτο στην Κύπρο και τον δεύτερο αρχαιότερο σ' ολόκληρο τον Ελληνισμό. Ο Γ.Σ.Ο. πρόσφερε μέγιστες υπηρεσίες όχι μόνο στον κυπριακό αλλά και στον πανελλήνιο αθλητισμό κι έδωσε μεγάλους αθλητές και αθλήτριες στα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς και την πρώτη Ελληνίδα αθλήτρια που πήρε μέρος σε Ολυμπιακούς Αγώνες, τη Δομνίτσα Λανίτου* - Καβουνίδου, κόρη του Ν. Κλ. Λανίτη που υπήρξε κι ο ίδιος αθλητής και πρόεδρος του Γ.Σ.Ο. Ο Γ.Σ.Ο. ήταν εκείνος που διοργάνωσε για πρώτη φορά Παγκύπριους Αγώνες, στη Λεμεσό το 1896. Το 1899 φιλοξένησε τους Γ' Παγκύπριους Αγώνες κι αργότερα και άλλους. Το 1925 πρωτοπόρησε και πάλι, οργανώνοντας στη Λεμεσό τους πρώτους Πανελλήνιους Αγώνες στην Κύπρο. Επίσης ο Γ.Σ.Ο. οργάνωσε για πρώτη φορά θαλάσσιους αγώνες το 1898 που περιελάμβαναν και λεμβοδρομίες. Από νωρίς έγινε γνωστό στην πόλη και το ποδόσφαιρο, που το εισήγαγαν οι Άγγλοι, και το 1899 ιδρύθηκε στη Λεμεσό το πρώτο ποδοσφαιρικό σωματείο, ο Ποδοσφαιρικός Όμιλος. Σύντομα ίδρυσε ποδοσφαιρική ομάδα και ο Γ.Σ.Ο., ενώ άρχισε να κερδίζει έδαφος ακόμη ένα άθλημα που εισήγαγαν οι Άγγλοι, η αντισφαίριση. Σήμερα η Λεμεσός έχει τα ακόλουθα αθλητικά σωματεία Α' κατηγορίας (για τα οποία βλέπε στα ανάλογα λήμματα): Αθλητική Ένωσις Λεμεσού (ΑΕΛ), Απόλλων, Άρης. Υπάρχουν και άλλα που δεν ανήκουν στην Α' κατηγορία. Δραστήριος είναι και ο Ναυτικός Όμιλος Λεμεσού (Ν. Ο.Λ.), ενώ στην πόλη εδρεύουν και οι προσφυγοποιηθέντες Ναυτικοί Όμιλοι Αμμοχώστου και Κερύνειας και άλλα σωματεία.

 

Μεταξύ των παραδοσιακών εκδηλώσεων που εξακολουθούν να διοργανώνονται κάθε χρόνο στην πόλη είναι το Καρναβάλι, ο Κατακλυσμός και η Γιορτή του Κρασιού (για τις οποίες βλέπε ανάλογα λήμματα). Από χρόνια οργανώνεται και το ετήσιο Καλλιτεχνικό φεστιβάλ με συμμετοχή γνωστών συγκροτημάτων από πολλές χώρες του κόσμου.

 

Κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα η Λεμεσός είχε γνωρίσει μέρες ακμής ως η πόλη της χαράς και του γλεντιού. Τούτο την έκανε ιδιαίτερα ελκυστική και αγαπητή σε όλους τους Κυπρίους, πολλοί από τους οποίους την επισκέπτονταν για να ζήσουν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της που οφειλόταν κυρίως στους ανθρώπους της. Παγκύπρια γνωστοί ήσαν οι διακρινόμενοι για το πνεύμα τους Λεμεσιανοί, των οποίων οι περιπέτειες αποτελούσαν παγκύπρια ανέκδοτα ۬ μεταξύ αυτών, ξεχώριζαν οι ομάδες των δικηγόρων της, των πολιτευτών και των καλλιτεχνών της. Αλλά κι ολόκληρος ο λαός της πόλης, που έσμιγε και διασκέδαζε σε κάθε ευκαιρία, συχνά διχαζόταν μετέχοντας με πάθος σε σοβαρά γεγονότα (αρχιεπισκοπικό ζήτημα [1900-1910], δημαρχιακές εκλογές, βουλευτικές εκλογές κ.ά.), για να ξανασμίξει πάλι σε γιορτές χαράς όπως το Καρναβάλι, ξεχυνόμενος στους δρόμους μαζί με τις φημισμένες ομάδες των κανταδόρων της πόλης. Εξάλλου, μιλώντας για πολιτική ζωή, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή ήταν ιδιαίτερα έντονη στη Λεμεσό κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας. Μεταξύ άλλων, ας αναφερθεί ότι στη Λεμεσό είχαν σχηματιστεί και οι πρώτοι πυρήνες κομμουνιστών κι εδώ ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό* Κόμμα Κύπρου το 1926.

 

Μεταξύ των πνευματικών ανθρώπων της Κύπρου, από την πόλη και επαρχία της Λεμεσού κατάγονται και οι ακόλουθοι (αλφαβητική σειρά, χωρίς αξιολόγηση): Σταύρος Αγγελίδης, Πάμπης Αναγιωτός, Ιάνθη Αρμένη, Χριστάκης Γεωργίου, Πυθαγόρας Δρουσιώτης, Βενέδικτος Εγγλεζάκης, Αριστείδης Ζήνων, Βίκτωρ Ζήνων, Ονούφριος Ιασονίδης, Αντώνης Ιντιάνος, Μαρία Ιωάννου, Ιωάννης Καραγεωργιάδης (άνκαι γεννήθηκε στη Λευκωσία, έζησε στη Λεμεσό και υπηρέτησε και ως δήμαρχος της πόλης), Αριστείδης Κουδουνάρης, Μαρίνος Κουσουμίδης, Νικόλαος Κλ. Λανίτης, Πολυξένη Λοϊζιάς, Μιχαήλ Λουλλουπής, Κώστας Μακρίδης, Ιόλη Μουστερή, Κώστας Ολύμπιος, Πανίκος Παιονίδης, Ρόης Παπαγγέλου, Λούης Περεντός, Ευέλθων Πιτσιλλίδης, Μιχάλης Πιτσιλλίδης, Δημήτρης Ποταμίτης, Νικόλαος Σαρίπολος, Κώστας Σερέζης, Γιώργος Σιβιτανίδης, Λίνα Σολομωνίδου, Κύπρος Τόκας, Κρίτων Τορναρίτης, Ξενοφών Φαρμακίδης, Γιώργος Φασουλιώτης, Πάνος Φασουλιώτης, έξι μέλη της οικογένειας Φραγκούδη, Τερέζα Χατζηπαύλου, Αιμίλιος Χουρμούζιος (όλοι από την πόλη της Λεμεσού). Από την επαρχία Λεμεσού: Λούλα Γεωργιάδου, Δημήτριος Δημητριάδης, Τάκης Ευδόκας, Λεόντιος Ευστράτιος, Κυριάκος Καραμάνος, Νέαρχος Κληρίδης, αρχιμανδρίτης Κυπριανός, Θεοφάνης Λογαράς, Πολύβιος Νικολάου, Ελένη Αυτονόμου - Νικολαΐδου, Έλλη Παιονίδου, Θεόδωρος Παπαδόπουλλος, Άντρος Παυλίδης, Νεόφυτος Ροδινός, Θεόδωρος Στυλιανού, Γεώργιος Φίλης, Χρίστος Χατζήπαπας.

 

Μεταξύ των καλλιτεχνών, από την πόλη και επαρχία της Λεμεσού κατάγονται: Στέλιος Αργύρης, Νίκος Αργύρης, Μόνικα Βασιλείου (γεννήθηκε εκτός Κύπρου), Σπύρος Δημητριάδης, Δήμητρα Δημητριάδου, Φλωρεντία Δημητρίου, Ανδρέας Εφεσόπουλος, Γιώργος Ευγενίου, Βίκτωρ Ιωαννίδης, Μιχάλης Κακογιάννης, Δώρα Κακουράτου, Κυπριανός Κατσαρής, Ευανθία Κούμα, Έλλη Κυριακίδου, Γιούλικα Λακερίδου, Κίκος Λανίτης, Θάμυρος Μακρίδης, Νίκη Μαραγκού, Τασούλα Μαυρέλλη, Πάνος Μαυρέλλης, Γιώργος Μαυρογένης, Γώγος Μιχαηλίδης (Μουτσοχίτο), Στέλλα Μιχαηλίδου, Μαρίνος Μιτέλλας, Θεόδουλος Μορέας, Θεόδωρος Μορίδης, Σωτήρης Μουστάκας, Χρίστος Παπαδόπουλος, Ανδρέας Ποταμίτης, Φαίδων Ποταμίτης, Όλγα Ποταμίτου, Μόνα Σαββίδου, Δώρα Ορόντη - Σιάντου, Γιώργος Σκοτεινός, Φαιδρός Στασίνος, Μαρία Σταυρινού, Καίτη Φασουλιώτη - Στεφανίδου, Μάριος Τόκας, Τάκης Φραγκούδης, Κώστας Χαραλαμπίδης, Ελένη Χαρικλείδου.

 

Στη Λεμεσό έζησαν κι έδρασαν κατά καιρούς και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες, καταγόμενοι από άλλες περιοχές της Κύπρου κι εκτός αυτής. Η πόλη και η επαρχία ανέδειξαν και πολλούς επιστήμονες που διέπρεψαν στην Κύπρο ή και στο εξωτερικό, σε διάφορους τομείς.

 

Εκπαίδευση: Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για ύπαρξη και λειτουργία κάποιων υποτυπωδών εκπαιδευτηρίων στην πόλη της Λεμεσού πριν από τις πρώτες δυο δεκαετίες του 19ου αιώνα. Μπορούμε να υποθέσουμε πως κάποιοι ιερείς, ή και μερικοί άλλοι που γνώριζαν ελάχιστα βασικά πράγματα, δίδασκαν λίγους μαθητές — αν υπήρχαν μαθητές — όπως συνέβαινε και σε άλλα μέρη της Κύπρου. Η πρώτη σημαντική ενέργεια στον τομέα της εκπαίδευσης στην πόλη της Λεμεσού ήταν η απόφαση για ίδρυση Ελληνικής Σχολής το 1819 από τους ίδιους τους κατοίκους, ύστερα από συνέλευσή τους. Την προσπάθεια υιοθέτησε αμέσως ο τότε αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο εθνομάρτυρας Κυπριανός*, που έδωσε και τη μεγαλύτερη συνδρομή από 6.000 γρόσια. Συνεισέφεραν επίσης ο κοτζαμπάσης της Κύπρου Ανδρέας Σολομωνίδης* 2.500 γρόσια, ο Κυπριανός Θησεύς* 2.000 γρόσια, ο εθνομάρτυρας ηγούμενος Κύκκου Ιωσήφ* 2.000 γρόσια, ενώ μικρότερα ποσά συνεισέφεραν και αρκετοί άλλοι εκκλησιαστικοί και λαϊκοί παράγοντες, απ' όλες σχεδόν τις πόλεις της Κύπρου. Η πρώτη σχολική επιτροπή που συνεστήθη αποτελείτο από τους Δημ. Χαραλαμπίδη, Νικ. Φραγκούδη, Λαμπριανό Χατζηιωάννου και Ιωαννίκιο ιερομόναχο, εφημέριο της Αγίας Νάπας. Πρώτος δάσκαλος της Σχολής ανέλαβε ο αξιόλογος εκπαιδευτικός Δημήτριος Θεμιστοκλής* (ή Θεμιστοκλέους) που δίδαξε μέχρι το 1821 οπότε εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα, κι έθεσε τις βάσεις της εκπαίδευσης στην πόλη.

 

Το 1821, εξαιτίας των τραγικών γεγονότων και σφαγών, η Ελληνική Σχολή Λεμεσού ανέστειλε τη λειτουργία της και, μέχρι το 1823, δίδασκαν τα στοιχειώδη γράμματα οι ιερείς. Η Σχολή είχε στεγαστεί σε οικοδόμημα της Αγίας Νάπας, όπου ιδρύθηκε και βιβλιοθήκη, λειτούργησε δε όχι χωρίς σοβαρά προβλήματα.

 

Το 1834 ιδρύθηκε στην πόλη το πρώτο Αλληλοδιδακτικόν σχολείο, με επικεφαλής του Γεώργιο Σαλλουμίδη που ήλθε στην Κύπρο από το ορφανοτροφείο της Αίγινας. Την ίδια εποχή δίδαξε και ο Χριστόδουλος Βασιλειάδης από το Όμοδος, μέχρι το 1838 οπότε μετανάστευσε στην Αίγυπτο. Μετά τον Βασιλειάδη δίδαξε ο Μάρκος Ανδρεάδης, γιος του προκρίτου Ανδρέα Δαυίδ κι ανεψιός του Γεωργίου Μασούρα (που και οι δυο αποκεφαλίστηκαν από τους Τούρκους το 1821). Ο Ανδρεάδης δίδαξε από το 1838 μέχρι το 1841 οπότε εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα κι αργότερα στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

 

Κατά το 1841 ιδρύθηκε στη Λεμεσό το πρώτο δημόσιο σχολείο με πρωτοβουλία διαφόρων παραγόντων της πόλης, όπως ο Γ. Ελευθερούδης, ο Ν. Φραγκούδης, ο Γ. Σιβιτανίδης, ο Ι. Ιασονίδης, ο Γ. Πηλαβάκης κ.α.

 

Από έγγραφο ημερομηνίας 29.1.1860 που υπεβλήθη από τους Λεμεσιανούς στον μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο, και στο οποίο γίνεται αναφορά για την εκπαίδευση στην πόλη της Λεμεσού, πληροφορούμαστε τα ακόλουθα:

 

... Τά ἐν τῇ πόλει μας σχολεῖα εἰσί τρία, εἰς μέν τά δύο διδάσκονται τά κοινά γράμματα κατά τήν τάξιν τῆς Ἀλληλοδιδακτικῆς Μεθόδου, εἰς δε τό ἕτερον τά στοιχειώδη μαθήματα τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης. Ἐπωνυμίαν δέν ἔχουν, παρά τήν τῆς ἐκκλησίας εἰς ἥν ἀνήκουν οἶον τό μέν ἓν Ἀλληλοδιδακτικόν μετά τοῦ  Ἑλληνικοῦ  Ἁγίας Νάπας, τό δέ ἕτερον Ἀλληλοδιδακτικόν Καθολικῆς... Εἰς τό μέν Ἑλληνικόν διδάσκονται 20 ἂρρενα εἰς δέ τό Ἀλληλοδιδακτικόν 80 ἐπίσης ἄρρενα καί εἰς τό τῆς Καθολικῆς 40 ἅπαντα ἄρρενα. Εἰς ἕκαστον σχολεῖον παραδίδει εἷς καί μόνον διδάσκαλος. Οὐδέν τῶν σχολείων τούτων ἔχει ἀφιερώματα ἤ  ἄλλα τακτικά εἰσοδήματα. Συντηροῦνται δέ προσωρινῶς ἐκ συνδρομῶν τῶν κατοίκων, τοῦ  ἀρχιερέως καί τῶν πατέρων τῶν διδασκομένων παίδων...

 

Τη διεύθυνση του ελληνικού σχολείου (Σχολαρχείου), που ιδρύθηκε το 1841, ανέλαβε ο αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Ευγενιάδης από το Όμοδος, που δίδαξε μέχρι το 1848 οπότε μετανάστευσε κι αυτός στην Αλεξάνδρεια όπου και πέθανε το 1861. Τον αντικατέστησε ο Δημήτριος Λανίτης Νικολαΐδης*, αξιόλογος εκπαιδευτικός, που δίδαξε από το 1848 μέχρι το 1865. Είχε σπουδάσει στην ακμάζουσα τότε Ιόνιον Ακαδημία της Κέρκυρας κι αργότερα διετέλεσε προξενικός πράκτωρ της Ελλάδας στην Κύπρο και, μετά την αγγλική κατοχή, βουλευτής.

 

Τον Λανίτη Νικολαΐδη αντικατέστησε ο Δημήτριος Βενετοκλής από τη Ρόδο, αφού από το 1865 μέχρι το 1867 καταβάλλονταν προσπάθειες να βρεθεί δάσκαλος, μετά την αποχώρηση του Νικολαΐδη. Ο Βενετοκλής δίδαξε για 3 χρόνια (1867-70), από δε το 1870 ανέλαβε τη διεύθυνση της Ελληνικής Σχολής Λεμεσού ο μεγάλος δάσκαλος της Λεμεσού Ανδρέας Θεμιστοκλέους*, γιος του Δημητρίου Θεμιστοκλή. Ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους δίδαξε στη Λεμεσό για πολλά χρόνια (από το 1870 μέχρι το 1913) και πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες όχι μόνο στην εκπαίδευση αλλά και σε άλλους τομείς (μεταξύ άλλων ήταν ο ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του Γυμναστικού Συλλόγου «Ολύμπια» — Γ.Σ.Ο.).

 

Στο μεταξύ απεφασίσθη από τους Λεμεσιανούς, τον Φεβρουάριο του 1859, και η ίδρυση Παρθεναγωγείου στην πόλη που όμως δεν λειτούργησε παρά από το 1861. Πρώτη εκπαιδευτικός που ανέλαβε το Παρθεναγωγείο ήταν η Μαριγώ Λαζαρίδου που δίδαξε από το 1861 μέχρι το 1868. Ήταν Αθηναία αρσακειάδα. Παντρεύτηκε στη Λεμεσό το 1868 και πέθανε αρκετά νέα, σε ηλικία 33 χρόνων. Τη διαδέχθηκε η επίσης αρσακειάδα Ελένη Ι. Καραγεωργιάδου από την Αθήνα. Παντρεύτηκε κι αυτή στη Λεμεσό όπου δίδαξε από το 1869 μέχρι το 1876. Την διαδέχθηκε η επίσης Αθηναία και αρσακειάδα Ελένη Αντωνιάδου που δίδαξε από το 1876 μέχρι το 1878. Τότε ανέλαβε τη διεύθυνση του Παρθεναγωγείου η σημαντική εκπαιδευτικός Πολυξένη Λοϊζιάς* που δίδαξε από το 1878 μέχρι το 1913.

 

Στο Αλληλοδιδακτικόν της Αγίας Νάπας, που άρχισε να λειτουργεί ως δημόσιο σχολείο από το 1841, δίδαξε αρχικά ο Θεμιστοκλής Θεοχαρίδης*, γνωστός λόγιος και δημοσιογράφος του 19ου αιώνα. Επίσης ο Νικόλαος Ιερωνυμίδης από τα Λεύκαρα, ο ιεροδιάκονος και αργότερα αρχιμανδρίτης Μελέτιος Αγαθόβουλος από το Όμοδος και κάποιος Κλιμμινής από τη Θεσσαλία. Από το 1847 μέχρι το 1850 δίδαξε ο σπουδασμένος στην Αθήνα Μιχαήλ Ιωαννίδης από τον Πρόδρομο. Μεταξύ 1850 και 1865, αλλά και αργότερα, από το 1872 μέχρι το 1878, δίδαξε ο Γεώργιος Νικολαΐδης από την Κισσόνεργα. Ήταν γιος του Χατζημιχαήλ που εκτελέστηκε από τους Τούρκους το 1821, και σώθηκε ο ίδιος αφού ασπάσθηκε τον Μωαμεθανισμό. Πήγε αργότερα στη Σύρο όπου και φοίτησε σε γυμνάσιο, κι επέστρεψε στη Λεμεσό γύρω στο 1848. Από το 1865 μέχρι το 1872 δίδαξε ο Γεώργιος Μαληκίδης από τη Λεμεσό, σπουδασμένος στην Αθήνα. Στο Αλληλοδιδακτικόν της Αγίας Νάπας εργάστηκαν και άλλοι ως βοηθοί δάσκαλοι, μεταξύ δε αυτών ο Γεώργιος Λουκάς* από το Όμοδος, που είχε σπουδάσει στην Αθήνα, και ο Αριστοτέλης Κ. Παλαιολόγος*, ο ιδρυτής της εφημερίδας Αλήθεια της Λεμεσού, που διετέλεσε και βουλευτής.

 

Ο σεισμός του 1896 προκάλεσε ζημιές στο κτίριο της Ελληνικής Σχολής στον περίβολο της Αγίας Νάπας, που κατέστη επικίνδυνο. Στα επόμενα χρόνια η Σχολή μεταφερόταν από σπίτι σε σπίτι, μέχρι το 1900 οπότε κτίστηκε σχολικό κτίριο με οικονομική ενίσχυση της ελληνικής κυβέρνησης. Μέχρι τότε η Σχολή ήταν τριτάξιος. Το 1906 έγινε πεντατάξιος κι αναγνωρίστηκε ως ημιγυμνάσιο. Το 1916 αναγνωρίστηκε ως εξατάξιο γυμνάσιο. Τον διευθυντή της Ανδρέα Θεμιστοκλέους διαδέχθηκε το 1913 ο Αργυρός Δρουσιώτης*, επίσης αξιόλογος εκπαιδευτικός, που υπηρέτησε μέχρι το 1940.

 

Το Γυμνάσιο της Λεμεσού απέκτησε λαμπρό και μεγάλο οικοδόμημα με όλες τις βοηθητικές εγκαταστάσεις, ύστερα από γενναία οικονομική εισφορά του Λεμεσιανού μεγαλοεπιχειρηματία Νικολάου Π. Λανίτη*. Το νέο κτίριο άρχισε να χρησιμοποιείται από το 1952 και το σχολείο ονομάστηκε Λανίτειον Γυμνάσιον.

 

Ένα άλλο μέλος της οικογένειας Λανίτη, η Αθηναΐς Λανίτου*, σπουδασμένη στο Αρσάκειον Αθηνών, ίδρυσε το 1920 μαζί με δυο άλλες εκπαιδευτικούς (την Μαρία Μορίδου και την Ευφροσύνη Χουρμουζίου) την Ιδιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών που είχε και οικοτροφείο. Η Σχολή εξελίχθηκε αργότερα σε γυμνάσιο θηλέων, το γνωστό Αθηναΐδειον Γυμνάσιον (σήμερα Β' Γυμνάσιο Λεμεσού).

 

Στη Λεμεσό λειτούργησε το 1898 και το πρωτοποριακό Λαϊκόν Σχολείον που στεγάστηκε στο κτίριο της Αγίας Νάπας. Επρόκειτο για σχολείο που λειτουργούσε μόνο τις Κυριακές και προοριζόταν για τους εργαζόμενους που δεν είχαν άλλες ευκαιρίες μόρφωσης. Δίδαξαν σ' αυτό ο πολιτευτής Ν. Κλ. Λανίτης*, ο Σ. Κ. Πηλαβάκης, ο Κωνσταντίνος Πέρσης κ.ά. Το 1893 κάποιος ξένος, ονόματι Louis Smith, άνοιξε ιδιωτική σχολή ξένων γλωσσών.

 

Το 1923 ιδρύθηκε το Ανώτερο Παρθεναγωγείο Λεμεσού, με επικεφαλής την Ελένη Αυτονόμου, που αργότερα μετετράπη σε ημιγυμνάσιο και τελικά σε γυμνάσιο θηλέων. Στεγάστηκε αρχικά στο κτίριο όπου λειτούργησε από το 1903 το πρώτο νηπιαγωγείο της πόλης. Το νηπιαγωγείο ίδρυσαν οι αδελφές Δωροθέα και Κλειώ Κυριακίδου, το δε κτίριό του ήταν δωρεά της οικογένειας Μιτέλλα.

 

Στην τουρκική συνοικία της πόλης λειτούργησαν από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα και τουρκικά σχολεία. Στα τέλη του αιώνα λειτουργούσαν ένα αρρεναγωγείο, ένα παρθεναγωγείο, ένα νηπιαγωγείο και ένα ανώτερο τουρκικό σχολείο στο οποίο διδάσκονταν και μαθήματα ελληνικής γλώσσας.

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα λειτούργησε στη Λεμεσό και η Γαλλική Σχολή Καλογραιών (Αγίου Ιωσήφ) που όμως έκλεισε το 1921. Την διαδέχθηκε η Σχολή Αγίας Μαρίας που ιδρύθηκε από το μοναχικό τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου το 1923 και υφίσταται από τότε. Είναι σχολή προδημοτικής, δημοτικής και μέσης παιδείας (στη μέση παιδεία φοιτούν μόνο κορίτσια).

Κατά την τελευταία περίοδο της αγγλικής κατοχής ιδρύθηκε στη Λεμεσό και Τεχνική Σχολή.

 

Τα δημοτικά σχολεία της πόλης πολλαπλασιάστηκαν από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι και το τέλος της αγγλικής κατοχής. Γενικότερα, η εκπαίδευση αναπτύχθηκε στην πόλη μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και βρίσκεται σήμερα σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα (βλέπε και λήμμα εκπαίδευση).

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image